Το βράδυ της 6ης Μαΐου, μετά τον «πρώτο γύρο» των ελληνικών εκλογών, όπου ουσιαστικά αυτό που έγινε ήταν το ανακάτεμα της τράπουλας για να ξεκαθαρίσουν οι πόλοι του δεύτερου γύρου, είχα επισημάνει τρία πράγματα σε σχετικά σημειώματα σε facebook και twitter, όπως και αργότερα από αυτή τη στήλη:

Πρώτο, ότι το ΠΑΣΟΚ ουσιαστικά απέθανε πολιτικά ως κόμμα εξουσίας. Δεύτερο, ότι γεννήθηκε μία σύγχρονη έκδοση «Ανδρέα Παπανδρέου» στο πρόσωπο του Αλέξη Τσίπρα, προκαλώντας ενθουσιασμό για το άτομό του και «πουλώντας» ελπίδα. Και τρίτο, ότι η μόνη «ευρωπαϊκή» επιλογή για την Ελλάδα θα ήταν η ανασύνταξη όλων των υποστηρικτών της κάτω από τη σκεπή της Νέας Δημοκρατίας, εφόσον το πείραμα του κατακερματισμού, της εγωπάθειας και των προσωποπαγών σχημάτων απέτυχε οικτρά. Μόνο μία τέτοια ΝΔ θα μπορούσε να αναμετρηθεί με τον επελαύνοντα ΣΥΡΙΖΑ.

Τα πρώτα δύο ουσιαστικά έγιναν και το μόνο που απομένει από την κάλπη είναι να αποδειχθούν. Το τρίτο έγινε σε σημαντικό βαθμό, αν και η ΝΔ του Αντώνη Σαμαρά δεν κατάφερε να αποδιώξει το «εγώ» ή την αναζήτηση προσωπικών δικαιώσεων και απέτυχε να φτιάξει ένα πολυσυλλεκτικό κόμμα με ρεύματα και τάσεις. ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ αναμετρούνται για την εξουσία, λαμβάνοντας στις εκλογές αρνητική ψήφο για τους υπολοίπους παρά θετική για τις απόψεις τους. Σε ένα εντελώς καινούργιο σκηνικό που λίγους μήνες πριν κανείς δεν θα μπορούσε να διανοηθεί.


Το ΠΑΣΟΚ, όταν πλέον δεν μπορούσε να εξυπηρετήσει τους δικούς του διαλύθηκε…


Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον το πώς ένα κόμμα εξουσίας όπως το ΠΑΣΟΚ, εξοστρακίστηκε ουσιαστικά από την πολιτική σκηνή σε λίγους μήνες. Μιλάμε για κόμμα που μονοπώλησε, σχεδόν, την εξουσία τα τελευταία τριάντα χρόνια. Κόμμα με ισχυρές πελατειακές σχέσεις με τον κόσμο, που του χρωστάει πολύ βαθιές «πολιτικές υποχρεώσεις» τεράστια μάζα του εκλογικού σώματος. Κόμμα που διέθετε απίστευτη οργάνωση σε τοπικό επίπεδο και ακόμη περισσότερο σε συνδικαλιστικό. Κόμμα από το οποίο διορίστηκε, ανελίχθηκε, ενεπλάκη στη διαπλοκή και στήριξε επάνω τη ζωή του πολύς κόσμος.

Το θέμα –κατά τη γνώμη μου– είναι πολύ πιο απλό από όσο δείχνει. Το ΠΑΣΟΚ ήταν ένα κόμμα που η «πραμάτειά» του ήταν η ικανοποίηση της λαϊκής βάσης με εμπόριο ελπίδας και πελατειακή σχέση. Ακόμη και εκσυγχρονιστικές φωνές στο κόμμα, όπως ήταν ο Σημίτης, είχαν δίπλα τους ένα ολόκληρο σύστημα ικανοποίησης αιτημάτων για να αντεπεξέλθουν. Ο δε Γ. Παπανδρέου εξελέγη με το «λεφτά υπάρχουν». Και εκεί άρχισε η κατηφόρα. Διότι από τη μία το κόμμα δεν μπορούσε να «εξυπηρετήσει» πλέον τους «πελάτες» του και από την άλλη δεν ήταν διατεθειμένο να προχωρήσει στις αναγκαίες διαρθρωτικές αλλαγές για να εξυγιανθεί η χώρα και να επανέλθει. Τα δανεικά κόπηκαν ως μέσο άσκησης μικροπολιτικής. Και έμαθε και το ΠΑΣΟΚ, όπως πολλοί στην Ευρώπη, ότι τα κράτη ναι, είναι δυνατόν να χρεοκοπήσουν…

Στην Κύπρο έχουμε το ΑΚΕΛ που προσπάθησε με την εκλογή του να ασκήσει πολιτική ΠΑΣΟΚ. Εξανέμισε το δημοσιονομικό πλεόνασμα και δημιούργησε έλλειμμα σε δύο μόλις χρόνια, σκορπούσε συντάξεις και μπόνους χωρίς καμία διάκριση, μεγάλωσε την κρατική μηχανή κατά 5.000 και περισσότερους υπαλλήλους. Για να τα κάνει αυτά πιο εύκολα, δεν δίστασε να επιχειρήσει την πώληση του χρυσού, αλλά και να καταφύγει σε συνεχή αδιάκριτο δανεισμό. Μέχρι που οι αγορές, εξαιτίας και της κρίσης, δεν μας δάνειζαν πλέον.

Η «ατυχία» του ΑΚΕΛ ήταν ότι η παγκόσμια κρίση έκανε την ανάδειξη τέτοιων φαινομένων μη ορθολογικής διαχείρισης και πιο εσπευσμένη και πιο σκληρή και δυναμική. Έτσι η Κύπρος σε λίγα μόλις χρόνια, έγινε η πρώτη υποψήφια για χρεοκοπία χώρα και δεν μπορεί πλέον να δανειστεί χωρίς τον μηχανισμό ή την «ελεγχόμενη» για τη διαφάνειά της εξασφάλιση χρηματοδότησης από τρίτη χώρα. Ο συνεχής δανεισμός μάλιστα δημιουργεί ιδιαίτερα δυσβάστακτες υποχρεώσεις για το μέλλον.

Μέσα σε μία μόλις πενταετία έχουμε φτάσει στο σημείο που το ΑΚΕΛ ούτε να εξυπηρετήσει τους «δικούς του» μπορεί, αλλά ούτε και να εξυγιάνει το κράτος έχει τη διάθεση. Χιλιάδες κόσμου οδηγείται στην ανεργία. Στην Ελλάδα, το ΠΑΣΟΚ πλήρωσε αυτή του την αδυναμία με ουσιαστική εξαφάνιση. Στην Κύπρο, υπάρχει μεν ένας ισχυρός πόλος εξουσίας χωρίς φυγόκεντρες τάσεις όπως ο ΔΗΣΥ, αλλά δεν υπάρχει κατάσταση που να γοητεύει όπως ο Αλέξης Τσίπρας. Το τι θα γίνει τελικά, θα το δούμε και εμείς σε λίγο καιρό. Όλα τα ενδεχόμενα πάντως είναι πλέον ανοικτά.

Advertisements

Ζούμε πολύ δύσκολες εποχές, μιας και η οικονομική δυσπραγία δεν είναι το αποτέλεσμα ενός φυσικού πολέμου, τις συνέπειες του οποίου όλοι θα τις καταλάβαιναν. Αυτό που βιώνουμε, μετά που η αδυναμία των ΗΠΑ να ασκήσουν έλεγχο στις αγορές επέφερε την οικονομική κρίση, είναι την αποτυχία πολιτικών ηγεσιών να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων και να την αντιμετωπίσουν με όραμα και αποφασιστικότητα. Αλλά και την αδυναμία τους να πάρουν το πάνω χέρι του υπάρχοντος συστήματος.

Η άνανδρη, απαράδεκτη και ποταπή, αλλά κάθε άλλο παρά απρόκλητη, επίθεση του εκπροσώπου τύπου της Χρυσής Αυγής στη Λιάνα Κανέλλη δεν αποτελεί την αιτία αλλά την αφορμή γι’ αυτό το άρθρο. Δεν πρόκειται για μεμονωμένο περιστατικό. Είναι τα πανηγυρικά αποκαλυπτήρια του νέου τρόπου άσκησης πολιτικής. Όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά σε όλη σχεδόν την Ευρώπη. Και ασφαλώς και στην Κύπρο.

Η οργή του κόσμου απέναντι στο πολιτικό σύστημα είναι σε μεγάλο βαθμό και δίκαιη και δικαιολογημένη. Στους πολιτικούς ηγέτες πέφτει η αβάστακτη ευθύνη. Που εξέθρεψαν, ανέδειξαν και εμπότισαν τους πολίτες στη βόλεψη εις βάρος του συνόλου και των παιδιών τους. Αυτό βέβαια δεν αναιρεί την ύπαρξη συνενοχής των πολιτών που απολάμβαναν με ικανοποίηση τα κίβδηλα αγαθά του πελατειακού κράτους και τώρα το στέλνουν στο πυρ το εξώτερο.

Το πολιτικό σύστημα σήμερα οδεύει με ταχύτητα φωτός στην δεύτερή του πρόσκρουση πάνω στον τοίχο των ευθυνών. Μέσα από τον τρόπο που προσπαθεί να κατευνάσει την οργή και να γίνει ξανά εύκολα αγαπητό. Διότι, αν η οικονομική κρίση εξέθεσε τους πολιτικούς, η σημερινή πολιτική αντιμετώπιση εξευτελίζει την ίδια την πολιτική λειτουργία.


Περιφρόνηση της δημοκρατίας και πολιτικές χαμαιτυπείου φέρνουν άκρα, βία, εξαθλίωση, δικτατορία


Η χειροδικία αποτελεί ασφαλώς μέγιστη πράξη άσκησης βίας. Βία όμως είναι και ένα σωρό άλλα πράγματα που δεν έχουν απαραίτητα φυσική επαφή. Σε πολιτικά επίπεδο, αποτελεί βιασμό του πολιτικού πολιτισμού το να μη σέβεσαι τον διάλογο και τον συνομιλητή σου. Το να βρίζεις από την τηλεόραση και τα λίγα εναπομείναντα μπαλκόνια χυδαία τους αντιπάλους σου. Το να παρακινείς τον κόσμο να κάψει το «μπουρδέλο» τη Βουλή ή να βιαιοπραγήσει κατά μεταναστών που δεν έχουν ενοχλήσει κανένα.

Βία είναι να ακούω από τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ για παράδειγμα ότι το κόμμα του δεν θα γίνει «τσόντα» . Ψευτομαγκιές από Τσίπρα, Καμένο, Καρατζαφέρη. Να ακούς από την κ. Μπακογιάννη ότι ο ΣΥΡΙΖΑ τα «κωλομπάρισε» ή συνέχεια φράσεις από πολιτικούς και δημοσιογράφους όπως «κωλοτούμπες» και άλλα χειρότερα.

Βία είναι να πανηγυρίζουν κάποιοι ότι καλά τις έκανε και την έδειρε. Όπως είναι και βία να ζητάς να αποκλειστεί μια φωνή επειδή δεν σου αρέσουν οι απόψεις της. Βία είναι να διαλύεις κάθε χρόνο μια πόλη για τη στυγνή δολοφονία ενός παιδιού, αλλά να μην καταδικάζεις το κάψιμο τριών ανθρώπων που δούλευαν. Το ξυλοφόρτωμα βουλευτών στον δρόμο ή το κάψιμο εκπαιδευτικών ιδρυμάτων.

Η κρίση δεν έχει δώσει σε κανένα άδεια να σκοτώσει τον πολιτισμό και τον διάλογο. Διότι με αυτό τον τρόπο είναι οι ίδιοι οι πολιτικοί που οδηγούν τους πολίτες στα άκρα. Δίνοντας τους «Licence to Kill» κάθε θεσμό και κάθε αξία.

Ο Ουίνστον Τσώρτσιλ είχε πει ότι «Η δημοκρατία είναι το χειρότερο πολίτευμα. Με εξαίρεση όλα τα άλλα». Και αυτό είναι η μεγαλύτερη αλήθεια. Αν χαθεί η δημοκρατία και αν κάποιοι χαίρονται με το να λοιδορούνται, να ξυλοκοπούνται και να εξευτελίζονται άνθρωποι με πρωτόγονες μεθόδους, τότε θα πρέπει όλοι να περιμένουμε τη σειρά μας. Δίκαια ή άδικα.

Περιφρόνηση της Δημοκρατίας και πολιτικές χαμαιτυπείου φέρνουν άκρα, βία, παρακμή, εξαθλίωση. Ανεξαρτήτως από πού προέρχονται. Και καλά θα κάνουν πρώτα οι πολιτικοί να το αντιληφθούν αυτό. Αλλιώς δεν θα είναι απλώς οι κύριοι υπεύθυνοι για την οικονομική δυσπραγία, αλλά θα καταστούν οι παρακινητές στην οχλοκρατία. Η οποία φυσιολογικά θα φέρει στους λαούς τη δικτατορία και τον όλεθρο.

Οι σκηνές τηλεοπτικού ξυλοδαρμού που είδαμε, δεν μας παίρνουν 500 χρόνια πίσω αλλά μάλλον μας δείχνουν τι θα ζήσουμε λίγα χρόνια μπροστά. Σε όλη την Ευρώπη. Αν το πολιτικό σύστημα δεν αναλάβει πραγματικά τις ευθύνες του. Και αν οι πολίτες δεν αντιληφθούν την ευθύνη της επιλογής που τους δίνει η ψήφος τους.

The day after

05/06/2012

Το 1984, σε ηλικία 12 ετών παρακολούθησα εμβρόντητος –όπως όλη η υφήλιος τότε– την ταινία «The day after». Μια κινηματογραφική παραγωγή που αν και όχι σπουδαία ποιοτικά, ταρακούνησε την οικουμένη, αναδεικνύοντας τις ολέθριες συνέπειες που θα είχε μια ανταλλαγή πυρηνικών όπλων μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της πάλαι ποτέ Σοβιετικής Ένωσης. Το σοκ στον κόσμο, είχε προκαλέσει το γεγονός ότι δεν εστιάστηκε η πλοκή στα προεδρικά μέγαρα και τα στρατηγεία, αλλά στον τρόπο που βίωναν την καταστροφή απλοί και καθημερινοί άνθρωποι, σε μικρές πόλεις του Κάνσας. Θυμάμαι τα σχόλια τότε στον τύπο για τους χιλιάδες ανθρώπους που δεν μπορούσαν να κοιμηθούν για πολλές μέρες, από τους εφιάλτες που έβλεπαν μετά τη θέαση της ταινίας. Και το τεράστιο «αντιπυρηνικό» κίνημα που προκλήθηκε.

Αυτή την ταινία ακριβώς επανέφερε στη μνήμη μου η παρακολούθηση της συνέντευξης Τύπου του Προέδρου Δημήτρη Χριστόφια. Ενός ανθρώπου που, προφανώς απαλλαγμένος πλέον από το άγχος της επαναδιεκδίκησης της προεδρίας, έβγαλε προς τα έξω τον πραγματικό του εαυτό και τις πραγματικές του προθέσεις.

Επιτέθηκε χωρίς κανένα σεβασμό σε ανθρώπους που τον στήριξαν όπως ο Πρόεδρος Βασιλείου. Άδειασε χωρίς οίκτο τον ίδιο του τον υπουργό Οικονομικών, Βάσο Σιαρλή, λίγους μήνες μετά τον διορισμό του. Δεν καταλαβαίνει από πολιτική και δημόσια οικονομικά ο «φίλος μου ο Βάσος» μας είπε εν πολλοίς (γιατί τον έβαλε τότε;). Ζήτησε από τον λαό και τα ρέστα, απεκδυόμενος κάθε ευθύνη για την έκρηξη στο Μαρί (τελικά, φαίνεται, οι «αγανακτισμένοι» έβαλαν εκεί τα εκρηκτικά και αγνόησαν τη διεθνή κοινότητα και τους ειδικούς). Ο Αθανάσιος Ορφανίδης δε, αποτελεί τακτικό «πελάτη» των δεικτικών συμβουλών του «οικογενειακού του φίλου». Ειλικρινά, τόση «κακία» και αλαζονεία δεν είδα ποτέ σε συνέντευξη Τύπου ηγέτη χώρας.


Τόση “κακία” και αλαζονεία δεν εμφανίστηκε ποτέ σε συνέντευξη ηγέτη χώρας


Το κυρίαρχο βέβαια, ήταν η άρνηση των πραγματικοτήτων, ακόμη και τριάμισι χρόνια μετά το ξέσπασμα της κρίσης. Από το «δεν θα μας αγγίξει η κρίση» του 2008, φτάσαμε στο «η κρίση άγγιξε μόνο τις τράπεζες και όχι εμάς»! Ένα ονειρικό κράτος παρουσίασε ο Πρόεδρος στη μιας ώρας εισήγησή του. Προσπαθούσε να μας πείσει ότι αν δεν ήταν οι τράπεζες θα ήταν όλα μια χαρά, ότι δεν έχουμε ανεργία, ότι έχουμε ανάπτυξη, ότι η παιδεία και η υγεία πάνε «φίνα», ότι για τη μείωση των εσόδων του κράτους δεν φταίει η κυβέρνησή του. Ως συνηθίζει, επικαλέστηκε τις φιλοφρονήσεις που οι κανόνες ευγενείας επιβάλλουν στον κάθε ξένο, όταν επισκέπτεται μια χώρα και αγνόησε όλες τις διαπιστώσεις οργανισμών και Ευρωπαίων αξιωματούχων, που διαπιστώνουν την τραγική κατηφόρα που πήρε η χώρα μας.

Ο κ. Χριστόφιας επιβεβαίωσε πανηγυρικά αυτό που μία χούφτα άνθρωποι λέμε από την πρώτη στιγμή. Ότι διαρθρωτικά μέτρα για να ορθοποδήσει η χώρα δεν πρόκειται να ληφθούν. Ότι δεν έχει καμία διάθεση να αλλάξει τίποτα σε αυτό τον τόπο, πέρα από το να επιχειρήσει να αναδείξει τη διαφορά μεταξύ ΕΟΚΑ και ΑΚΕΛ το 55-59. Και η πραγματική είδηση;

Ότι ο πρόεδρος Χριστόφιας στηρίζει όλη την οικονομική πολιτική της χώρας στο γεγονός ότι η Ευρώπη δεν θα ήθελε να δει άλλο ένα κράτος-μέλος της Ευρωζώνης στον μηχανισμό στήριξης και γι’ αυτό ίσως βγάλουμε τους «επόμενους» μήνες με ένα ειδικό μηχανισμό για τις τράπεζες. Τον προανήγγειλε ουσιαστικά.

Σε λίγους μήνες έχουμε προεδρικές. Ο κ. Χριστόφιας θα αποχωρήσει και κάποιος άλλος θα κληθεί να αναλάβει το πηδάλιο. Από την ώρα που ανήγγειλε την αποχώρησή του, ο απερχόμενος Πρόεδρος έχει καταστεί «αναλώσιμο πολιτικό προϊόν». Ό,τι και να του πεις, ολίγον τον ενδιαφέρει. Πιστεύει ότι θα κερδίσει την υστεροφημία του με αυτή την αγκυλωμένη αντίληψη περί δήθεν προστασίας των εργαζομένων. Μια πολιτική που φέρνει ακριβώς τα αντίθετα αποτελέσματα. Που θα τον καταγράψει ως τον καταστροφέα μιας ανθηρής οικονομίας που παρείχε –πριν απ’ αυτόν– συνθήκες πλήρους απασχόλησης και εργασιακής ασφάλειας.

Το ζήτημα λοιπόν του μέλλοντος δεν είναι πλέον ο Χριστόφιας. Είναι η επόμενη μέρα. Και τα ερείπια που θα κληθεί να αναστηλώσει ο επόμενος Πρόεδρος. Τα ερείπια μιας χώρας καταχρεωμένης, με διαλυμένη την κοινωνική συνοχή και έχοντας σε κατάσταση «εγκεφαλικού» όλες τις δημιουργικές και αναπτυξιακές της δυνάμεις. Κάτι σαν τους κατοίκους του Κάνσας στη γνωστή ταινία…