Ενδιαφέρουσα Άποψη – του Γιώργου Καλλινίκου*

Γιώργος Καλλινίκου

ΤΟ ΑΓΧΟΣ το οποίο έχει ο πρόεδρος Χριστόφιας δεν αποκρύβεται πλέον. Οι δηλώσεις του κατά την επιστροφή του από την Αθήνα είναι αρκούντως αποκαλυπτικές: «Η επίσκεψη, αν εκτιμήσει κανένας τους στόχους και την υλοποίησή τους, παρ’ όλο που δεν θέλω να χρησιμοποιώ βαρύγδουπες λέξεις, θε- ωρώ ότι ήταν απόλυτα επιτυχής». Πρόσθεσε ακόμη ότι «υπήρξε πλήρης συναντίληψη και έχει εκφραστεί και δημόσια η πλήρης υποστήριξη στον πρόεδρο της Δημοκρατίας, στην πολιτική την οποία ακολουθεί στη διάρκεια των συνομιλιών. Θέλω να ευχαριστήσω θερμά τον πρωθυπουργό και την ελληνική κυβέρνηση γι’ αυτή την πλήρη και αμέριστη συμπαράσταση».

Μόνο αν είναι κάποιος αφελής θα ανέμενε στις δημόσιες τοποθετήσεις του Έλληνα πρωθυπουργού να εκφραζόταν οτιδήποτε άλλο εκτός από «πλήρης υποστήριξη». Δεν υπήρχε περίπτωση στο παρελθόν που είτε η Αθήνα είτε η Λευκωσία να εξέφρασαν δημοσίως μετά από κάποια συνάντηση των ηγεσιών τους, οτιδήποτε άλλο παρά συναντίληψη και συμπαράσταση. Ακόμη και σε εκείνες τις περιπτώσεις που στο παρελθόν μπορεί να υπήρχε διαφορετική αντίληψη των εξελίξεων, δημοσίως μετά από κάποια συνάντηση του προέδρου της Κ.Δ. και του πρωθυπουργού της Ελλάδας η όποια διαφωνία, μικρή ή μεγάλη, απεκρύβετο. Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει ότι στις κατ’ ιδίαν συζητήσεις ο Έλληνας πρωθυπουργός τήρησε διαφορετική στάση. Απλώς επισημαίνεται το γεγονός διότι είναι εμφανές πως ο Κύπριος πρόεδρος επιχειρεί να χρησιμοποιήσει αυτή την εκφρασθείσα συμπαράσταση για εσωτερική κατανάλωση και ως επιχείρημα έναντι των μαζικών επικρίσεων που δέχεται από το σύνολο σχεδόν των κυπριακών κομμάτων τον τελευταίο καιρό.


Οι «βαρύγδουπες λέξεις» του Χριστόφια αντανακλούν τη βαρύγδουπη αποτυχία


Το άγχος που διακατέχει τον πρόεδρο Χριστόφια, τον ωθεί ενώ λέει ότι δεν θέλει να χρησιμοποιεί «βαρύγδουπες λέξεις», να χαρακτηρίζει την επίσκεψή του στην Αθήνα «απόλυτα επιτυχή». Θα μπορούσε δηλαδή η επίσκεψη να ήταν και αποτυχημένη; Και πώς θα ήταν αν ήταν αποτυχημένη; Τι θα έπρεπε δηλαδή να είχε συμβεί ώστε να μπορούσε να θεωρηθεί η επίσκεψη αποτυχημένη; Αν ο Πρόεδρος χαρακτηρίζει την επίσκεψη επιτυχημένη διότι ο Παπανδρέου συμφώνησε να έρθει στην Κύπρο για να συζητήσει με όλη την πολιτική ηγεσία πρέπει ο καθένας να διερωτηθεί αν θα ήταν δυνατό να αρνηθεί. Ο Έλληνας πρωθυπουργός είχε μόνος του αποφασίσει να πραγματοποιήσει στην Κύπρο την πρώτη του επίσημη επίσκεψη μόλις ανέλαβε καθήκοντα και είχε δεσμευθεί ότι θα βρίσκεται δίπλα μας κάθε στιγμή. Επομένως, δεν υπήρχε περίπτωση να έλεγε όχι, διότι κάτι τέτοιο θα τον εξέθετε και ο σημερινός πρωθυπουργός είναι πολύ προσεκτικός σε κάτι τέτοια. Αν πάλι ο Πρόεδρος θεωρεί επιτυχία την απόφαση για σύσταση ελλαδικής ομάδας νομικών που θα συνδράμει την προσπάθειά του, τότε μάλλον δεν εκτιμά σωστά τα γεγονότα, διότι απλού- στατα η εν λόγω απόφαση τον αφήνει εκτεθειμένο, αφού ενώ επί δύο χρόνια ήταν αρνητικός σε ανάλογο αίτημα συγκυβερνώντων και αντιπολίτευσης, τώρα επιχαίρει για την ελληνική απόφαση.

Ίσως ο κάθε αναγνώστης να διερωτάται γιατί αναλώνουμε τόσο χώρο για να αποδείξουμε το μέγεθος του άγχους που διακατέχει τον Πρόεδρο. Ο λόγος είναι προφανής. Όταν ο Πρόεδρος μετά από ενάμιση χρόνο προσπαθειών στο Κυπριακό παρουσιάζεται με τόσο άγχος, είναι πρόδηλο ότι προέρ- χεται από την αποτυχία των προσπαθειών του και από την εντονότατη κριτική που δέχεται. Και όταν κάποιος πολιτικός (και δη ο αρχηγός ενός κράτους) διακατέχεται από τέτοιο άγχος είναι πολύ πιθανό να προβεί και σε άλλες λανθασμένες ενέργειες. Επομένως, πρέπει ο καθένας και να ανησυχεί και να καιροφυλακτεί.

* Ο Γιώργος Καλλινίκου είναι δημοσιογράφος – αρθρογράφος. Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Ο Φιλελεύθερος” την 21η Ιανουαρίου 2010.

Advertisements

Άριστος Μιχαηλίδης

Ενδιαφέρουσα Άποψη – του Άριστου Μιχαηλίδη*

ΦΤΑΣΑΜΕ άραγε στον πάτο ή έχουμε ακόμα κι άλλα περιθώρια να συνεχίσουμε την κατηφόρα; Πόσο εύκολα μπορεί τελικά να διαλυθεί αυτή η κοινωνία, να τρομοκρατηθεί, να βρεθεί στο έλεος της ανασφάλειας και της ανομίας; Πόσο εύθραυστο μπορεί να γίνει, μέσα σε ελάχιστο χρόνο, το κράτος της Κυπριακής Δημοκρατίας, που άντεξε μια εισβολή, αλλά σήμερα δεν αντέχει και δείχνει να καταρρέει από τη δράση του υποκόσμου;

Σήμερα και μετά από τη δολοφονία του Άντη Χατζηκωστή, που ακολούθησε με ένα μήνα διαφορά το άλλο πρωτοφανές έγκλημα, την αρπαγή της σορού του Τάσσου Παπαδόπουλου, κανείς δεν μπορεί να αισθάνεται εμπιστοσύνη για την ασφάλεια που του προσφέρει το κράτος του. Μέχρι να δώσει απα- ντήσεις η Αστυνομία σε αυτά τα εγκλήματα, όλοι είμαστε υποψήφια θύματα εγκληματικών πράξεων, όλοι οι ανυποψίαστοι πολίτες. Ακόμα και η πρόσφατη δήλωση του γ.γ. του ΑΚΕΛ, ενώπιον της Βουλής, ότι κάποιοι απειλούν την φυσική εξόντωση του Προέδρου της Δημοκρατίας, όσο αβάσιμη κι αν είναι, δημιουργεί κλίμα ανασφάλειας και επικίνδυνων συνθηκών. Πόσο μάλλον οι πραγματικές εγκληματικές πράξεις.


Όταν κυνηγάς όσους γράφουν συνθήματα, δεν έχεις μάτια να δεις τους δολοφόνους


Η ευκολία με την οποία έγιναν τα δυο εγκλήματα, η άνεση που αισθάνονται οι παράνομοι να οργανώνουν τη δολοφονία ενός καθώς πρέπει μέλους αυτής της κοινωνίας, χωρίς να ανησυχούν για τις συνέπειες (διότι είναι προφανές ότι εκτιμούν πως οι περισσότερες πιθανότητες που ισχύουν είναι ότι δεν θα έχουν συνέπειες) προκαλεί τέτοια ανησυχία και κλονισμό, που αποτελεί την πιο ισχυρή απειλή για την ομαλή πορεία και την ισορροπία ολόκληρης της κυπριακής κοινωνίας. Η ανωμαλία αυτή τη φορά δεν έχει να κάνει με την αλληλοεξόντωση μελών του υποκόσμου, που παρακολουθούμε συχνά, σχεδόν με αδιαφορία. Αλλά, με την ευθεία επίθεση κατά της δημοκρατίας. Γιατί η δολοφονία ενός στελέχους των μέσων μαζικής ενημέρωσης, ενός νέου, δραστήριου και αγαπητού ανθρώπου, όποιοι κι αν κρύβονται πίσω από τους φονιάδες, στην πραγματικότητα είναι τρομοκρατικό κτύπημα κατά της πολιτικής σταθερότητας. Κι αυτό είναι που πρέπει να ανησυχήσει την Πολιτεία. Δεν έχει άλλα περιθώρια εφησυχασμού και αλληθωρισμού.

Οι υπηρεσίες ασφαλείας του κράτους και προπάντων η Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών, που θα έπρεπε να είναι σε θέση να γνωρίζει και να ελέγχει την παρανομία σ’ ένα νησί μιας δρασκελιάς, πρέπει να σταματήσουν να ασχολούνται με τα δευτερεύοντα. Το μυαλό τους να ξεκολλήσει από το κυνηγητό δυο αργόσχολων νεαρών επειδή γράφουν συνθήματα στους τοίχους, να σταματήσουν να αναλώνουν τις δυνάμεις τους σε έρευνες για μεσαιωνικά ζητήματα όπως είναι το φακέλωμα «αντικαθεστωτικών» ή η αποδελτίωση εφημερίδων. Τα γεγονότα δείχνουν ότι έχουν πιο σοβαρά ζητήματα να αντιμετωπίσουν και δεν τα αντιμετωπίζουν. Ιδού τα αποτελέσματα.

* Ο Άριστος Μιχαηλίδης είναι Διευθυντής του Φιλελεύθερου. Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ο Φιλελεύθερος» την 13η Ιανουαρίου 2010. Τα δικά μου σχόλια ακολουθούν στα «comments» πιο κάτω.

Ευτύχης Βαρδουλάκης

Ενδιαφέρουσα Άποψη – του Ευτύχη Βαρδουλάκη*

Παρακολουθώντας την κατάσταση στο ΔΗΚΟ, αυτό που εντυπωσιάζει περισσότερο από όλα, είναι ο κυνισμός των εμπλεκομένων στις εσωκομματικές έριδες.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η αφετηρία για όλα όσα συμβαίνουν σήμερα βρίσκεται 2 χρόνια πίσω, στις προεδρικές εκλογές του 2008. Μετά τα αποτελέσματα του Α’ γύρου, η ηγεσία του ΔΗΚΟ αρχικά φάνηκε ότι προτιμούσε να στηρίξει τον Γιαννάκη Κασουλίδη. Το ίδιο φερόταν διατεθειμένα να κάνουν και τα περισσότερα στελέχη και η βάση του ΔΗΚΟ, της οποίας το 45% ψήφισε τελικά τον κ. Κασουλίδη κόντρα στις υποδείξεις του κόμματος.

Για λόγους που κάποια στιγμή ίσως θα πρέπει να ερευνηθούν διεξοδικότερα, με παρέμβαση του αείμνηστου Τάσσου Παπαδόπουλου, η αρχική απόφαση άλλαξε και επεβλήθη η επιλογή Χριστόφια. Οι λόγοι αυτής της αλλαγής απόφασης και το παρασκήνιο που προηγήθηκε δεν εξηγήθηκαν ποτέ. Κάποιοι μιλούν για ανταπόδοση στον κ. Χριστόφια για τη στήριξή του στις προεδρικές του 2003. Κάποιοι άλλοι τα αποδίδουν στην προσωπική διαχρονική αντιπαλότητα του Τάσσου με τους κ.κ. Κληρίδη, Αναστασιάδη, Κασουλίδη. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, η επιλογή ελήφθη λιγότερο με πολιτικά και κυρίως με προσωπικά κριτήρια. Αυτό αποδεικνύει και η ίδια η επιχειρηματολογία του ΔΗΚΟ την περίοδο εκείνη, όταν για να πείσει τους ψηφοφόρους του, έλεγε ότι η μη-εκλογή Χριστόφια θα σημάνει «διάλυση του κόμματος», «αποδυνάμωση του ρόλου του», κλπ. Η επιχειρηματολογία τους δεν εστίαζε στο γιατί η επιλογή Χριστόφια είναι καλύτερη για την Κύπρο, αλλά το πώς το ΔΗΚΟ «θα παραμείνει στα πράγματα». Όταν όμως η μείζονα απόφαση για το μέλλον της χώρας λαμβάνεται όχι με πολιτικούς, αλλά με ψυχολογικούς όρους, τα πράγματα σημάδια για τη συνέχεια δεν είναι καθόλου καλά…


Τι κόμμα είναι τελικά το ΔΗΚΟ; Κεντροδεξιό; Κεντροαριστερό; Κεντρώο σκέτο;


Η σημερινή εικόνα του κόμματος θυμίζει σουρεαλιστικό σκηνικό. Η εσωκομματική αντιπολίτευση, η οποία πριν από δυο χρόνια πρωτοστάτησε υπέρ της επιλογής Χριστόφια, ξεκίνησε να τον αντιπολιτεύεται λίγο μετά την εκλογή του και σήμερα φαίνεται να επιθυμεί έξοδο από την Κυβέρνηση, για την επιβολή και εκλογή της οποίας η ίδια αγωνίστηκε! Αντιθέτως, η ηγεσία του κόμματος, η οποία φαίνεται ότι, αρχικά τουλάχιστον, δεν επιθυμούσε ιδιαίτερα την εκλογή Χριστόφια, σήμερα εμφανίζεται να αγωνίζεται υπέρ της παραμονής του κόμματος στην κυβέρνηση και να στηρίζει τις αποφάσεις του νυν Προέδρου. Και για να «ακυρώσει» τις αιτιάσεις της εσωκομματικής αντιπολίτευσης, που και που υιοθετεί κάποιες «σκληρές» θέσεις, ώστε να καλύπτει τα εσωκομματικά της νώτα.
Και την ίδια ώρα, η βάση του κόμματος, στην οποία κάποιοι υποσχέθηκαν ότι «θα είναι στα πράγματα», βλέπει ότι ο ρόλος της είναι μικρότερος από οποιαδήποτε άλλη περίοδο, που το ΔΗΚΟ μετείχε στην Κυβέρνηση.

Το κόμμα εμφανίζεται να ακροβατεί ανάμεσα στον «ρεαλισμό» της ηγεσίας του – η οποία όμως σε κρίσιμες στιγμές δεν μπόρεσε να επιβάλει τις αποφάσεις της – και σε μια «σκληρή» και αρκετά λαϊκίστικη γραμμή της εσωκομματικής αντιπολίτευσης.

Όλα αυτά δημιουργούν τεράστια ερωτήματα για την αξιοπιστία του κόμματος. Τόσο η ηγεσία του ΔΗΚΟ, όσο και η εσωκομματική αντιπολίτευση θα πρέπει να απαντήσουν σε κάποια βασικά ερωτήματα:
Η ηγεσία του κόμματος οφείλει να απαντήσει ποιος ακριβώς είναι ο ρόλος του ΔΗΚΟ στην λήψη αποφάσεων της σημερινής Κυβέρνησης. Είναι ουσιαστικός ή απλώς συναινούν στις αποφάσεις του ΑΚΕΛ, με αντάλλαγμα ένα μικρό κομμάτι κυβερνητικής εξουσίας; Αν ισχύει το δεύτερο, αρκεί αυτό στην ηγεσία του ΔΗΚΟ και στη βάση του κόμματος;
Η εσωκομματική αντιπολίτευση πρέπει να απαντήσει αν μετανιώνει ή όχι για τη στήριξη στον κ. Χριστόφια στις προηγούμενες εκλογές. Και να πει τι θα έκανε αν είχαμε σήμερα εκλογές. Θα στήριζε εκ νέου Χριστόφια, θα συμμαχούσε με το ΔΗΣΥ ή θα έμενε ουδέτερο; Να απαντήσει επίσης αν η «υποχωρητικότητα» την οποία καταγγέλλει αφορά μόνο στον πρόεδρο Χριστόφια ή και τον Υπουργό Εξωτερικών κ. Κυπριανού.
Από κοινού θα πρέπει να απαντήσουν ποιο ακριβώς ρόλο επιθυμούν στο πολιτικό σύστημα. Τι κόμμα είναι τελικά το ΔΗΚΟ; Κεντροδεξιό; Κεντροαριστερό; Κεντρώο σκέτο; Φιλελεύθερο; Σοσιαλδημοκρατικό; Ευρωπαϊκό; Εθνοκεντρικό; Απλώς… «κυβερνητικό»; Στο Κυπριακό θέλουν λύση; Ποια; Σε τελική ανάλυση, εκτός από το τι δεν θέλουν, μπορούν να πουν τι θέλουν;

Οι ιστορικές αναφορές δε αρκούν πλέον για να προσδιορίσουν το ρόλο ενός κόμματος σε μια κοινωνία που αλλάζει. Το στίγμα και οι βασικές πολιτικές του δεν μπορούν να καθορίζονται με βάση τις προσωπικές επιδιώξεις ορισμένων στελεχών του. Οι «στρατηγοί» του κόμματος (νυν ή επίδοξοι) πρέπει να δώσουν πειστικές απαντήσεις και ένα καθαρό στόχο στον κόσμο που τους ακολουθεί. Αν δεν το κάνουν, θα καταντήσουν στρατηγοί χωρίς στρατό.
Η Κύπρος, πάντως, θα προχωρήσει με ή χωρίς αυτούς…

Ο Ευτύχης Βαρδουλάκης είναι Σύμβουλος Στρατηγικής και Επικοινωνίας

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Η Καθημερινή» στις 13/12/2009

Η Κατηγορία «Ενδιαφέρουσες Απόψεις» που εγκαινιάζεται σήμερα, θα περιλαμβάνει άρθρα και απόψεις τρίτων που δημοσιεύονται σε έντυπα ή ηλεκτρονικά μέσα. Οι απόψεις αυτές μου προκαλούν το ενδιαφέρον, χωρίς απαραίτητα να υιοθετώ το περιεχόμενο τους.

Η δημοσίευση αρχικά θα είναι σε εβδομαδιαία βάση, κάθε Τετάρτη.

Μιχάλης Σοφοκλέους