Μας φωνάξατε;

Μας φωνάξατε;

Κατ’ αρχή η διαδικασία ήταν αίσχος. Αμφιβάλλω αν είδε κόσμος πολύς ολόκληρο το debate πέραν από τους πολύ κομματικοποιημένους. Μεγαλύτερο δράμα οι δημοσιογράφοι. Λογικό και πρέπον να ρωτήσεις για το σχέδιο Ανάν και το παρελθόν, αλλά έχεις 4 γύρους, οφείλεις να σταθείς και στο τι γίνεται σήμερα και στο μέλλον. Η βαρετή παρελθοντολογία που εξόντωσε το ενδιαφέρον είναι πρώτα απ’ όλα δική τους ευθύνη. Υπήρξαν στιγμές που ένοιωθες ότι βλέπεις βιντεοκασσέτα VHS σε βίντεο JVC.

Το Α’ ημίχρονο αναλώθηκε στην προσπάθεια και των 3 να αποδομήσουν την αξιοπιστία των ανθυποψηφίων τους. Και οι 3 όμως έχουν σοβαρές διαφοροποιήσεις και το παρελθόν και έτσι αλληλοεξουδετερώθηκαν. Ο κ. Μαλάς ήταν από τους πιο θερμούς υποστηρικτές του Ναι και το αποκύρηξε. Ο κ. Λιλλήκας ήταν το πρωτοπαλίκαρο του κ. Βασιλείου, ιδεών Γκάλι, επαναπροσέγγισης και έγινε ο πρωτοστάτης του Όχι και του Τάσσου Παπαδόπουλου. Ο κ. Αναστασιάδης πρωτοστάτης του Ναι, δήλωσε σεβασμό στο 76% και παρέπεμψε σε Εθνικό και διαπραγματευτή. Το επιχείρημα της ορθοκρισίας εξαντλήθηκε και ακυρώθηκε εξίσου ανάμεσα στους 3 υποψηφίους, στην πιο βαρετή, πολύωρη και σπαστική ανάγνωση παλαιών δηλώσεων που μπορούσε να υπάρξει ποτέ σε debate. Από όλους.

Ο κ. Μαλάς ήταν και πάλι συγκροτημένος αλλά χωρίς αιχμές. Είχε τις προκατασκευασμένες επιθέσεις του και προς τους 2 με καλές στιγμές, αλλά σαφώς δεν συναρπάζει. Χάθηκε σε κάποιες απαντήσεις αλλά φαινόταν πιο άνετος από τον κ. Λιλλήκα που είναι ο αντίπαλος του. Μεγάλο του τρωτό η απάντηση περι διαφορετικής δυνατότητας του να κρίνει ως πολίτης και ως ηγέτης, όπως και η μη γνώση περί Κυπριακού ως Υπουργός. Λες και κατέβηκε από τον ουρανό την ημέρα που χρίστηκε υποψήφιος. Ενδιαφέρον η σαφής αυτή τη φορά διαφοροποίηση του από τον κ. Χριστόφια για εποίκους και εκ περιτροπής. Θα ήταν πιο ωφέλιμο πιστεύω γι αυτόν, αν έκανε μια τέτοια διαφοροποίηση στην οικονομία. Στο Κυπριακό δεν θεωρώ ότι του προσθέτει.


Όταν στο Β’ μέρος ο Νίκος Αναστασιάδης απελευθερώθηκε από τους νομικισμούς, κέρδισε το debate


Ο κ. Λιλλήκας που στα σημεία ήταν πιο στρατηγικά σωστός ως εμφάνιση στο πρώτο debate, ήταν ο μεγάλος χαμένος της  βραδιάς. Πολύ αγχωμένος και επιθετικός, έψαχνε απεγνωσμένα και με κάθε μέσο να πλήξει κυρίως τον Αναστασιάδη. Τόσο πολύ και τόσο αγαρμπα που γύρισε μπούμεραγκ στο τέλος. Οι «εξυπναδίστηκες» αναφορές περί του αν διαβάζει ο Αναστασιάδης, τον Κασουλιδη ο οποίος απάντησε real time μέσω facebook, οι συνομωσιολογίες και η πολλοστή αναφορά στα εγγραφα Wikileaks ως κυριο επιχείρημα (υποκειμενικό ξαναζεσταμένο φαγητό), κούρασαν και έδειξαν κάποιον που απλά προσπαθεί από κάπου αλλού να σταθεί. Λογική η επίκληση του Τάσσου Παπαδόπουλου αλλά σε τέτοιο βαθμό που εξουθένωσε. Θες να γίνεις πρόεδρος, κάποια στιγμή πρέπει να είσαι αυτόφωτος. Οι περιπλανήσεις σε πολυπεριφεριακές και κάθε άλλης μορφής έννοιες του βιβλίου, θα γίνουν το επόμενο της βενζίνης του Μαλά. Το κλείσιμο του βγαλμένο από το παρελθόν. Η προσπάθεια να γίνουν οι εκλογές δημοψήφισμα, κατέρρευσε το 2008.

Ο κ. Αναστασιάδης εκανε ότι και οι άλλοι στο πρώτο μέρος του debate. Κούρασε ξανά διαβάζοντας ατέρμονες δηλώσεις των άλλων. Τα debate δεν είναι δικαστήριο. Ήταν όμως πολύ πιο άνετος, ήρεμος και προεδρικός από ότι στο 1ο debate. Στο Β’ μέρος ξεχώρισε. Έδωσε πολύ κάθετες και με αυτοπεποίθηση απαντήσεις για το σχέδιο Ανάν και τους «προδότες» όπου με μαγικό τρόπο σήκωσε το γάντι όταν ο κ. Λιλλήκας επιχείρησε να διαχωρίσει το 76% του Κυπριακού Ελληνισμού. Προφανώς το ένοιωσε και πιο απελευθερωμένος παρουσίασε το Κυπριακό σε μια πιο πραγματική διάσταση από τα ευχολόγια, ενώ μόνος επιχείρησε (όχι πλήρως) να δώσει ένα πλαίσιο δράσης για το μέλλον. Το κλείσιμο του για το αύριο και τη συναίνεση επικύρωσε τη στρατηγική που πέτυχε να υπηρετήσει στο 2ο μέρος. Απεδείχθει ότι προσεκτικός μεν αλλά πιο ελεύθερος ο κ. Αναστασιάδης κερδίζει πολύ περισσότερο παρά όταν είναι κουμπωμένος και «αυτοπεριορισμένος» σε νομικού τύπου στοιχεια και ανούσιες στρογγυλεμένες απαντήσεις.

Το 2ο debate βρίσκει τον Αναστασιάδη πιο δυναμωμένο εφόσον είτε συμφωνεί είτε διαφωνεί μαζί του κάποιος, είναι ο μόνος από τους 3 που έχει καποιο σχέδιο, χωρίς απλά να επικαλείται ευχες και τι δεν δέχεται. Το debate βρίσκει τη δημοσιογραφία της Κύπρου λαβωμένη εφόσον δεν πετυχαίνει να δημιουργήσει μια ενδιαφέρουσα συζήτηση. Δεν γίνεται δημοσιογράφοι να παρουσιάζονται πιο κολλημένοι και μονοθεματικοί από τους υποψήφιους. Να χάνουν την ουσία και να μυρικάζουν τηνλεπτομέρεια. Πολύ χάλια η διαδικασία με τον ίδιο δημοσιογράφο να ρωτάει 2 φορές τον ίδιο υποψήφιο και με περιορισμό του ελεύθερου διαλόγου. Γιατί; Αντί μπροστα, πήγαμε πίσω και σε τρόπο συζήτησης αλλά και στην ουσία. Debate φαντασμάτων έγραψε κάποια στιγμή σωστά ο Ανδρέας Παράσχος. Highlight του debate ασφαλώς το βιβλίο Λιλλήκα.

Μετά από σήμερα, οι swing και πιο ανοικτόμυαλοι ψηφοφόροι είναι σαφώς πιο απογοητευμένοι γενικώς. Επιβεβαιώνοντας τα γραφόμενα στο άρθρο «Οι έγκλειστοι», οι υποψήφιοι απευθύνονταν κυρίως στο καθαρά κομματικό και φανατικο τους ακροατήριο. Εκεί είναι που διαφοροποιήθηκε ο Νίκος Αναστασιάδης στο Β’ μέρος και κέρδισε. Το ότι πολλοι πίστευαν (λανθασμένα) ότι ο πρόεδρος του ΔΗΣΥ θα δυσκολευόταν στο Κυπριακό – κάτι που κάθε άλλο παρά έγινε – τον φέρνει μετά το debate πολύ πιο κοντά σε εκλογή, ισως και από τον 1ο γύρο.

Advertisements

rock-the-voteΣε ποιοτικό επίπεδο, δύο είναι τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά των πολυάριθμων δημοσκοπήσεων που διεξάγονται όλο αυτό το διάστημα. Το πρώτο αφορά το ενδιαφέρον των πολιτών που εξαντλείται σχεδόν αποκλειστικά στην οικονομία. Όλα τα άλλα έρχονται δευτερεύοντα. Ιδιαίτερα το Κυπριακό. Στην τελευταία έρευνα της “Κ”, 71% των ψηφοφόρων θεωρούν την διαχείριση της οικονομίας το κυριότερο προσόν που χρειάζεται ο επόμενος  πρόεδρος, ενώ η ικανότητα διαχείρισης του Κυπριακού καταγράφει μόλις 15%.

Το δεύτεροείναι ότι καμία προεκλογική εκστρατεία δεν έχει πετύχει να αγγίξει αυτό που κυριάρχησε να ονομάζεται “κοινωνία των πολιτών”. Τους πολίτες εκείνους που λίγο ή καθόλου δεν ενδιαφέρονται για την κομματική ζωή, αλλά επικεντρώνονται αποκλειστικά στην πορεία της χώρας. Είναι οι ψηφοφόροι που σε κάθε χώρα γέρνουν τελικά την πλάστιγγα του εκλογικού αποτελέσματος, εφόσον με σχετική ευκολία μετακινούνται από τον ένα χώρο στον άλλον.

Χωρίς να υιοθετώ τον ηλικιακό ρατσισμό που η στατιστική επιστήμη χρησιμοποιεί, η πραγματικότητα είναι ότι αυτά τα χαρακτηριστικά επικρατούν περισσότερο στις ηλικίες μεταξύ 25-40 περίπου ετών. Τις παραγωγικές όπως λέγονται. Είναι οι άνθρωποι που αγωνιούν πολύ περισσότερο για το μέλλον τους και την πορεία της χώρας παρά για το κόμμα τους, που έχουν τελειώσει τις σπουδές τους και ψάχνουν να βρουν δουλειά ή να στήσουν μια νέα επιχείρηση, που μόλις σχηματίζουν μια καινούργια οικογένεια και αγωνιούν αν θα μπορέσουν να ανταποκριθούν στις προσδοκίες τους για την ανατροφή των παιδιών τους.


Γιατί οι εκστρατείες δεν άγγιξαν την «κοινωνία των πολιτών»


Έτσι, κάθε προεκλογική εκστρατεία οφείλει να έχει ενιαίο μεν προσανατολισμό αλλά με δύο ομάδες – στόχους. Πρώτα είναι ασφαλώς η συσπείρωση των κομματικών και άλλων δυνάμεων και τάσεων που την υποστηρίζουν. Χωρίς αυτούς δεν πας πουθενά. Μετά όμως, είναι να απευθυνθείς σε χώρους και ομάδες του πληθυσμού που δεν “ανήκουν” στο κομματικό ακροατήριο. Είναι αυτοί που θα προκαλέσουν κοινωνική δυναμική και κλίμα ενθουσιασμού αν πειστούν. Που θα δημιουργήσουν συνθήκες κοινωνικής στήριξης τόσο προεκλογικά όσο και μετεκλογικά.

Αποτελεί την πιο κρίσιμη σπαζοκεφαλιά κάθε εκστρατείας να ευαισθητοποιήσει την ευρύτερη κοινωνία. Από τη μια διότι είναι πολύ δύσκολο να την πείσεις να σε ακούσει. Είναι εκ προοιμίου δύσπιστη και χρειάζεται όχι μόνο συγκεκριμένες προτάσεις, οράματα και στρατηγικούς σχεδιασμούς, αλλά και να αισθανθεί την διαδραστικότητα. Οι πολίτες αυτοί,  θέλουν την δυνατότητα να συνομιλήσουν και να προσθέσουν ή να προτείνουν πολιτικές διορθώσεις σε κάθε πολιτικό εγχείρημα. Την ίδια ώρα όμως, είναι τρομερά δύσκολο να τους “βρεις”. Δεν βλέπουν πολύ τηλεόραση, έχουν πολλές διαφοροποιήσεις στην καθημερινότητά τους, συζητάνε για αυτά τα ζητήματα κυρίως μεταξύ τους. Σαφώς δεν τους προσεγγίζεις στις “εύκολες” συγκεντρώσεις που πραγματοποιούνται στα καφενεία, συλλόγους και τοπικές επιτροπές του κάθε κόμματος.

Στην προσπάθεια να προσεγγιστεί η ευρύτερη “κοινωνία των πολιτών”, δεν συνδράμει καθόλου και ο μεγάλος κίνδυνος κάθε εκστρατείας, που δεν είναι άλλος από τον πολιτικό “εγκλεισμό” όσων συμμετέχουν σε αυτήν. Κακά τα ψέματα. Οι εκστρατείες έχουν ως σπονδυλική στήλη κομματικοποιημένους ανθρώπους που και κομματική ατζέντα διαθέτουν για την επόμενη μέρα, αλλά και τάσεις περιορισμού της οπτικής τους στον μικροπολιτικό μικρόκοσμο παρουσιάζουν. Φαινόμενα απολύτως φυσιολογικά.

Η λύση δεν είναι ασφαλώς να παραμεριστούν οι “κομματικοί” ή όσοι συμπεριφέρονται με τον συγκεκριμένο τρόπο. Το ζητούμενο όμως μιας καλής εκστρατείας είναι να υπάρχουν και οι μηχανισμοί που θα λειτουργούν πέραν από την κομματική ατζέντα, αδιαφορώντας για την επόμενη μέρα. Που θα μπορούν να λαμβάνουν τις παραστάσεις εκτός του κομματικού ακροατηρίου και να έχουν τη δύναμη να μην επηρεάζονται από το “λιβάνισμα” ή τα κουτσομπολιά που διακινούνται στα επιτελεία και τις “αυλές” που εκ των πραγμάτων δημιουργούνται γύρω από κάθε υποψήφιο. Συνήθως, οι άνθρωποι που σε μια εκστρατεία ασχολούνται με την ευρύτερη κοινωνία, αντιμετωπίζουν και την μήνη των υπολοίπων συμμετεχόντων, διότι δείχνουν να μην αντιλαμβάνονται τον δικό τους τρόπο σκέψης και τις δικές τους προτεραιότητες.

Καμιά εκστρατεία δεν δείχνει να κερδίζει αυτό το στοίχημα. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αποτυχίας όμως, είναι – όλως παραδόξως – αυτή του κ. Λιλλήκα. Η οποία ενώ είχε όλα τα εχέγγυα να λειτουργήσει εντελώς ελευθέρα, εντούτοις αυτοεγκλωβίστηκε και αυτοπεριορίστηκε στην ατζέντα των κατεξοχήν υποστηρικτών της. Ενώ είχε να πείσει για τη  σοβαρότητα και το καλύτερο και πιο αξιόπιστο προγράμματος εξόδου από την κρίση, περιπλανήθηκε σε κάθε θέση που προσωρινά έμοιαζε με καθαρά λαϊκιστικούς όρους ελκυστική. Και εξαιτίας αυτού, άρχισε ήδη να καταρρέει.

Μην μ' ακούς που σε βρίζω. Δανεικά θέλω...Είναι λυπηρό που η προεκλογική εκστρατεία διεξάγεται με αυστηρά προσωποπαγείς όρους. Με την αντιπαράθεση να αναλώνεται αποκλειστικά στην προσπάθεια του ενός να αποδομήσει την προσωπικότητα του άλλου. Η έλλειψη προτάσεων, στρατηγικών, συλλογικών στόχων και οραμάτων δεν μπορεί να αναδείξει ποιοτικά καμία εκλογική διαδικασία. Είναι ένα παιχνίδι τακτικής που δεν ενθουσιάζει κανένα σκεπτόμενο ψηφοφόρο και προκαλεί απογοήτευση και δυσπιστία στην «κοινωνία των πολιτών». Πολιτική φτώχεια που ξεδιπλώθηκε προκλητικά μπροστά μας στο ντιμπέιτ της περασμένης Δευτέρας.

Σε κάθε τέτοιου είδους διεργασία που στηρίζεται στη «δολοφονία χαρακτήρων» χρειάζεται και ο αποδιοπομπαίος τράγος τον οποίο οι υποψήφιοι θα χρησιμοποιήσουν σαν προπέτασμα καπνού για να καλύψουν τις δικές τους αδυναμίες. Στη δική μας περίπτωση, τον ρόλο αυτό παίζει η Καγκελάριος της Γερμανίας, Άνγκελα Μέρκελ, που κατέστη κεντρικό πρόσωπο των εκλογών.

Για να δούμε όμως ποια στ’ αλήθεια είναι η κατάσταση. Το κράτος μας, με δηλώσεις του μονίμως αισιόδοξου υπουργού Οικονομικών, έχει χρήματα μέχρι τον Μάρτιο. Το εάν το χρέος μας θα κριθεί βιώσιμο ή όχι, είναι ακόμη υπό την αίρεση της περίεργης έκθεσης Pimco. Περιθώρια άλλα για εσωτερικό δανεισμό δεν υπάρχουν, σε ένα κράτος που δανείστηκε μέχρι και από το English School για να πληρώσει μισθούς. Για δάνειο από τρίτη χώρα έστω και με διπλάσια επιτόκια, η απερχόμενη κυβέρνηση έκανε τα πάντα. Έχουμε καταλήξει σε μια προκαταρκτική συμφωνία με την Τρόικα, που προνοεί μια μεγάλη σειρά μέτρων λιτότητας. Προβλέπει ακόμη ιδιωτικοποίηση ημικρατικών οργανισμών, εάν το χρέος δεν κριθεί βιώσιμο. Οι οποίοι ημικρατικοί ασφαλώς και δεν έχουν κέρδη έξι δισ. ευρώ όπως μας είπε ο κ. Μαλάς τη Δευτέρα. Αν είχαν τόσα κέρδη σε κράτος με ολικά έξοδα εννέα δισ., τότε δεν θα πληρώναμε καν φόρους σαν πολίτες.


Τα αποτελέσματα του σε “βρίζω” και μετά σου ζητάω δανεικά τα έχουμε ήδη δει επί Χριστόφια


Σε αυτό το σκηνικό, απαιτείται μια επείγουσα συνταγή επίλυσης του άμεσου προβλήματος ρευστότητας και δημιουργίας συνθηκών επανεκκίνησης της χώρας. Το τελευταίο δε που χρειαζόμαστε από τον κάθε υποψήφιο είναι το τι δεν θα κάνει. Αν δεν θα υπογράψει δεύτερο μνημόνιο, αν θα διώξει την Τρόικα, αν δεν θα «ξεπουλήσει» ημικρατικούς οργανισμούς, αν θα πουλήσει αέριο μετά από μελέτες και εάν πετύχει η δεύτερη γεώτρηση κάποια στιγμή στο μέλλον, αλλά δεν υπάρχει σχέδιο Β΄. Αυτά τα ακούγαμε και επί αναποφασιστικού και αναβλητικού Χριστόφια, ο οποίος δεν θα επέτρεπε να πειραχθεί η ΑΤΑ μέχρι που ουσιαστικά καταργήθηκε, δεν συζητούσε καν για ημικρατικούς και η Eurocypria έκλεισε, διαβεβαίωνε τους δημοσίους υπαλλήλους ότι δεν θα τους πείραζε κανείς, μέχρι που μείωσε μισθούς πολύ περισσότερο από την αξία του 13ου.

Αυτό που ζητούμε να ακούσουμε, είναι το τι προτείνει ο καθένας για να μας βγάλει από τη δύσκολη θέση. Και εάν θεωρεί την αποφυγή ιδιωτικοποίησης ημικρατικών επιτακτική, το πώς θα την αποφύγει. Με ποιο σχέδιο και με τι λεφτά θα φέρει ανάπτυξη. Γιατί η ανάπτυξη χωρίς σχέδιο και περιεχόμενο, είναι το μεγαλύτερο πολιτικό ανέκδοτο.

Αντί αυτών, οι κ.κ. Μαλάς και Λιλλήκας επέλεξαν να προσωποποιήσουν τα δικά μας προβλήματα στην κ. Μέρκελ, προκειμένου να την ταυτίσουν με τον κ. Αναστασιάδη. Μα είναι η Άνγκελα που σκορπούσε δανεικά; Ή μήπως αυτή αγόραζε ομόλογα για λογαριασμό των κυπριακών τραπεζών;

Την κ. Μέρκελ από αυτή τη στήλη την έχω στηλιτεύσει επανειλημμένα για τη διαχείριση της κρίσης. Έκανε κακό πιστεύω στην Ευρώπη και στην ευρωπαϊκή ιδέα. Δεν μπορώ όμως να την κατηγορήσω για το ότι θέλει να διασφαλίσει την επιστροφή των χρημάτων που θα μας δανείσει ο Γερμανός φορολογούμενος, ο οποίος δεν φταίει αν εμείς σκορπούσαμε δανεικά και σήμερα δεν έχουμε.

Την πολιτική του βρίζουμε και μετά ζητάμε δανεικά που εφαρμόζουν ο κ. Μαλάς και ο κ. Λιλλήκας, την είδαμε και επί Χριστόφια και να που καταλήξαμε. Και δεν αντιλαμβάνομαι γιατί ο κ. Αναστασιάδης επέλεξε εν μέρει να δικαιολογείται για την κ. Μέρκελ, παραπέμποντας σε μια… κολόνα… Ασφαλώς ο ηγέτης μιας χώρας οφείλει να διεκδικεί. Το εάν θα το κάνει βρίζοντας ή συνομιλώντας, είναι επιλογή που κατ’ εμέ έχει μία και μόνη απάντηση. Άλλωστε, η πολιτική κρίνεται εκ του αποτελέσματος. Και τα αποτελέσματα των Δονκιχωτισμών είναι ήδη μπροστά μας…

Υπάρχει τεράστια διαφορα.Σε όποιον με ρώταγε μέχρι σήμερα την πρόβλεψή μου για το εκλογικό αποτέλεσμα, απαντούσα ότι αναμένω εκλογή Αναστασιάδη αλλά κανείς δεν μπορεί να ξέρει αν θα είναι από τον πρώτο ή τον δεύτερο γύρο πριν περάσουν τα Χριστούγεννα. Διότι στο δεκαπενθήμερο μαζεύονται στο γιορτινό τραπέζι όλες οι κυπριακές οικογένειες και όλες οι παρέες συναντιούνται συχνά σε αμέτρητες κοινωνικές δραστηριότητες. Κυρίαρχο θέμα συζήτησης στις συνευρέσεις είναι οι εκλογές και –εν πολλοίς– σε όλη αυτή τη διεργασία διαμορφώνονται οι δυναμικές που θα οδηγήσουν στο τελικό αποτέλεσμα. Κάθε υποψήφιος «θερίζει» ό,τι «έσπειρε» στην προεκλογική εκστρατεία μέχρι εκείνη τη στιγμή, ενώ οι πολίτες συζητούν και «εκτίθενται» στους δικούς τους ανθρώπους.

Το πιο εντυπωσιακό είναι ότι τα εκλογικά επιτελεία παραμένουν στο σκότος για το τι συμβαίνει. Δημοσκοπήσεις δεν πραγματοποιούνται, ενώ πληροφορίες έρχονται με το σταγονόμετρο. Το τι τελικά έγινε, το μαθαίνουμε όλοι μετά από τις μετρήσεις, αλλά και –κυρίως– από το πολιτικό αισθητήριο που μπορεί να διαθέτει ο καθένας. Τώρα που πέρασαν λοιπόν οι γιορτές και πριν από το νέο κύμα δημοσκοπήσεων, καλύτερα να καταθέσω δημοσίως την αίσθησή μου ότι πάμε για εκλογές ενός γύρου, ή –στη χειρότερη– για εκλογές δύο γύρων με τον Νίκο Αναστασιάδη να βρίσκεται τόσο κοντά στο 50%, που δεν θα έχει καμία σημασία ποιος θα είναι ο δεύτερος. Η εξήγηση είναι καθαρά πολιτική.

Ο κ. Μαλάς έχει στόχο να συσπειρώσει το ΑΚΕΛ και να περιορίσει την αποχή. Περιθώριο άντλησης ψήφων από άλλους χώρους δεν υπάρχει. Μάλλον θα είναι δεύτερος τελικά. Το σίγουρο όμως είναι ότι κανείς δεν θα τον θυμάται μετά τις εκλογές. Όχι μόνο γιατί κανείς μας δεν μπορεί να ανακαλέσει έστω μία τοποθέτηση ή ενέργειά του, αλλά και διότι ο κ. Χριστόφιας τού καταστρέφει κάθε αμυδρή ελπίδα να αναδειχθεί ως προσωπικότητα. Το ντελίριο καθημερινών δηλώσεων του Προέδρου στην απέλπιδα προσπάθεια να διασώσει κάτι από την υστεροφημία του, έχει αφαιρέσει από τον κ. Μαλά ακόμη και το χαρακτηριστικό του σοβαρού τεχνοκράτη. Τον έχουν καταντήσει «κομπάρσο», έναν «υποψήφιο φάντασμα». Η αποχή από το ΑΚΕΛ θα είναι σημαντική.


Η ανυπαρξία Μαλά και ο αυτοεγκλωβισμός Λιλλήκα, φερνουν εκλογή Αναστασιάδη από την 1η Κυριακή


Ο κ. Λιλλήκας αδιαμφισβήτητα είναι η πιο ενδιαφέρουσα περίπτωση των εκλογών. Ξεκίνησε με σκοπό να σπάσει τα κομματικά μαθηματικά, διεισδύοντας σε όλους τους χώρους. Κάποια στιγμή, γύρω στον Οκτώβριο, φάνηκε να τα καταφέρνει. Δεν μπόρεσε όμως να το διαχειριστεί και αυτοεγκλωβίστηκε. Εκλογές για το αύριο μιας χώρας σε οικονομική δυσπραγία δεν κερδίζονται επειδή «τρίζουν τα κόκκαλα του Τάσσου», ούτε για το Σχέδιο Ανάν, ούτε για τα φαντάσματα και τις συνωμοσίες που επικαλείται καθημερινά. Όσοι πιστεύουν σε αυτά, είναι ήδη μαζί του. Το ζητούμενό του ήταν να πείσει ότι μπορεί να διαχειριστεί την εξουσία πιο αξιόπιστα και πιο αποτελεσματικά από τον κ. Αναστασιάδη. Ότι έχει τους ανθρώπους και το πολιτικό βάρος να ηγηθεί. Αντ’ αυτού, ο Γιώργος Λιλλήκας τρόμαξε τους πάντες με τις αλλοπρόσαλλες και επικίνδυνες τοποθετήσεις του. Από υποψήφιος του μέλλοντος κατέστη υποψήφιος του παρελθόντος. Μάλλον παρελθόν θα αποτελέσουν και αρκετοί που κάποια στιγμή είδαν με καλό μάτι την υποστήριξή του.

Ο κ. Αναστασιάδης ακολούθησε μια εντελώς συντηρητική στρατηγική, απευθυνόμενος αποκλειστικά στο κομματικό ακροατήριο του ΔΗΚΟ και του ΕΥΡΩΚΟ, από την ώρα που ο Συναγερμός ήταν ήδη συσπειρωμένος. Θέλησε να δώσει το μήνυμα της αναγκαίας επιλογής, που δεν προκαλεί μεν ενθουσιασμό, αλλά είναι η πλέον ασφαλής σε αυτή την κρίσιμη στιγμή. Το πέτυχε με την τεράστια κατάκτησή του να συνεργαστεί με το ΔΗΚΟ, τη βαρετή εκστρατεία μηδενικού ρίσκου, αλλά και την αμέριστη συνδρομή από τη ματαιοδοξία Χριστόφια και τις ακροβασίες Λιλλήκα. Σημαντικότατα γεγονότα, όπως το συνέδριο του ΕΛΚ με την παρουσία τόσων Ευρωπαίων ηγετών στο πλάι του, καθιστούν ακόμη περισσότερο την εκλογή Αναστασιάδη «αναπόφευκτη», όπως αναπόφευκτη θα είναι και η ροή ψηφοφόρων προς την υποψηφιότητά του μέχρι τις εκλογές.

Το μόνο που μπορεί να ανατρέψει το σκηνικό εκλογών ενός γύρου θα είναι μια «εξωπραγματική» παρουσία Λιλλήκα στα ντιμπέιτ ή –αντιστοίχως– μια «αυτοκτονική» παρουσία Αναστασιάδη. Δεν τα αναμένω. Ο πρόεδρος του ΔΗΣΥ είναι «παλιά αλεπού» σε κάτι τέτοια. Και το παράδειγμα προς αποφυγήν του Ομπάμα στο πρώτο ντιμπέιτ πολύ πρόσφατο.

ORFANIDESΔεν μπορεί, να διανύουμε την χειρότερη Εθνική καταστροφή μετά το 1974 και να μην είναι σαφές το τι και ποιοι έφταιξαν για να φθάσουμε μέχρις εδώ. Ούτε και μπορούμε να καταλήξουμε σε συμπεράσματα, μέσα από τους παράλληλους μονόλογους που διεξάγονται μεταξύ του κ. Χριστόφια και του συστήματος που απέμεινε να τον στηρίζει από τη μια και του κ. Αθανάσιου Ορφανίδη από την άλλη. Όχι μόνο γιατί η διαδικασία από μόνη της είναι ακατάλληλη, αλλά και διότι το πλαίσιο και το επίπεδο μέσα στο οποίο γίνεται αυτή η ανταλλαγή κατηγοριών, δεν τιμά ούτε τους θεσμούς, ούτε και τη δημοκρατία μας.

Δεν κρύβω ότι εκ φύσεως, το γεγονός ότι ο πρόεδρος επέλεξε τον κ. Ορφανίδη για να τον καταστήσει τον αποδιοπομπαίο τράγο της οικονομικής δυσπραγίας, μου προκαλεί συμπάθεια απέναντί του. Είναι ένας και έχει να αντιμετωπίσει τον τεράστιο μηχανισμό προπαγάνδας που έχουν στήσει Κυβέρνηση, ΑΚΕΛ και νέα διοίκηση της Κεντρικής που δουλεύει με τόση μανία εναντίον του λες και επιθυμεί να τον συνθλίψει με οποιονδήποτε τρόπο. Από την άλλη όμως, δεν μπορώ να αποδεχθώ τη θέση του κ. Ορφανίδη, ότι όλα ήταν καλά επί των ημερών του και το πρόβλημα με τις τράπεζες προέκυψε την επόμενη της αποχώρησης του.

Οι πραγματικότητες είναι εκεί και είναι αμείλικτες. Το κράτος μας, υπολείπεται 10 δισεκατομυρίων ευρώ. 7.5 που θα πάρουμε από τον μηχανισμό και 2.5 που έχουμε ήδη πάρει από τη Ρωσία. Η Κύπρος δεν μπορούσε να δανειστεί από τις αγορές τον Μάιο του 2011, πολύ πριν το Ελληνικό κούρεμα, ακόμη και πριν από την έκρηξη στο Μαρί και τις τεράστιες και αλυσιδωτές αρνητικές συνέπειες που μας επιφόρτωσε. Ο κ. Ορφανίδης έχει δίκιο σ’ αυτό.


Είναι υποχρέωση μιας συντεταγμένης πολιτείας να αποδίδει ευθύνες για πρόκληση ζημιάς στον τόπο


Και όσο και αν είναι αλήθεια ότι η Κύπρος αντιμετωπίζει διαρθρωτικά προβλήματα δεκαετιών, εντούτοις ο απερχόμενος πρόεδρος ήταν εκείνος που είχε να αντιμετωπίσει την κρίση και τη διαφαινόμενη χρεωκοπία. Ψηφίστηκε από τον λαό για να διαχειριστεί τις τύχες του και όχι τα προσωπικά του κολλήματα και την ανάγκη να το παίζει εργατοπατέρας καταδικάζοντας στην πράξη την εργατειά. Ο κ. Χριστόφιας ελέγχεται, πρώτο γιατί ποτέ δεν αντιλήφθηκε και δεν αναγνώρισε το πρόβλημα, δεύτερο γιατί δεν έκανε τίποτα για να το αποτρέψει, τρίτο διότι με τις ενέργειες του όπως τις αστόχευτες κοινωνικές παροχές των πρώτων ετών το επέτεινε δραματικά και τέταρτο διότι διότι άφησε τη χώρα ακυβέρνητη ουσιαστικά μέχρι ένα κλικ πριν την κατάρρευση.

Είναι η σκληρή πραγματικότητα ακόμη, ότι η μανία με την οποία επιχειρεί εδώ και 7 μήνες ο να μεταθέσει ολόκληρη την ευθύνη στις τράπεζες, δεν αποτελεί καλή υπηρεσία προς τον τόπο. Είναι αδιανόητο ο πρόεδρος μιας χώρας να δυσφημεί χωρίς καμιά αναστολή και όριο την πηγή από την οποία ζει η χώρα του, όσα πραγματικά προβλήματα και εάν αυτή έχει. Ουδέποτε δε, πήραμε απάντηση για το γιατί στην απόφαση για το Ελληνικό κούρεμα, ο κ. Χριστόφιας δεν διεκδίκησε τίποτα για την Κύπρο, όπως έκανε και πέτυχε η Ελλάδα για το δικό της τραπεζικό σύστημα.

Από την άλλη όμως, το ότι “ο πρόεδρος δεν του μιλούσε”, δεν μπορεί να σταθεί σαν δικαιολογία για τον κ. Ορφανίδη. Είτε σου μιλά, είτε δεν σου μιλά, είσαι Διοικητής της Κεντρικής και οφείλεις να προειδοποιήσεις την Κυβέρνηση για τις συνέπειες ενός επερχόμενου κουρέματος. Ο κ. Ορφανίδης τότε μιλούσε εναντίον του κουρέματος γενικά ως Ευρωπαϊκή διαδικασία. Δεν έχουμε δει, ούτε ακούσει κανένα στοιχείο που να υποστηρίζει ότι προειδοποίησε για τις συνέπειες που αυτό θα είχε στην Κύπρο. Οι τύχες του τόπου δεν μπορούν να καθυποτάσσονται σε καμιάς μορφής “τατσιλλίκι”.

Ακόμη δε και αν δεχθεί κάποιος το επιχείρημα ότι η κυβέρνηση από μόνη της φούσκωσε το τραπεζικό πρόβλημα (θέση που και εγώ υιοθετώ), εντούτοις το πρόβλημα είναι υπαρκτό και μεγάλο. Και ο κ. Ορφανίδης πιθανόν να έχει ευθύνες για το πραγματικό του ύψος, όπως και ο κ. Δημητριάδης πιθανόν να έχει ευθύνες για τη διόγκωσή του, προκειμένου να εξυπηρετηθεί η ΑΚΕΛική προπαγάνδα.

Είναι υποχρέωση μιας συντεταγμένης πολιτείας να έχει θεσμούς που να μπορούν να ερευνήσουν και να αποδώσουν ευθύνες για την πρόκληση ζημιάς στον τόπο. Ευθύνες πρώτα απ’ όλα πολιτικές. Και αυτή είναι δουλειά του κοινοβουλίου. Είτε από μόνο του, είτε με βοήθεια πιο ειδικών. Γιατί η αίσθηση της ατιμωρισίας που επικρατεί, κάθε άλλο παρά συμβάλλει στο να είμαστε μια συντεταγμένη κοινωνία.