Πώς τα φέρνει ο καιρός… Εκεί που η Ελλάδα δείχνει επιτέλους να παίρνει λίγο τα πάνω της, εδώ στην Κύπρο βυθιζόμαστε στην καταχνιά και την αβεβαιότητα. Έχει καιρό που αισθάνομαι ότι χρωστάω έναν καλό λόγο στον Αντώνη Σαμαρά. Όχι μόνο επειδή δεν ήμουν φιλικά προσκείμενος προς το πρόσωπό του, αλλά και διότι αναγνωρίζω το τι έχει πετύχει μέχρι σήμερα ως πρωθυπουργός. Έχει ιδιαίτερη σημασία και για την Ελλάδα και για την Κύπρο να δούμε τι έγινε από τον Ιούνιο μέχρι σήμερα. Διότι τον Ιούνιο που ανέλαβε η νέα Ελληνική Κυβέρνηση, η Κύπρος συνειδητοποίησε επιτέλους το τεράστιο οικονομικό της πρόβλημα και κάλεσε την Τρόικα για να τη βοηθήσει.

Η μεγάλη αλλαγή στην Ελλάδα έγινε από την ώρα που εμφανίστηκε πρωθυπουργός με συγκεκριμένο σχέδιο για το τι ήθελε να γίνει. Προπαντός με όρεξη για σκληρή δουλειά, κάτι που δεν χαρακτήριζε τους προκατόχους του. Ο κ. Σαμαράς υπηρέτησε με τεράστια προσήλωση τους έξι στόχους που προφανώς έθεσε για την πρώτη του περίοδο.

Πρώτον, να ανακτήσει η Ελλάδα αξιοπιστία διεθνώς, αποδεικνύοντας την αποφασιστικότητα να μην κρύψει άλλη μια φορά τα προβλήματα κάτω από το χαλί, αλλά να υλοποιεί τις συμφωνίες. Πετυχαίνοντάς το αυτό, σταμάτησε σχεδόν ολοκληρωτικά η συζήτηση για έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ. Δημιουργήθηκε έτσι κλίμα ασφάλειας και σταθερότητας, στοιχείο απαραίτητο για κάθε μορφής επενδυτική δραστηριότητα. Σταμάτησε δε η άτακτη έξοδος κεφαλαίων προς το εξωτερικό.


Το κυρίαρχο όταν χρεοκοπείς δεν είναι αν θα πονέσεις και πόσο, αλλά μέχρι πότε θα πονάς


Η Ελλάδα πετυχαίνει σήμερα τόσο την επιμήκυνση, όσο και την άμεση εκταμίευση πολύ μεγαλύτερης δόσης. Όσο και αν το νέο Μνημόνιο είναι ασφαλώς χειρότερο από εκείνο που αναμενόταν, εντούτοις, το κλίμα που δημιουργείται, σε συνδυασμό με τα χρήματα που θα μπουν επιτέλους στη διψασμένη ελληνική αγορά με το κράτος να ξεχρεώνει τα χρωστούμενα του προς τις επιχειρήσεις, προκαλούν αισιοδοξία ότι το πράγμα αλλάζει.

Με λίγα λόγια, ο κ. Σαμαράς πέτυχε τη δημιουργία κλίματος ασφάλειας, την ανάκτηση αξιοπιστίας, το να πάρει η χώρα ανάσα και να εξασφαλίσει κάποια ρευστότητα για να κινηθεί η αγορά. Μπήκε η βάση για να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις επανεκκίνησης της οικονομίας. Δόθηκε, μάλιστα, και το σύνθημα της επανεκκίνησης με την ανακοίνωση των συμφωνιών με Hewlett-Packard και Unilever, αμέσως μετά το Eurogroup. Δύο παγκόσμια μεγαθήρια μεταφέρουν σοβαρό μέρος των περιφερειακών δραστηριοτήτων τους στη χώρα, στέλνοντας το μήνυμα στο εσωτερικό και το εξωτερικό ότι η Ελλάδα, αντί μια χαμένη και επικίνδυνη υπόθεση, αρχίζει να γίνεται ενδιαφέρων επενδυτικός προορισμός.

Ασφαλώς και τα πράγματα για τον ελληνικό λαό δεν είναι ρόδινα. Κάθε άλλο. Κόσμος πεινάει, οι νέοι δίνουν ένα δραματικό αγώνα στοιχειώδους επιβίωσης, το βοιωτικό επίπεδο του μέσου Έλληνα πολίτη κατρακυλάει. Όσο και αν ακούγεται κυνικό όμως, αυτά θα γινόντουσαν ούτως ή άλλως, από την ώρα που η χώρα είτε θα έμπαινε στο Μνημόνιο είτε θα χρεοκοπούσε. Το θέμα σε αυτές τις περιπτώσεις δεν είναι αν θα πονέσεις και πόσο, αλλά μέχρι πότε θα πονάς και πώς θα το αντιστρέψεις. Το ζήτημα είναι το χρονικό ορόσημο που θ’ αγωνίζεσαι να φτάσεις, πιστεύοντας ότι εκεί θα ανατείλουν καλύτερες μέρες. Ο κ. Σαμαράς, αφότου πέτυχε τους πρώτους 5 στόχους του τόλμησε να το θέσει, με την αναφορά ότι στο τέλος του 2013 αρχίζει η ανάκαμψη. Στέλνοντας το μήνυμα στον ελληνικό λαό να σφίξει τα δόντια για ένα χρόνο ακόμη, αλλά με την απτή προοπτική των θετικών εξελίξεων αυτή τη φορά.

Στην Κύπρο την ίδια ώρα στρατηγική δεν υπάρχει. Η αξιοπιστία μας είναι στα πατώματα με το Προεδρικό να αντιμάχεται τον υπουργό Σιαρλή, τον Δημητριάδη, τις τράπεζες, την Τρόικα. Η ρευστότητα είναι στο μηδέν και η ανακεφαλαίωση των τραπεζών παραπέμπεται για το 2014! Όχι μόνο το ορόσημο της ανάκαμψης αγνοείται, αλλά η πιθανότητα να μείνουμε στην αβεβαιότητα άλλους εννέα μήνες, ενσπείρει τον πανικό για κλείσιμο τραπεζών, επιχειρήσεων και άλλων δεκάδων χιλιάδων ανέργων. Το κυριότερο; Εδώ, αντί ο ηγέτης να δίνει το σύνθημα ότι είναι ώρα να σηκώσουμε μανίκια και να πιάσουμε δουλειά και πάλι κρύβεται. Έχοντας μοναδικό στόχο να μετακυλίσει ξανά τις ευθύνες του αλλού, αλλά και πλήρη επίγνωση της ζημιάς που προκαλεί αυτή τη φορά.

Advertisements

Οι προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ δίνουν σε όλο τον κόσμο κάθε φορά σύγχρονα πρότυπα πολιτικής, επικοινωνίας, διαφήμισης, στρατηγικής και οργάνωσης. Και στο ερώτημα αν αυτές οι εκλογές ήταν χρήσιμες, η απάντηση είναι απόλυτα θετική. Με τη μόνη διαφορά ότι τα στοιχεία που μας κληροδοτούν είναι πολύ περισσότερο παραδείγματα προς αποφυγή παρά προς μίμηση. Ο Μπαράκ Ομπάμα κέρδισε τελικά ασθμαίνοντας και με εξαιρετικά ισχνή διαφορά την αναμέτρηση, πολύ περισσότερο γιατί οι Αμερικανοί πολίτες τον φοβούνταν λιγότερο από τον Μιτ Ρόμνεϊ παρά διότι πίστευαν σε αυτόν.

Πολιτικά, ο Ομπάμα είναι προφανές ότι κατά τη διάρκεια της τετραετίας του απέτυχε να μετουσιώσει σε πράξη το όραμα της αλλαγής που τόσο αριστοτεχνικά καλλιέργησε πριν την πρώτη εκλογή του. Είναι ελάχιστες οι φορές στην πολιτική ιστορία του κόσμου, όπου ηγέτης λαμβάνει ξεκάθαρη λαϊκή εντολή να αλλάξει ριζικά τα πράγματα. Και πιο σπάνιες ακόμη είναι οι περιπτώσεις που ο έχων την εντολή επιτυγχάνει να την ικανοποιήσει.

Συνήθως, ειρηνική κοινωνική επανάσταση χάνεται στα πλοκάμια της μικροπολιτικής και της γραφειοκρατίας. Επιχειρώντας λοιπόν για τέσσερα χρόνια ο Αμερικανός πρόεδρος να ισορροπήσει μεταξύ των γερουσιαστών και των βουλευτών, ξέχασε τους πολίτες που τον εξέλεξαν και αποτελούσαν την πραγματική του πηγή πολιτικής ισχύος. Τα αργά βήματα και οι συνεχείς υποχωρήσεις δεν άφηναν ευχαριστημένο κανένα. Ούτε τους δικούς του, ούτε τους αντιπάλους. Μπήκε στη νέα αναμέτρηση χωρίς ενθουσιασμό, νερόβραστος, αλλά και με την κάλπικη βεβαιότητα ότι ο κόσμος δεν θα επέλεγε το ρίσκο του Μιτ Ρόμνεϊ.


Στην ιστορία μένουν οι ηγέτες που τολμούν και όχι αυτοί που φοβούνται τη σκιά τους


Οι Ρεπουμπλικάνοι από την άλλη επέλεξαν υποψήφιο με σωστά κριτήρια. Είχε το τεκμήριο της σύνθεσης, όντας κυβερνήτης σε μια δημοκρατική πολιτεία, δεν είχε την ακραία εικόνα που χαρακτηρίζει τα τελευταία χρόνια το κόμμα του, ειδικά μετά την άνθηση του ακραίου Tea Party. Από την άλλη όμως, ο κ. Ρόμνεϊ, που υπηρέτησε με αξιοθαύμαστο τρόπο την ανάγκη να αποδείξει ότι έχει το “μέταλλο” να ηγηθεί, απέτυχε οικτρά σε δύο κορυφαία ζητήματα.

Οι συνεχείς εναλλαγές θέσεων διαμετρικά αντίθετων δημιούργησαν τεράστιο ζήτημα αξιοπιστίας. Η δε ανάγκη να αποδεικνύει καθημερινά ότι είναι αρκετά Ρεπουμπλικάνος έκανε το χάσμα μεταξύ του και των διαφόρων μειονοτήτων και πιο ελεύθερα σκεπτόμενων τεράστιο. Δεν επιτρέπεται στην Αμερική του 2012 να αφήνεις χωρίς καταδίκη απόψεις περί δώρων του Θεού, άμα πρόκειται για κύηση που αποτελεί προϊόν βιασμού. Κουβέντες δε για ένα 47% των πολιτών που δεν σε ενδιαφέρουν, δεν τις λες ούτε στο κρεβάτι με τη γυναίκα σου.

Ο Μιτ Ρόμνεϊ έκανε ασφαλώς την καλύτερη καμπάνια από τους δύο. Ξεκίνησε από τη θέση του χαμένου αουτσάιντερ και έφτασε να διεκδικεί την προεδρία ψήφο με ψήφο. Έφερε το επικοινωνιακό παιγνίδι εκεί όπου οι Ρεπουμπλικάνοι μπορούν καλύτερα. Στο να καταστρέψουν τον αντίπαλο, μέσα από ένα απίστευτο ρεσιτάλ προπαγάνδας. Παιγνίδι που ενστερνίστηκε απολύτως ο Ομπάμα για να κρύψει τις πολιτικές του αδυναμίες. Είχαμε την προεκλογική εκστρατεία με το μεγαλύτερο ποσοστό αρνητικής διαφήμισης, εφόσον 86% εκείνων του Ομπάμα και 79% εκείνων του Ρόμνεϊ ήταν αρνητικές για τον αντίπαλο. Και ασφαλώς ήταν το πρώτο debate. Με τον αέρα του φαβορί και την ασφάλεια των δημοσκοπήσεων, ο Ομπάμα πήγε με τη στρατηγική του “ώριμου φρούτου” να την βγάλει “καθαρή”, αυτοακυρώνοντας τις αρετές του. Αντιθέτως ο Ρόμνεϊ άρπαξε την ευκαιρία από τα μαλλιά, πείθοντας ότι μπορεί να είναι πρόεδρος.

Οι αιτίες που ο Ομπάμα κέρδισε τις εκλογές είναι βασικά τέσσερεις. Αρχικά, η αδυναμία Ρόμνεϊ να ξεπεράσει τα σκληρά ρεπουμπλικάνικα “δεσμά” προκαλώντας φόβο σε μεγάλες ομάδες πολιτών. Μετά ήταν η οργανωτική δεινότητα του επιτελείου Ομπάμα ειδικά στις αστικές περιοχές να διασφαλίσει τη συμμετοχή. Ο τρίτος ήταν ασφαλώς η διαχείριση του τυφώνα “Σάντι”. Ο κύριος όμως λόγος δεν ήταν ο Ομπάμα, αλλά ο Μπιλ Κλίντον.

Διότι το δίλημμα των εκλογών τελικά ήταν: “Τι θέλετε; Πολιτικές Μπους ή πολιτικές Κλίντον;”. Οι παρεμβάσεις Κλίντον ήταν η αιχμή του δόρατος, ενώ ο ίδιος υπέγραφε πληθώρα ηλεκτρονικών μηνυμάτων της εκστρατείας. Αποδεικνύοντας ότι στην ιστορία μένουν οι ηγέτες που τολμούν και όχι αυτοί που φοβούνται τη σκιά τους.

Δεν υπάρχει σπίτι, χώρος εργασίας δημόσιος ή ιδιωτικός, καφενείο, εστιατόριο, πανεπιστήμιο ή οποιοσδήποτε άλλος χώρος που να μη συζητάει ένα πράγμα. Το τι θα γίνει με την οικονομία, αν θα υπογραφεί Μνημόνιο, τι γίνεται με τις τράπεζες, τι θα κληθεί ο καθένας μας να επιβαρυνθεί. Άλλη κουβέντα ξεκινάει μόνο με σκοπό να σπάσει τη μίζερη διάθεση στην οποία η κοινωνία έχει περιέλθει.

Τέσσερα χρόνια απραξίας μάς οδήγησαν στο σήμερα, να συζητάμε με την Τρόικα με το πιστόλι στον κρόταφο, προ του φάσματος της αδυναμίας καταβολής μισθών και συντάξεων τον Δεκέμβριο. Άκουγα μάλιστα προχθές τον υπουργό Οικονομικών να δηλώνει ότι δεν θα είναι το τέλος του κόσμου αν δεν προλάβουμε να συνομολογήσουμε συμφωνία πριν, αλλά θα μπορέσουμε να τα «βολέψουμε» με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Διατηρώ τις επιφυλάξεις μου, αλλά ας θεωρήσουμε ότι μπορεί να έχει δίκιο.

Δεν το κρύβω ότι εξοργίζομαι από αυτή την ατζέντα. Όχι γιατί δεν θεωρώ την αδυναμία καταβολής μισθών του Δημοσίου μέγα γεγονός. Αλλά διότι ακόμη και τώρα, σε αυτή τη δημόσια συζήτηση, κανείς δεν ασχολείται με το πού έχουν φτάσει οι επιχειρήσεις, πόσες χιλιάδες μένουν άνεργοι κάθε μήνα, ποια είναι σήμερα η πραγματική κατάσταση στην αγορά. Στον φαύλο κύκλο που έχει δημιουργηθεί και ο οποίος μέρα με τη μέρα γίνεται μεγαλύτερος και πιο δραματικός.


Πόσες επιχειρήσεις θα κλείσουν και πόσοι ακόμη θα μείνουν χωρίς δουλειά, μέχρι να μην έχετε να πληρώσετε μισθούς;


Υπάρχουν οι αριθμοί. Η ανεργία του Σεπτεμβρίου, η αύξηση της οποίας είναι η μεγαλύτερη σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη. Υπάρχουν τα καταστήματα που αδειάζουν, τα άπειρα διαμερίσματα προς ενοικίαση, οι νέοι που επιστρέφουν να μείνουν πίσω στους γονείς τους μη αντέχοντας το κόστος διαβίωσης, οι χιλιάδες άποροι που αναζητούν καθημερινές ανάγκες διαβίωσης στην Εκκλησία και άλλους εθελοντικούς οργανισμούς.

Αποτελέσματα μιας ιδιότυπης μερικής στάσης πληρωμών που ήδη υπάρχει στον ιδιωτικό τομέα εδώ και πολύ καιρό. Όπου κανείς σχεδόν δεν πληρώνει κανένα, ή τον πληρώνει ένα μικρό κλάσμα των οφειλών πολύ καθυστερημένα και η απόγνωση του ενός μετατρέπεται σε απόγνωση του άλλου. Εδώ το κράτος δεν πληρώνει τις οφειλές του στις ιδιωτικές επιχειρήσεις και –αν το κάνει– αυτό γίνεται με τεράστια χρονική καθυστέρηση.

Κάθε κυπριακή μικρή και μεσαία επιχείρηση δίνει σκληρή μάχη επιβίωσης. Περικόπτει έξοδα, περιορίζει το κόστος του προσωπικού, αγωνίζεται καθημερινά να εισπράξει τα πολλά οφειλόμενα, ψάχνει από την άλλη να βολέψει τα δικά της χρέη με τον οποιονδήποτε τρόπο. Οι τράπεζες έχουν κλείσει τις πόρτες και οι νέες διοικήσεις, μόνο και μόνο με τον φόβο της επίρριψης ευθυνών, είναι εντελώς απρόθυμες να λάβουν την οποιαδήποτε απόφαση. Για νέες επενδύσεις ούτε λόγος από την ώρα που ρευστό δεν υπάρχει, ενώ και οι εισαγωγές έχουν γίνει τόσο δύσκολες εξαιτίας της ανάγκης όλα να προπληρώνονται.

Αυτή τη στιγμή στην Κύπρο, οι επιχειρήσεις, ο πνεύμονας της οικονομίας μας, είτε φυτοζωούν είτε κλείνουν. Και κάθε μέρα τα λουκέτα είναι πολλά. Κόσμος οδηγείται στην αδυναμία να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του, πόσω μάλλον στην ανεργία. Η μεσαία τάξη συνθλίβεται, χωρίς να γνωρίζει τι της ξημερώνει. Η ανασφάλεια είναι στο κατακόρυφο.

Και συζητάμε ακόμη πότε θα δώσουμε ένα τέλος σε αυτή την αβεβαιότητα, με βάση τον χρόνο κατά τον οποίο το κράτος δεν θα έχει να πληρώσει μισθούς και συντάξεις. Λες και κανείς δεν ασχολείται με το τι γίνεται εκεί έξω. Ωσάν να μην ενδιαφέρει κανέναν το πόσες επιχειρήσεις ακόμη θα κλείσουν και πόσοι θα μείνουν χωρίς δουλειά, αν αυτή η έκρυθμη κατάσταση συνεχίσει μέχρι τα Χριστούγεννα, ή και πέρα από αυτά.

Σε πρόσφατες έρευνες φάνηκε ο κόσμος να ευνοεί το Μνημόνιο. Μην νομίζετε ότι είναι ο πολίτης μαζοχιστής και θέλει να χαμηλώσει το επίπεδο της ποιότητας ζωής του. Κάθε άλλο. Απλώς θέλει να δοθεί επιτέλους ένα τέλος στην κατρακύλα. Να ξέρει ότι θα υποστεί θυσίες για δύο, τρία, τέσσερα χρόνια, αλλά θα έχει την ελπίδα να ανακάμψει. Την ελπίδα που καθημερινά του σκοτώνει η αναποφασιστικότητα αυτών που τον κυβερνούν. Τελειώνετε επιτέλους!