Ενδιαφέρουσα Άποψη – του Γιώργου Κασκάνη*

a1Ήταν αλλιώτικη αυτή η κηδεία. Μια ηρεμία, μια γαλήνη επικρατούσε στον χώρο. Μέσα και έξω από την εκκλησία. Κόσμος πολύς. Διαφορετικών τύπων και προελεύσεων. Ηλικιωμένοι, μεσήλικες, νέοι. Έσμιγαν μ’ έναν τρόπο που τους έκανε να μοιάζουν μια τεράστια παρέα. Έδιναν τα χέρια για ζωντανές χειραψίες, κτυπούσαν φιλικά ο ένας στον ώμο του άλλου. Κι ύστερα συνεννοούνταν με τα μάτια.

Ήταν αλλιώτικη αυτή η κηδεία. Έλειπε το πάθος της υπερβολής. Γενικά έλειπαν τα πάθη. Δεν υπήρχαν «δικοί» και «ξένοι». Δεν υπήρχαν «εχθροί» και «φίλοι». Οι πολιτικοί αντίπαλοι του εκλιπόντος, ακόμα κι αυτοί που πολύ τον πολέμησαν, γλιστρούσαν μέσα στο πλήθος εισπράττοντας φιλικά χαμόγελα, χειραψίες και βλέμματα ικανοποίησης γι’ αυτό το αντάμωμα. Κανείς δεν δυσανασχέτησε, κανείς δεν απέστρεψε το βλέμμα. Θυμήθηκα ανάλογες καταστάσεις στο παρελθόν όπου έπιανε κανείς στην ατμόσφαιρα έναν ηλεκτρισμό, μιαν εσωτερική (ενίοτε και εξωτερική) αντίδραση. Τίποτε απ’ όλα αυτά δεν υπήρχε. Κι ήταν όντως λυτρωτικό αυτό το συναίσθημα.


ο νεκρός αυτής της κηδείας έμοιαζε πιο ζωντανός κι από τους ζωντανούς


Το χειροκρότημα δεν είχε την υπερβολή της θορυβώδους προβολής. Κανείς δεν διεκδικούσε ν’ ακουστεί περισσότερο… στ’ αφτιά του νεκρού που περνούσε για μια ακόμα φορά σεμνός. Κι ίσως ήταν αυτό και μια απάντηση στα όσα προηγήθηκαν στα στούντιο των τηλεοράσεων και τις τηλεφωνικές γραμμές των ραδιοφώνων από τους διάφορους «επώνυμους». Και το δάκρυ, κυλούσε σιωπηλά από πανέμορφα νεανικά μάτια και σε ρυτιδωμένα πρόσωπα μεγαλύτερων ανθρώπων.

Παρακολουθούσα από μια γωνιά και διερωτόμουν. Τι είναι αυτό που κάνει τούτη την κηδεία αλλιώτικη; Να ’ταν που ο εκλιπών έφυγε πλήρης ημερών; Να ’ταν η ανακούφιση εκείνων που τον αγάπησαν ότι δεν βασανίστηκε πολύ σ’ αυτή την τελευταία δοκιμασία; Να ’ταν που αποχαιρετούσαν έναν άνθρωπο που γέμισε τη μακρά του ζωή με δυνατές στιγμές, με δράση και που δεν άφησε λεπτό της να περάσει αναξιοποίητο; Σίγουρα ήταν όλα αυτά. Υπήρχε όμως ακόμα κάτι, πολύ πιο σημαντικό. Αυτός ήταν ο πολιτισμός που δίδαξε ο Γλαύκος Κληρίδης. Ο πολιτισμός της ανοχής, της επαφής, της συνεννόησης, της μετριοπάθειας, των χαμηλών τόνων, της συγχώρεσης, της ανθρωπιάς. Ο πολιτισμός της ουσίας. Κι όσοι βρέθηκαν χθες σ’ αυτό το τελευταίο συναπάντημα μαζί του, γνώριζαν πως θα ’ταν ιεροσυλία να συμπεριφερθούν μ’ έναν τρόπο διαφορετικό από αυτό που τους έμαθε. Γι’ αυτό κι έγιναν μια μεγάλη παρέα, λες κι ήθελαν να του αποδείξουν πως «τίποτα δεν πάει χαμένο στη χαμένη σου ζωή»…

Είναι περίεργο, αλλά ο νεκρός αυτής της κηδείας έμοιαζε πιο ζωντανός κι από τους ζωντανούς. Γι’ αυτό κι ήταν αλλιώτικη αυτή η κηδεία.

Χώθηκα μέσα στο πλήθος κι άφησα τη σκέψη να ταξιδεύει σε όλα αυτά. Μέχρι που αντίκρισα με έκπληξη τα χέρια μου να χειροκροτούν. Όχι, δεν χειροκροτούσα ένα ξύλινο φέρετρο, ούτε κι ένα νεκρό σώμα. Χειροκροτούσα έναν τρόπο ζωής, ένα παράδειγμα. Χειροκροτούσα την απόδειξη πως δικαιωμένος φεύγει αυτός που κατάφερε ν’ αλλάξει λίγο τους ανθρώπους. Να τους κάνει καλύτερους. Να τους μάθει να συνυπάρχουν και να συνδιαμορφώνουν τη ζωή τους. Ν’ ανταμώνουν στα μεγάλα και να υποτιμούν τα μικρά. Κι ο Γλαύκος Κληρίδης ήταν ένας τέτοιος δάσκαλος. Γι’ αυτό και η κηδεία του ήταν αλλιώτικη…

* Ο Γιώργος Κασκάνης είναι αρχισυντάκτης της εφημερίδας «Ο Πολίτης». Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έκδοση της εφημερίδας ημερομηνίας 20/11/2013