Η κατάσταση δεν είναι ευχάριστη και αυτό δεν οφείλεται στην υγρασία και τη ζέστη. Όποιος έζησε τις μέρες του “Καστελόριζου” και όσα ακολούθησαν στην Ελλάδα, όταν η χώρα όδευε προς το πρώτο μνημόνιο, αντιλαμβάνεται το κλίμα και την ανησυχία που έχει καταλάβει όλους εμάς εδώ αυτές τις μέρες. Βλέποντας τους εκπροσώπους του ΔΝΤ να τριγυρίζουν σε Υπουργεία και κοινωνικούς φορείς με κάθε επισημότητα, ο καθένας μας ξεχειλίζει από αδικία και απογοήτευση για το πού έχουμε καταντήσει.

Όχι γιατί φταίνε οι άνθρωποι. Αυτοί λεφτά ήρθαν να μας δώσουν και θέλουν να βρεθούν οι τρόποι για να εξασφαλιστεί ότι θα τα πάρουν πίσω. Τα “δανεικά κι αγύριστα” άλλωστε που διαλαλεί η αριστερά στην Ελλάδα, είμαι σίγουρος ότι κανείς λογικός Κύπριος δεν τα υιοθετεί. Ακόμη και αν είναι κι αυτός αριστερός.

Ναι, είναι αλήθεια ότι οι λίγοι εμείς που ζητούσαμε από πριν 3 και 2 χρόνια να γίνει κάτι και αντιμετωπιζόμασταν ως “δράκουλες”, έχουμε δικαιωθεί. Τι να το κάνεις όμως, όταν αυτό συμβαίνει στον χειρότερο τομέα που θα επιθυμούσες να συμβεί; Να χαίρεσαι επειδή δυσκολεύεσαι και εσύ και οι φίλοι σου και κάθε Κύπριος πολίτης, κάθε μεγάλη και μικρομεσαία επιχείρηση, ακόμη και κάθε λειτουργός του ευρύτερου δημοσίου που βλέπει αυτά που θεωρούσε ως δεδομένα να ανατρέπονται; Ασφαλώς όχι.


Είναι αρκετό το ρεζίλεμα και η δυσκολία. Ας σώσουμε τη χώρα από την ανέχεια τουλάχιστον


Ναι, υπάρχουν ευθύνες εξαιρετικά σοβαρές. Καταρχήν στην Κυβέρνηση, τον ίδιο τον πρόεδρο αλλά και όσους συμπορεύτηκαν μαζί του στο κρίσιμο αυτό διάστημα. Ευθύνες που αποδίδονται κατά πρώτο λόγο στις εκλογές, εκτός αν αφορούν διαφθορά και άλλα ποινικά αδικήματα που επιβάλλεται να οδηγηθούν στη δικαιοσύνη.

Ναι, υπάρχουν ασήκωτες ευθύνες στις τράπεζες και όλο το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Που και αυτές αν αφορούν αξιόποινα αδικήματα, ασφαλώς θα πρέπει να τύχουν παραδειγματικής τιμωρίας. Επιβάλλεται να αισθανθεί ο Κύπριος πολίτης ότι δεν θα εφαρμοστεί και πάλι η πρακτική της “νομοτεχνικής ατιμωρησίας”. Και πρέπει να λειτουργήσει με σοβαρότητα κάθε θεσμός προκειμένου αυτό να γίνει πράξη.

Υπάρχει και κάτι πολύ πιο επείγον όμως. Το ίδιο το πρόβλημα. Και η δυσκολία είναι υπαρκτή και πολύ μεγάλη. Η κυπριακή οικονομία δεν είναι καλά. Για την ακρίβεια, έχει τα μαύρα της τα χάλια. Χάλια τα οποία όχι μόνο η κυβέρνηση, αλλά και το πολιτικό, οικονομικό και εκδοτικό σύστημα αρνούνταν πεισματικά μέχρι σήμερα να δουν για να μπορούν να αντιμετωπίσουν.

Σήμερα λοιπόν που ο κόμπος ξεπέρασε το κτένι έχουμε ένα νέο εθνικό καθήκον απέναντι σε αυτή τη χώρα. Να πετάξουμε το χαλί κάτω από το οποίο κρύψαμε τα προβλήματα και να αρχίσουμε να τα λύνουμε από μόνοι μας. Να φτιάξουμε το δικό μας σχέδιο για έξοδο από τη δυσπραγία. Όλοι μαζί. Πολιτικοί και κοινωνικοί εταίροι να παρουσιάσουμε ένα αξιόπιστο στρατηγικό σχέδιο δημοσιονομικής εξυγίανσης και ανάπτυξης. Το δικό μας σχέδιο ανάκαμψης. Τις θυσίες που θα συμφωνήσουμε να γίνουν από όλους. Διότι ελπίζω πλέον να συνειδητοποιήσαμε ότι αυτές αν δεν τις κάνουμε από μόνοι μας με το δικό μας τρόπο, τότε θα μας επιβληθούν βίαια από ανάγκη.

Ναι, χρειάζεται ο δημόσιος τομέας να μικρύνει. Χρειάζονται ιδιωτικοποιήσεις. Απαιτείται η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και διορθώσεις στο φορολογικό σύστημα. Είναι αναγκαίο να μειωθούν οι κλίμακες των νεοεισερχομένων στο δημόσιο και να αυξηθεί το όριο αφυπηρέτησης. Έχουμε σοβαρό ζήτημα με τις τράπεζες και ίσως να πρέπει να εξετάσουμε τη δημιουργία μιας “bad bank” που θα απορροφήσει τα κακώς έχοντα, στο πρότυπο της Ιρλανδίας με την οποία ορθά ταυτίζουμε το δικό μας πρόβλημα.

Είναι η ώρα να φανερώσουμε το πρόβλημα και να το δούμε κατάματα. Καμία περαιτέρω αναβολή δεν συγχωρείται. Από κανέναν. Η ψευδο-ψυχολογία και τα ψέματα ούτε τρώγονται ούτε σώζουν. Ο χρόνος κυλάει εις βάρος μας. Ας μας φτάσει το ρεζίλεμα και η δυσκολία που αντιμετωπίζουμε και ας σώσουμε τη χώρα από την ανέχεια τουλάχιστον.

Πρωί της 20ής Ιουλίου και ξύπνησα 5:30 από τις σειρήνες. Πολλά δε θυμάμαι από την εισβολή, 2 ετών ήμουν τότε. Αυτό που ξέρω όμως είναι ότι όλη η ζωή της δικής μου γενιάς οριοθετήθηκε από τα γεγονότα εκείνης της ημέρας. Οι φίλοι, η έντονη ανάμειξη όλων μας τότε στην πολιτική, η επαναστατικότητα, τα ενδιαφέροντα, ακόμη και η επαγγελματική κατεύθυνση. Όλος ο βίος μας, κοινωνικός και οικονομικός, έχει επιρροές από τη μέρα εκείνη. Πολύ περισσότερο δε, η μέρα της εισβολής καθορίζει μέχρι και σήμερα την πολιτική μας ηγεσία σε όλα τα επίπεδα. Της κυβέρνησης, της Βουλής, της τοπικής αυτοδιοίκησης.

Από τότε, το Κυπριακό αποτέλεσε το εργαλείο, βάσει του οποίου η δημόσια ζωή διαχωρίστηκε από την καθημερινότητα. Ούτως ή άλλως, το επιχειρηματικό δαιμόνιο του λαού μας και η εργατικότητά του δεν μπορούσαν παρά να βρουν διεξόδους και να μην αφήσουν τη χώρα μας να τελματώσει. Το πολιτικό σύστημα από την άλλη, βρήκε το modus vivendi να διευκολύνει και να ανοίγει δρόμους σε αυτή τη διαδικασία. Είτε ήταν ο τουρισμός, είτε τα ακίνητα, είτε οι χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες. Το κράτος πάντα έτρεχε να διαμορφώσει τις συνθήκες προκειμένου ο ιδιωτικός τομέας να βρει το κατάλληλο έδαφος για να δράσει. Και ο ιδιωτικός τομέας από την πλευρά του, εκμεταλλευόταν κάθε παράθυρο ευκαιρίας.


Χωρίς καλή οικονομία, χάνουμε και κάθε ελπίδα να λυθεί το Κυπριακό


Πολλοί ήθελαν την Κύπρο να αγωνίζεται για την απαλλαγή από την κατοχή στα πρότυπα των Παλαιστινίων. Με μια άλλης μορφής «ιντιφάντα». Άλλοι μας ήθελαν να ακολουθούμε το παράδειγμα την Νιγηρίας, μιας χώρας που δεν τα κατάφερε μόνη της, όταν απαλλάχθηκε από την αποικιοκρατία και αναζητούσε κηδεμόνα. Εμείς όμως προχωρήσαμε από μόνοι μας. Καταφέραμε να χειριστούμε τα θέματά μας με αξιοθαύμαστη αυτάρκεια. Ανακάμψαμε πιο νωρίς και από την Ελλάδα. Διαχειριστήκαμε το πρόβλημα με τρόπο που από παιδί με ειδικές ανάγκες καταστήσαμε την Κύπρο μικρή χώρα με ειδικές ικανότητες. Όχι ως ευφυολόγημα, αλλά ως πράξη.

Ακόμη και η διαφθορά κρατήθηκε σε απόλυτα ελεγχόμενα επίπεδα. Το συντριπτικό ποσοστό της ξένης βοήθειας και των χρημάτων από φόρους να αξιοποιήθηκε για το καλό της χώρας. Μοναδική ίσως παραφωνία το πελατειακό κράτος, αλλά αυτό ήταν το αντάλλαγμα που έπαιρνε το πολιτικό σύστημα για να επιβιώνει. Η αλήθεια είναι ότι η ανάπτυξη αποτελούσε πάντα την πρώτη πραγματική προτεραιότητα, έστω και αν δεν είχε σχεδόν καμία θέση στη δημόσια συζήτηση. Όλες οι κυβερνήσεις έκαναν το αυτονόητο. Κρατούσαν αγκαζέ τον ιδιωτικό τομέα και να προχωράνε μπροστά. Όλες, εκτός από τη σημερινή.

Πετύχαμε ακατόρθωτα πράγματα με αυτόν τον τρόπο. Να γίνουμε μια χώρα με πλήρεις κρατικές δομές. Να έχουμε μία σύγχρονη κοινωνία παρά το μικρό μας μέγεθος. Να προσελκύουμε την αφρόκρεμα οικονομικών και κοινωνικών διεθνών παραγόντων. Να εξασφαλίσουμε ένα αξιοπρεπέστατο βιοτικό επίπεδο για το λαό μας. Να πετύχουμε την ένταξη στην Ευρώπη παρά την προφανή και πολύπλοκη «αναπηρία» μας. Με την απόλυτη στήριξη της Ελλάδας βέβαια που τότε ζούσε έντονες στιγμές επίπλαστης δόξας.

Ό,τι και αν πετύχαμε από το 1974 μέχρι σήμερα, ένα ήταν το υπόβαθρο που μας το επέτρεψε. Η αναπτυσσόμενη και ευέλικτη οικονομία. Ούτε παιδεία θα είχαμε αλλιώς, ούτε υγεία, ούτε τις συνθήκες να προκαλούμε πρόοδο. Ούτε και τη δυνατότητα να απευθυνόμαστε στο εξωτερικό και να μας ακούνε τουλάχιστον. Όσο «υλιστικό» και αν ακούγεται αυτό, είναι η στυγνή αλήθεια. Ακόμη και οι Τουρκοκύπριοι, τη δική μας καθημερινότητα ζήλεψαν το 2004 και διαδήλωναν για να επανενωθούν μαζί μας.

38 χρόνια μετά, το Κυπριακό είναι ένα ζήτημα ακόμη πιο δυσεπίλυτο από τότε. Όσο περνάει ο καιρός, μαζί με τις γενιές αποχωρεί και το συναίσθημα, δίνοντας τη θέση του σε ένα ψευδορεαλισμό που θέλει να παραδώσουμε τη μισή μας πατρίδα, πιστεύοντας ότι έτσι θα ζούμε καλύτερα. Δεν συμμερίζομαι αυτή τη θεωρία. Πιστεύω όμως ότι το Κυπριακό σίγουρα δεν μπορεί να λυθεί με την οικονομία στο καναβάτσο. Ούτε και μπορούμε να συνεχίσουμε να είμαστε σοβαρό κράτος αν έχουμε υποδεέστερο βιοτικό επίπεδο.

Κάθε 20ή Ιουλίου θυμόμαστε το Δεν Ξεχνώ για την Κερύνεια και τα Κατεχόμενα. Φέτος, ας μη ξεχάσουμε την υποχρέωση να ανακάμψει η οικονομία. Γιατί χωρίς αυτή, μάλλον θα πρέπει να τα ξεχάσουμε όλα.

Όσο και αν οι «καθώς πρέπει» απαξιώνουν τα λαϊκά άσματα, τόσο η θυμοσοφία τους πολλές φορές λέει με εντελώς απλοϊκό τρόπο την απόλυτη αλήθεια. «Ψάχνω το παραμύθι μου, γιατί η αλήθεια καίει» τραγουδά ο Άγγελος Διονυσίου, περιγράφοντας χωρίς να το γνωρίζει τη διαχείριση της κρίσης από την κυπριακή κυβέρνηση. Τέσσερα χρόνια ψάχναμε ένα καλό παραμύθι για να κρύψουμε τα πραγματικά προβλήματα της οικονομίας μας. Χρησιμοποιήθηκε κάθε μέθοδος προπαγάνδας για να καλυφθούν οι διαρθρωτικές αδυναμίες του κυπριακού κράτους.

Πολύ υπαρκτές και δύσκολες καταστάσεις, όπως η κρίση και οι τράπεζες, επιστρατεύτηκαν μανιωδώς για να κρύψουν τα εξαιρετικά ασφυξιογόνα διαρθρωτικά προβλήματα του κυπριακού κράτους κάτω από το χαλί. Το οξύμωρο δε είναι ότι ενώ από τη μία το ΑΚΕΛ και ο Πρόεδρος Χριστόφιας προσπαθούν απεγνωσμένα να πείσουν ότι δεν φταίνε αυτοί για το ότι δημιουργήθηκε για δεκαετίες (άσχετο αν μετείχαν σε όλες τις κυβερνήσεις εκτός του Κληρίδη), εντούτοις έγιναν οι προασπιστές του να μην αλλάξει τίποτα. Και όχι μόνο αυτό, αλλά στα δύο πρώτα χρόνια της διακυβέρνησης φρόντισαν με απίστευτη δεξιοτεχνία να διογκώσουν ό,τι κακό υπήρχε. Είτε αυτό ήταν η υπερμεγέθης κρατική μηχανή, είτε τα «τυφλά» και αδικαιολόγητα επιδόματα.


Τώρα που η αλήθεια καίει, ας προχωρήσουμε επιτέλους εκείνο το σύγχρονο λειτουργικό κράτος


Εδώ είναι που μου δημιουργείται και μία άλλη κορυφαία απορία. Πώς γίνεται η αριστερά να κατηγορεί τράπεζες και αγορές, όταν θέλει να είναι ο καλύτερος πελάτης τους; Όταν θέλει να δανείζεται τυφλά και ακατάσχετα προκειμένου να σκορπάει χρήματα σε καταναλωτικές ανάγκες; Ακόμη και αν είναι ιδεολογική θεώρηση το «δανεικά και αγύριστα», όπως λεν οι σύντροφοι στην Ελλάδα, πάλι κάποια στιγμή τα δανεικά θα τελειώσουν. Όπως έγινε εδώ και καιρό για εμάς.

Το θέμα στις περιπτώσεις όπως σήμερα, όπου για τέσσερα χρόνια χαρακτηριζόσουν κινδυνολόγος και σήμερα δυστυχώς δικαιώνεσαι, δεν είναι η δικαίωση αυτή καθ’ αυτή. Να μου έλειπε. Είναι όμως η ενισχυμένη αξιοπιστία που αποκτάς, όταν από τους πρώτους και μετρημένους στα δάκτυλα του ενός χεριού προειδοποιούσες για το τι θα συμβεί. Αξιοπιστία, που έχει αξία μόνο όταν συνοδεύει προτάσεις για το τι πρέπει να γίνει μετά.

Τρία χρόνια πριν, τον Ιούλιο του 2009, στο άρθρο με τίτλο «Επιτηρήστε μας» επισημαίναμε τη διόγκωση της κρατικής μηχανής εν μέσω κρίσης και τις ιδεολογικές αγκυλώσεις που δεν επέτρεπαν την αντιμετώπισή της. Τον Αύγουστο του 2009, στο άρθρο με τίτλο «Χωρίς Γυαλό», επισημαίναμε τον στραγγαλισμό της μεσαίας τάξης με τη στρατηγική που ακολουθείτο. Ότι το κράτος μας μετασχηματιζόταν σε «πλασιέ» ομολόγων. Προς το τέλος του 2009, στο άρθρο «Η ψυχολογία δεν τρώγεται», εξηγούσαμε ότι όσες ψευδοενέσεις ψυχολογίας και αν γίνουν, τα υπαρκτά μας προβλήματα θα μας οδηγήσουν στον Μηχανισμό, αν δεν αντιμετωπιστούν.

Μετά από τρία χρόνια, είδαμε την πάλαι ποτέ αξιόπιστη –παρά το Εθνικό της πρόβλημα– χώρα μας να διασύρεται στην ανάγκη στήριξης από τον ευρωπαϊκό Μηχανισμό. Το παραμύθι τελείωσε. Η αλήθεια καίει όσο ποτέ. Στο κυπριακό κράτος «μπήκε μέσα η τράπεζα», όπως θα έμπαινε σε κάθε επιχείρηση που δεν μπορεί να ανταποκριθεί. Ήρθε η ώρα να επικεντρωθούμε στο προκείμενο. Το πώς θα γίνουμε και πάλι χώρα με κύρος και αξιοπιστία, οικονομικά ανεξάρτητη. Για να μπορούμε πρώτα απ’ όλα να προασπίζουμε αποτελεσματικά, τα εθνικά μας συμφέροντα.

Κατ’ αρχάς, θεωρώ πολύ καλύτερο να δανείζεσαι από τους Ευρωπαίους εταίρους σε αυτό το στάδιο. Δεν είμαι καθόλου εναντίον των διακρατικών δανείων, αλλά αυτά δεν μπορούν να προσεγγίζουν το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν. Τότε, γίνεσαι εξαρτώμενος μιας και μόνο χώρας και των συμφερόντων της. Όπως κάποιος πολίτης που δανείζεται όλο σχεδόν το ετήσιο εισόδημά του από κάποιο «ενεχυροδανειστή».

Γι’ αυτό και πιστεύω ότι από την ώρα που ζητήσαμε φουλ Μηχανισμό για τη Κύπρο, να αποδεχθούμε την εξάρτησή μας από τους Ευρωπαίους εταίρους μας και μόνο αυτούς, και να δουλέψουμε επιτέλους για την πραγματική εξυγίανση. Να κάνουμε έστω και εκ των υστέρων, τις διαρθρωτικές αλλαγές που χρειάζονται για να επανακάμψουμε. Διότι, αν προχωρήσουμε σε λαμογιές, όπως έκανε η Ελλάδα, που υποσχόταν διαρθρωτικά μέτρα και χορηγούσε παυσίπονα, τότε θα έχουμε και την τύχη της. Αυτούς δε που σήμερα πιστεύουν ότι προασπίζονται τα συμφέροντα των εργαζομένων, θα τους κυνηγάνε τότε με τις πέτρες, όσοι σήμερα ακόμη τους χειροκροτούν.