turkey_story_350_061813014235Τρεις χώρες συγκλονίζονται αυτές τις μέρες από ογκώδεις εκδηλώσεις διαμαρτυρίας, που έχουν ένα κυρίαρχο κοινό τόπο. Ότι το έναυσμα δόθηκε από αφορμές πολύ υποδεέστερες των πραγματικών αιτίων που οδήγησαν τον κόσμο στους δρόμους. Και είναι πολύ χρήσιμο να εξετάσουμε το τι έγινε σε Ελλάδα, Τουρκία και Βραζιλία, γιατί αποτελούν κορυφαία παραδείγματα προς αποφυγή.

Στη Βραζιλία, οι εξεγερμένοι πολίτες, ασφαλώς και δεν προκαλούν τα δραματικά επεισόδια για την αμελητέα αύξηση στα εισιτήρια των λεωφορείων. Την ώρα όμως που η διαφθορά καλπάζει στη χώρα, οι φορολογίες βρίσκονται σε δυσθεώρητα και δυσβάστακτα ύψη και η ποιότητα δημόσιων αγαθών όπως η υγεία και η παιδεία βρίσκεται σε επίπεδα ανέχειας, δεν κρίνεται λογικό από τον κόσμο να επιβαρύνεται περισσότερο, την ώρα που δεν γίνεται τίποτα για να αντιμετωπιστούν τα πραγματικά προβλήματα της χώρας.

Στην Τουρκία, κανείς σχεδόν δεν διαμαρτύρεται για το πάρκο Γκεζί στην πλατεία Ταξίμ. Αντιθέτως, τη στιγμή ακριβώς που αναζωπυρώθηκε η Ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας και η Τουρκία – έστω η νομενκλατούρα της – άρχισε να αδράχνει τους καρπούς της οικονομικής άνθησης μετά την περιπέτεια του ΔΝΤ, δεν κρίνεται λογική η αναχρονιστική και φονταμενταλιστική επιχείρηση εξισλαμισμού της καθημερινότητας του Τούρκου πολίτη. Αστείες παρεμβάσεις όπως η απαγόρευση πώλησης αλκοόλ το βράδυ, αλλά και τα σημαντικά ελλείμματα στη δημοκρατία και την ελευθερία του λόγου, έφεραν στην ίδια πλατεία εθνικιστές, Κούρδους, ακτιβιστές και σοβαρούς δημοκράτες, να διαμαρτύρονται ο καθένας για ό,τι τον αφορά.


Ελλάδα, Τουρκία, Βραζιλία, έδειξαν τι πρέπει να αποφεύγεται για να υπάρχει κοινωνική ανοχή


Στην Ελλάδα, ακριβώς τη στιγμή που μια οσμή αισιοδοξίας διαφάνηκε στον ορίζοντα εξαιτίας πολύ θετικών αναφορών στο εξωτερικό και πριν ο πολίτης τις αισθανθεί στη ζωή του, ο πρωθυπουργός έκανε την ντρίμπλα παραπάνω. Το άγαρμπο και σαρωτικό κλείσιμο της ΕΡΤ με την αναστολή της λειτουργίας της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης, την ώρα μάλιστα που ένα σωρό δημόσιοι φορείς δεν έχουν αντικείμενο ύπαρξης και χιλιάδες δημόσιοι υπάλληλοι δεν πατάνε στις εργασίες τους αλλά πληρώνονται, δεν κρίνεται λογικό να εφαρμόζεις μεθόδους που μπορεί να τους αποδοθεί μέχρι και «φασιστικό ένδυμα», επειδή ο ίδιος απέτυχες να απολύσεις αυτούς που έπρεπε. Ανεξαρτήτως της τελικής έκβασης, η κρίση βρίσκει την κυβέρνηση αποδυναμωμένη και προκαλεί πισωγύρισμα στην προσπάθεια ανάκαμψης της χώρας, με ένα λαό που εδώ και τέσσερα χρόνια βρίσκεται σε οικονομικό αναπνευστήρα.

Αντώνης Σαμαράς και Ταγίπ Ερντογάν θεώρησαν, λανθασμένα, ότι τέτοιες κρίσεις θα τους έδιναν την ευκαιρία να αναδειχθούν ως αποφασιστικοί και ανυποχώρητοι ηγέτες με πυγμή. Από την άλλη, η πρόεδρος της Βραζιλίας, Ντίλμα Ρουσέφ, έκανε το ανάποδο λάθος επιχειρώντας στην αρχή να «χαϊδέψει» τους διαδηλωτές, στάση που πλέον ανατρέπει. Και οι τρεις ωστόσο «αστόχησαν» στο ίδιο σημείο. Ότι από αυτό που στην ουσία επιχειρούσαν, έλειπε η λογική. Η λογική που προσφέρει τη νομιμοποίηση και την κοινωνική ανοχή για να δεχθεί ένας λαός θυσίες.

Ο παραλληλισμός με τη Μάργκαρετ Θάτσερ και τον Ρόναλντ Ρήγκαν σε τέτοιες ενέργειες είναι τουλάχιστον ατυχείς. Η δε Θάτσερ έκοψε το δωρεάν γάλα στη δημοτικά –ένα μέτρο που εφαρμόστηκε μετά τον πόλεμο– προκειμένου να διαφυλάξει το επίπεδο της παιδείας. Έκλεισε ακόμη τα ανθρακωρυχεία που δεν μπορούσαν πλέον να είναι κερδοφόρα. Όλα στο πλαίσιο ενός ολοκληρωμένου και απολύτως λογικού σχεδίου αναδιάρθρωσης της χώρας. Ο δε Ρήγκαν απέλυσε από αέρος 11.500 ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας, μετά που τους πρότεινε αυξήσεις της τάξης του 11% και τις απέρριψαν ζητώντας 100%, όταν η απεργία τους κρίθηκε παράνομη και ακόμη και ένα μεγάλο μέρος των Δημοκρατικών ήταν στο δικό του πλευρό.

Η λογική στις μεταρρυθμίσεις και τις πολιτικές πράξεις, είναι και μεγάλο ζητούμενο σήμερα σε κάθε πολιτική ενέργεια. Το απαραίτητο συστατικό για να σταθούν δίπλα σου οι σοβαροί και μετριοπαθείς πολίτες, αυτοί που καθορίζουν και το πολιτικό κλίμα. Κάθε έλλειψη λογικής, ακόμη και για το μικρότερο ζήτημα, θέτει σε κίνδυνο το μεγάλο στοίχημα της ανάκαμψης. Ειδικά σε χώρες όπου ο κόσμος καλείται να ανατρέψει προς το χειρότερο τη ζωή και την καθημερινότητά του στο πλαίσιο μιας αναγκαίας λιτότητας και αναπροσαρμογής. Αυτό να το έχουμε υπόψη μας και εδώ στην Κύπρο.

ert_shutdownΟμολογώ είμαι θυμωμένος. Όχι γιατί κινδυνεύει η δημοκρατία, ο Ελληνικός πολιτισμός, ή επειδή θα μείνουν συνάνθρωποι μου άνεργοι – κάποιοι φίλοι κιόλας. Δεν μου προκαλεί χαρά, αλλά η εξυγίανση του Ελληνικού δημοσίου πρέπει επιτέλους να γίνει πράξη και για να γίνει κάποιοι θα χάσουν τη δουλειά τους. Είμαι και πεποισμένος ότι σκοπός της κυβέρνησης ήταν από την αρχή  η ΕΡΤ να επαναλειτουργήσει. Θυμωμένος είμαι γιατί με αυτή την ενέργεια, ο Αντώνης Σαμαράς υπονομεύει και θέτει σε κίνδυνο την μεγάλη προσπάθεια στην οποία ο ίδιος πρωταγωνιστεί, για να σωθεί και να ορθοποδήσει η Ελλάδα. Δεν έπρεπε να το κάνει αυτό, ειδικά σήμερα.

Στην Ελλάδα, η κατάργηση άχρηστων δημοσίων οργανισμών, η εξυγίανση των υδροκέφαλων και η απομάκρυνση του “λίπους” των αργόσχολων και υπεράριθμων υπαλλήλων του δημοσίου, αποτελεί την μάχη των μαχών για κάθε υγιώς και φιλελεύθερα σκεπτόμενο, κάθε πραγματικό εκσυγχρονιστή. Μια μάχη που έχει να δοθεί από τον καιρό της  κυβέρνησης Μητσοτάκη, εφόσον κανείς πολιτικός δεν την ήθελε και δεν τολμούσε καν να την διανοηθεί.

Είναι αυτονόητο, ότι το εγχείρημα θα έπρεπε να αναληφθεί με αποφασιστικότητα και καθαρότητα, χωρίς κανένα άλλο βαρίδι, σε μια χώρα που γαλουχήθηκε ολόκληρη για να ζει από το δημόσιο, η για να συναλλάσσεται με αυτό πλουτίζοντας εις βάρος των επόμενων γενιών. Μια τόσο σημαντική ατζέντα δεν θα έπρεπε να συνοδεύεται από καμία άλλη παράλληλη.


Ο πρωθυπουργός επέλεξε να δώσει την πιο κρίσιμη μάχη της Ελλάδας στο πιο λάθος γήπεδο


Το αυτονόητο όμως μπήκε στη άκρη. Ίσως λόγω της “μέθης” του “success story” που όντως ακούστηκε να σφυρίζει από μακρυά αλλά δεν πρόλαβε ακόμη να το νοιώσει κανείς, ίσως εξαιτίας του κλασσικού εγκλεισμού στον μικροκομματικό μικρόκοσμο, που ταλαιπωρεί όλες σχεδόν τις κυβερνήσεις. Αντί η μάχη να δοθεί στο προνομιακό πλέον επίπεδο της εξυγίανσης του δημοσίου και του τερματισμού της απάνθρωπης αγκύλωσης όπου λίγοι φορολογούμενοι δουλεύουν για να πληρώνονται χιλιάδες που κάθονται, επιχειρήθηκε μέσω της ΕΡΤ να ξεκαθαρίσουν και άλλα ζητήματα όπως η αίσθηση του πολέμου από τους δημοσιογράφους της που κυριαρχεί στο επίπεδο του πρωθυπουργικού περιβάλλοντος, ή του επαναπροσδιορισμού της τρικομματικής συνεργασίας, που κυριαρχεί στο κομματικό επίπεδο.

Πόσο λάθος Θεέ μου… Όσο δίκιο κι αν έχουν αυτοί που δακτυλοδείχνουν τις απεργίες σε κάθε κυβερνητική επιτυχία, ή στα πισωγυρίσματα των βουλευτών ΠΑΣΟΚ – ΔΗΜΑΡ σε δύσκολα θέματα, δεν ξεκινάς να κλείνεις δημόσιο φορέα με την ΕΡΤ. Με ένα οργανισμό που όλη η Ελλάδα και η ομογένεια έζησαν μαζί χαρές και λύπες, που συνδέεται με τον πολιτισμό, τη δημοκρατία και την πολυφωνία, που την βλέπουν και σήμερα με τα μάτια τους να δουλεύει παρά τα πανθομολογούμενα προβλήματά της. Που θα βάλει απέναντι σου όλο τον δημοσιογραφικό κόσμο στην Ελλάδα και το εξωτερικό, που θα σε θέσει στο στόχαστρο της παγκόσμιας διανόησης, που θα δώσει σε όλους, φίλους και εχθρούς, την ευκαιρία να λεν το μακρύ και το κοντό τους. Που θα προκαλέσει συναισθηματική φόρτιση και συζητήσεις περί δημοκρατίας, από την ώρα που η δημόσια τηλεόραση είναι ιστορικά στους πρώτους 2-3 στόχους κάθε προσπάθειας κατάλυσης της.

Δεν ξεκινάς από την ΕΡΤ όπου και η παρούσα κυβέρνηση ελέγχεται για διορισμούς και διαφθορά. Την ώρα μάλιστα που υπάρχουν τόσοι άλλοι οργανισμοί χωρίς αντικείμενο και τόσες χιλιάδες που αμείβονται χωρίς καν να πατάνε στη δουλειά τους. Και σίγουρα δεν ξεκινάς με αυτό τον τρόπο, με τελεσίγραφα ωρών, αμφίβολη συνταγματική νομιμότητα, χωρίς πλάνο για την αμέσως επόμενη μέρα, αλλά και βάζοντας να κουνάει το δάκτυλο ο πολιτικός της προϊστάμενος που ένα χρόνο τώρα δεν επιχείρησε καμία προσπάθεια εξυγίανσης. Η ανακοίνωση του κυβερνητικού εκπροσώπου, θα μείνει στην ιστορία ως μνημείο επικοινωνιακής αποτυχίας. Απέλυε από αέρος ανθρώπους, κατηγορώντας τους με τις βαρύτερες κουβέντες για πράγματα που ο ίδιος είχε πιο μεγάλη ευθύνη.

Η τακτική σοκ και δέους που ακολουθήθηκε, κάθε άλλο παρά τροφοδοτεί το αίσθημα της ασφάλειας, της σταθερότητας και της διακυβέρνησης από κάποιον που ξέρει τι κάνει και γιατί το κάνει. Τα συστατικά δηλαδή με τα οποία ο πρωθυπουργός μέχρι σήμερα κέρδιζε το στοίχημα. Σε ένα λαό που εδώ και χρόνια ταλαιπωρείται βλέποντας το βιωτικό του επίπεδο να κατρακυλά, απαιτείται να εκφράζεσε με στοργή και επίγνωση την ώρα που του δυσκολεύεις και άλλο τη ζωή του.

Η Ελλάδα είναι σε κρίσιμη καμπή. Εκλογές δεν σηκώνει. Ούτε και αντέχει μονοκομματική κυβέρνηση, ακόμη και εάν αυτή προέρχεται από την Νέα Δημοκρατία. Εδώ είναι που χάθηκε η μεγάλη εικόνα. Διότι η τρικομματική εξασφαλίζει την κοινωνική ανοχή σε επώδυνες αποφάσεις, παρά τα περιφερειακά της προβλήματα. Θα μπορέσει αυτό να το πετύχει μια καθαρά δεξιά κυβέρνηση ανάγκης, έχοντας το 65-70% του λαού εναντίον της; Εξαιρετικά δύσκολο κατά τη γνώμη μου. Το σενάριο από την άλλη επικράτησης του ΣΥΡΙΖΑ, εξακολουθεί να θυμίζει ταινία τρόμου.

Ασφαλώς και δεν μπορεί σήμερα να υπάρξει ισπανική υποχώρηση. Θα είναι το ίδιο λαβωμένος ο πρωθυπουργός με το εαν επιμείνει στην λάθος απόφαση. Απαιτείται συμβιβασμός και δυο βήματα πίσω. Από όλους. Η ΕΡΤ πρέπει να επαναλειτουργήσει με μειωμένο προσωπικό και κόστη το συντομότερο. Σε διάστημα μίας-δύο εβδομάδων. Η κυβέρνηση να δείξει έμπρακτα ότι αντιλήφθηκε το βήμα παραπάνω που έκανε, διαφυλάσσοντας τον τρικομματικό χαρακτήρα της. Ίσως απαιτηθεί και «ανθρωποθυσία» γι’ αυτό, πολύ συγκεκριμένη.

Η αλαζονεία δεν είναι καλός σύμβουλος, ούτε και αρετή. Ειδικά από την ώρα που έχεις 1,5 εκατομμύριο ανέργους και μια γενιά χαμένη. Από την άλλη όμως, η Ελλάδα δεν αντέχει να μπει ξανά στον φαύλο κύκλο της ακυβερνησίας και της αβεβαιότητας. Η παρτίδα πρέπει να σωθεί, έστω και με απώλειες.

* Όσα αναφέρω σε αυτό το άρθρο, δεν αποτελούν «μετά Χριστόν προφητείες» αλλά ανάλυση όσων έλεγα δημοσίως από την πρώτη στιγμή.

Τα πρώτα σκαλιά έχουν αγκάθιαΜπορεί να προέχει η σταθεροποίηση του συστήματος και το να δούμε τι θα γίνει με τον επείγοντα στόχο της διάσωσης της Τράπεζας Κύπρου, αλλά αδιαμφισβήτητα το μεγάλο ζητούμενο είναι η ολική ανάκαμψη της οικονομίας και η επανεκκίνησή της το συντομότερο. Στη βάση μάλιστα νέων, πιο σύγχρονων, υγειών και σταθερών θεμελίων, που για να τα πετύχουμε χρειαζόμαστε ουσιαστική, μακρόπνοη και πολύ αναλυτικά σχεδιασμένη τολμηρή, εθνική οικονομική στρατηγική.

Η ανάπτυξη προϋποθέτει δύο βασικά συστατικά. Πρώτα απ’ όλα την ουσία της οικονομίας. Να σταθεροποιηθεί το σύστημα, να βελτιωθούν οι δείκτες, αλλά και δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις και τα απαραίτητα κίνητρα στους τομείς που θα επιλέξουμε ότι θέλουμε να επικεντρωθούμε. Υπάρχει όμως και η επικοινωνιακή πτυχή που είναι εξαιρετικά σημαντική. Και προς το εσωτερικό και – κυρίως – προς το εξωτερικό. Η εικόνα μας ως κράτος αποφασισμένο να στηρίξει και να μην υπονομεύσει την αναπτυξιακή προσπάθεια, είναι το συστατικό που θα προσελκύσει ξένες επενδύσεις, θα διαμορφώσει την ψυχολογία και δεν θα επιτρέψει την υπονόμευση της ουσίας των πολιτικών στον βωμό του λαϊκισμού.

Το επικίνδυνο με όλη αυτή την ιστορία, είναι η διεργασία και τα στάδια που απαιτούνται μέχρι την ανάκαμψη, που κάθε άλλο παρά βοηθητικά θα λειτουργούν στο πεδίο της καθημερινής εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης. Διότι για να επανεκκινήσει η οικονομία, χρειάζεται πρώτα να αλλάξει η εικόνα της Κύπρου στο εξωτερικό ευρύτερα, στους επενδυτικούς κύκλους ειδικότερα, οι οποίοι να έρθουν και να βρουν πρόσφορο έδαφος στη χώρα, να πειστούν και να επενδύσουν πραγματικά. Τα οφέλη όλης αυτής της διαδικασίας, ο απλός πολίτης θα τα νοιώσει στην πραγματική του ζωή μόνο στο τέλος της. Μέχρι όμως να έρθει αυτό το τελικό στάδιο, ο κόσμος θα ζει μόνο τα προβλήματα της ύφεσης και της ανεργίας.


Ο πολίτης δυστυχώς, θα είναι ο τελευταίος που θα αναγνωρίσει τα αποτελέσματα ενός πετυχημένου σχεδίου ανάπτυξης


Εδώ ακριβώς είναι που θα φανεί το πολιτικό «τσαγανό» της σημερινής κυβέρνησης. Αν θα καταφέρει να στηρίξει πολιτικές που δεν θα έχουν απτό αποτέλεσμα αύριο, αλλά σε 2-3 χρόνια. Που θα επιτρέπουν μεν στην πρόσκαιρη πίεση να μεγαλώνει, αλλά θα κτίζουν τη μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη προοπτική. Και θα κριθεί το εάν η κυβέρνηση Αναστασιάδη καταφέρει να εκπονήσει και να στηρίξει μέχρις εσχάτων ένα νέο όραμα για τη σύγχρονη Κύπρο.

Τρανό παράδειγμα αποτυχίας σε αυτή τη δύσκολη αποστολή, αποτελεί η κυβέρνηση Παπανδρέου. Η οποία πήρε μεν όλες τις δύσκολες αποφάσεις των μνημονίων, αλλά ακολούθως πνίγηκε στην καθημερινότητα και το κυνήγι φαντασμάτων, χωρίς να εφαρμόσει πραγματικά και να στηρίξει καμία ουσιαστική μεταρρυθμιστική πολιτική. Οδηγώντας τη χώρα σε μεγαλύτερο τέλμα και χειρότερα προβλήματα. Ακριβώς το αντίθετο από την κυβέρνηση Σαμαρά, που και επί της ουσίας και επί της επικοινωνίας έχει κάνει πολλή δουλειά.

Έχω τη γνώση για την επιθυμία να στηρίξει και τη δουλειά που έχει ξεκινήσει η κυβέρνηση Αναστασιάδη για να ξεδιπλωθούν πολιτικές προς τη σωστή κατεύθυνση. Αυτό όμως από μόνο του δεν είναι αρκετό. Αυτές οι πολιτικές πρέπει να γίνουν όραμα, το οποίο να αποτελεί την προμετωπίδα της επικοινωνιακής της στρατηγικής μέσα και έξω από την Κύπρο. Αλλιώς θα υπονομευθούν στη διαχείριση της μίζερης καθημερινότητας και θα επισκιάζονται μονίμως από παράπλευρα «τακτικά» θέματα όπως οι κόντρες με τον διοικητή και η απόφαση για να αλλάξουν τα συμβούλια των ημικρατικών οργανισμών.

Όσες «μικρές νίκες» και αν πετύχει η κυβέρνηση, καμία δεν θα αντέξει στον χρόνο, αν δεν καταφέρει να δημιουργήσει την ανάκαμψη. Η επικοινωνιακή αξία της μικροπολιτικής επιτυχίας, μετριέται σε μέρες. Το αποτέλεσμα της ουσιαστικής πολιτικής επιτυχίας μένει μόνιμα χαραγμένο. Και διαρκεί ανεξίτηλα στον χρόνο. Ειδικά αν αποτελεί ένα ιστορικό «success story»