imagesΕίναι προφανές ότι κατά τα πέντε πέτρινα χρόνια που προηγήθηκαν, ο διεθνής παράγοντας απηύδησε ξανά μαζί μας, μια και στην Κύπρο ουσιαστικά δεν υπήρχε συνομιλητής. Η οικονομία όδευε προς την καταστροφή και ο πιλότος είχε ως μόνη έγνοια μην τον κατηγορήσουν στις λαϊκές οργανώσεις. Στο Κυπριακό δε, από την ώρα που η επιπόλαιη θεωρία ότι θα λυνόταν στη βάση της «φιλίας» Χριστόφια-Ταλάτ φυσιολογικά χρεοκόπησε, ουδείς ασχολήθηκε με το πρόβλημα.

Με την εκλογή όμως νέου Προέδρου, είναι απολύτως φυσιολογικό να εξεταστεί και πάλι το κατά πόσον υπάρχει προοπτική επίλυσης του προβλήματος. Υπό το βάρος ασφαλώς των νέων δεδομένων σε Κύπρο, Τουρκία, Ελλάδα και τη γύρω περιοχή. Τις χρεοκοπημένες δηλαδή Κύπρο και Ελλάδα, όπου οι πολίτες δίνουν όλη την προσοχή τους στις οικονομικές παρά τις εθνικές εξελίξεις, στην ακμάζουσα οικονομικά Τουρκία, η οποία όμως απέτυχε οικτρά στην εφαρμογή του δόγματος για Ευρασία και μηδέν προβλήματα με τους γείτονές της, αλλά και στην περιοχή μας όπου ο ισλαμικός φονταμενταλισμός εξακολουθεί να διασπείρεται, όπως και οι συγκρούσεις, είτε στη Συρία είτε στον Λίβανο κ.ο.κ.

Το Κυπριακό είναι ένα πολύ αναχρονιστικό πρόβλημα, στηριγμένο σε λογικές περασμένων αιώνων που ήθελαν τη δύναμη μιας χώρας να αντλείται από την επέκταση των εδαφών που ελέγχει. Με αυτή την οπτική εισέβαλε η Τουρκία στην Κύπρο και δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι έχει εγκαταλείψει αυτό τον τρόπο σκέψης. Το σίγουρο είναι όμως ότι το Κυπριακό ως πρόβλημα δεν έχει σύγχρονη λογική να υφίσταται, αν και έχει χιλιάδες ιστορικούς λόγους να υπάρχει. Και επειδή ακριβώς όχι μόνο δεν έχει λογική, αλλά προκαλεί και ένα σωρό προβλήματα με την ύπαρξή του, φυσιολογικά όλοι θέλουν την επίλυσή του, ο καθένας για τους δικούς του λόγους. Οι ΗΠΑ, οι Βρετανοί, οι Ευρωπαίοι, οι Ρώσοι, οι Ισραηλινοί, ο ΟΗΕ.


Οι οπτασιαστές των συνωμοσιών και οι λάτρεις των εκβιασμών ετοιμάζονται για τον νέο τους εμφύλιο στο Κυπριακό


Τη λύση του Κυπριακού (με ανεκτό ασφαλώς τρόπο) θα έπρεπε να επιδιώκουμε και εμείς, διότι αλλιώς παραχωρούμε στην Τουρκία μέρος της πατρίδας μας, έχοντας την ψευδαίσθηση ότι με αυτό τον τρόπο στο διηνεκές θα έχουμε το κεφάλι μας ήσυχο. Το μήνυμα της επιθυμίας για λύση δεν το στέλνουμε όμως. Καμία από τις δύο τάσεις που διαμορφώθηκαν το 2004 και εξακολουθούν να οργιάζουν, αυτοτροφοδοτούμενες από τις αυτοσχέδιες θεωρίες συνωμοσίας που κατασκευάζουν.

Ο διεθνής παράγοντας στέλνει τον τελευταίο καιρό δύο ξεκάθαρα μηνύματα. Το ένα είναι προς την Τουρκία. Ότι δεν μπορεί να απειλεί με πόλεμο προσπαθώντας να αποτρέψει την Κύπρο από το να αξιοποιήσει τον φυσικό της πλούτο. Το άλλο είναι προς εμάς. Ότι πρέπει να δούμε τους υδρογονάνθρακες ως καταλύτη για την επανένωση της Κύπρου και όχι ως συντελεστή της οριστικής διχοτόμησης. Λογικά και τα δύο, εφόσον στοχεύουν στην ειρηνική επίλυση και όχι στην ένταση.

Η χώρα μας, με τους υδρογονάνθρακες, αδιαμφισβήτητα αποκτά ένα ατού στη διαπραγμάτευση, το οποίο λειτουργεί, όσο μπορεί, εξισορροπητικά έναντι της τουρκικής δύναμης. Η Τουρκία ξαναρχίζει σιγά-σιγά να καλοβλέπει την Ευρώπη, κάτι επίσης θετικό για εμάς, αν πράγματι το εννοεί. Το ερώτημα είναι: Θα καταφέρουμε να δημιουργήσουμε ευκαιρίες μέσα από αυτές τις εξελίξεις ή θα τις υπονομεύσουμε και πάλι από μόνοι μας;

Προς το παρόν, πέρα από πρωτοβουλίες του Προέδρου και του ΥΠΕΞ, που με την πρόταση για την Αμμόχωστο και τη διεργασία για ένταξη στον Συνεταιρισμό για την Ειρήνη επιχειρούν να ανατρέψουν το σε βάρος μας κλίμα, αυτό που βλέπουμε είναι να βγαίνουν από το μπαούλο τα φαντάσματα. Αυτά που από τη μια διασπείρουν τον τρόμο ότι οι ξένοι συνωμοτούν για να δώσουν στην Τουρκία το αέριο και να μας επιβάλουν κακή λύση, αλλά και εκείνα που προσπαθούν να μας πείσουν ότι χωρίς λύση δεν πρόκειται να βγάλουμε αέριο, γιατί οι ξένοι δεν θα μας αφήσουν. Σενάρια που όχι μόνο δεν στοιχειοθετούνται, αλλά κάνουν και τα δύο, ισόποση και τεράστια ζημιά στην πατρίδα μας. Μόνο και μόνο για να δικαιώσουν την πολιτική παρουσία και φιλοσοφία των συνωμοσιολάγνων εκατέρωθεν. Οι οποίοι εξακολουθούν να αδυνατούν να κοιτάξουν τη μεγάλη εικόνα.

Advertisements