Μια κοσμογονία συμβαίνει στο πολιτικό σύστημα ολόκληρης της Ευρώπης. Θα συνέβαινε κάποια στιγμή, μετά την παταγώδη αποτυχία των πολιτικών και των πολιτικών σχηματισμών, που με ρυθμούς γεωμετρικής προόδου έβαζαν την μικροπολιτική πάνω από την ουσιαστική πολιτική, την πελατειακή σχέση πάνω από οράματα και αξίες, που επέλεγαν τον εύκολο δρόμο της παροχολογίας και της αναξιοκρατίας. Ήταν επόμενο να υποστούν τον λαϊκό “λιθοβολισμό” όσοι έκτισαν πολιτικά παλάτια στην άμμο του πολιτικού λαϊκισμού, αλλά και αρκετοί πραγματικά παλάτια στην βρωμιά της διαφθοράς και της διαπλοκής.

Οι Ευρωπαίοι πολίτες που – για να τα λέμε όλα – φέρουν ακέραιη την συνυπευθυνότητα της στήριξης ενός σαθρού συστήματος. Τώρα που αντιλαμβάνονται ότι το πελατειακό κράτος δεν έχει πια να τους προσφέρει ούτε “νερό και στάρι”, ξύπνησαν και θέλουν εκδίκηση από την κεφαλή του. Αυτά “εις τας Ευρώπας” και ιδιαίτερα την Ελλάδα και τις άλλες μεσογειακές χώρες.

Στην Κύπρο, έχουμε ως συνήθως μια χρονική καθυστέρηση στην εμφάνιση των Πανευρωπαϊκών πολιτικών φαινομένων. Το γνωστό “delay syndrom”. Η απροθυμία και η  ψωροπερηφάνια δεν μας επιτρέπει να αναγνωρίσουμε τα λάθη και οδηγεί τις κοινωνικές εκρήξεις  να εμφανίζονται μετά το πανηγύρι.


Η πολιτική των σκοπιμοτήτων που μας φόρτωσε Χριστόφια, τώρα θέλει πρόεδρο “μαριονέτα”;


Το πολιτικό μας σύστημα είχε στις επερχόμενες προεδρικές εκλογές την ευκαιρία να πάρει ξανά την κατάσταση στα χέρια του. Να ηγηθεί πριν οι εξελίξεις το καταπλακώσουν. Ιδιαίτερα από την ώρα που η κυβέρνηση και ο πρόεδρος το μόνο πλέον που παρακαλούν είναι να προλάβουν να τελειώσουν την “καταραμένη” βάρδια πριν το πλοίο βουλιάξει, οι υπόλοιποι μπορούσαν να παρουσιάσουν τη δική τους συνταγή για να ξαναγίνει η Κύπρος χώρα με κύρος και ουσιαστική αξιοπρέπεια, χώρα που παρά το ιδιαίτερο της πρόβλημα κέρδιζε το σεβασμό και απολάμβανε την εμπιστοσύνη των ξένων κυβερνήσεων και πολιτών. Κατ’επέκταση, να είναι η χώρα μας ασφαλές καταφύγιο για κάθε σοβαρό επενδυτή, αλλά και πολιτικά ισχυρή απέναντι στην τουρκική απειλή που ουδόλως έχει εξαλειφθεί.

Όνειρα θερινής νυκτός… Τη ώρα που Υπουργός Οικονομικών και Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας μας προετοιμάζουν για τον μηχανισμό, πρώτο θέμα συζήτησης και ειδησεογραφίας εξακολουθεί να είναι αν θα τα βρει ο Κάρογιαν με τον Ομήρου και ο Κάρογιαν με τον Άντρο Κυπριανού. Αν δηλαδή το ανατολίτικο παζάρι της εξουσίας καταφέρει να μας επιβάλει για άλλη μια φορά πρόεδρο.

Και εδώ είναι που θέλω να σταθώ. Η σημερινή κατάσταση απαιτεί περισσότερο παρά ποτέ ηγεσία. Ηγέτη με στόχους, πρόγραμμα και σχέδιο. Στο προεδρικό μας σύστημα ο πρόεδρος απολαμβάνει σχεδόν βασιλικών αρμοδιοτήτων. Χρειαζόμαστε άνθρωπο που θα μας βγάλει από τη βάλτο στην οποία βουλιάζουμε και θα μας οδηγήσει στο αύριο.

Παρακολουθώ ανελλιπώς τις προσπάθειες του λεγόμενου ενδιάμεσου χώρου να συμφωνήσει σε κοινή κάθοδο στις προεδρικές, κυρίως για να διασωθούν οι ηγεσίες των κομμάτων που τον συνιστούν. Αλλά και την εμφανή προσπάθεια να βρεθεί ο τρόπος που και το ΑΚΕΛ θα συνταχθεί με αυτό το σχήμα, από την ώρα που ο κ. Χριστόφιας έριξε λευκή πετσέτα. Δεν θεωρώ κακό κόμματα να συνασπίζονται γύρω από ένα κοινό πολιτικό στόχο, μια πολιτική πρόταση, ένα όραμα. Αυτό είναι θεμιτό. Είναι μέρος των δημοκρατικών τους καθηκόντων.

Αντιδρώ όμως όταν βλέπω τα κόμματα που για τις μικροπολιτικές τους σκοπιμότητες μας φόρτωσαν τον Δημήτρη Χριστόφια για πρόεδρο, σήμερα να επιχειρούν να μας επιβάλουν ένα πρόεδρο μαριονέτα. Που έχει ξανακουστεί σε προεδρικό σύστημα να συμφωνείται πρώτα η πολιτική που θα ακολουθηθεί για την επόμενη πενταετία και μετά ο άνθρωπος που θέλουν να ηγηθεί της χώρας; Μια πολιτική μάλιστα που το μόνο στο οποίο επιχειρεί να δώσει έμφαση είναι στο τι δεν αποδέχεται και όχι τι θέλει να πετύχει; Να μπαίνει η άμαξα μπροστά και να ψάχνουμε κάποιο άλογο που να φαίνεται “όμορφο” να την σπρώξει; Και τι θα κάνει αύριο αυτό το “άλογο” αν εκλεγεί με τα χίλια λουριά των μικροκομματικών δεσμεύσεων, όσο καλές προθέσεις και αν έχει;

Πολλοί ήλπιζαν ότι τα πράγματα στην Κύπρο κάποια στιγμή θα εξελίσσονταν και θα άλλαζαν προς το καλύτερο. Συμφωνώ και έχω αγωνιστεί έντονα για ένα νέο ύφος πολιτικής. Δεν δείχνουν όμως ότι θα αλλάξουν σύντομα αναίμακτα. Θα πρέπει πρώτα να αιματοκυλιστούμε με το χτες που θέλει να δώσει την τελευταία μάχη της βόλεψης και της επιβίωσης του στις πλάτες μας.

Οι ελάχιστες απόψεις που δημοσιοποιούνται και δεν συνδράμουν στην απόπειρα ωραιοποίησης της κακής κατάστασης της κυπριακής οικονομίας δεν έχουν πολλούς φίλους. Χαλούν τη βόλεψη και την εκούσια ή ακούσια εθελοτυφλία. Είναι ενοχλητικές, την ώρα που ο καθένας, αρνούμενος να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα, προσπαθεί να καταστήσει έγκυρη την ψευδαίσθηση ότι διαφυλάσσει τα κεκτημένα και τις προοπτικές του.

Ακολουθώντας την τακτική να κρούεις διαρκώς τον κώδωνα του κινδύνου, χαρακτηρίζεσαι ως γραφικός κινδυνολόγος. Από την άλλη, όμως, μεταφέρεις την άποψή σου στους πολίτες και κάποιοι την διαβάζουν με ενδιαφέρον. Έχεις την υποχρέωση να καταγράφεις με θάρρος την αληθινή γνώμη σου. Έχοντας την ισχνή (μηδαμινή πλέον) ελπίδα ότι κάποια στιγμή θα έχουμε ως πολιτεία και πολίτες το σθένος να δούμε κατάματα την πραγματικότητα για να μπορέσουμε να την αντιμετωπίσουμε. Διότι μέχρι σήμερα την κάνουμε διαρκώς χειρότερη, επιχειρώντας να κρύψουμε τον ογκόλιθο των προβλημάτων μας κάτω από ένα χαλάκι.

Χαλί ήταν αρχικά το ότι δεν χρειάστηκε να στηρίξουμε τράπεζες (έχουμε την πιο “δεξιά” κυβέρνηση στην Ευρώπη, αναφωνούσε με ειρωνεία ο Πρόεδρος). Χαλί μετά ήταν οι “επιτυχίες” του κ. Σταυράκη να μας γεμίσει χρέος με τα ομόλογα που πουλούσε σαν πλανόδιος. Το ρωσικό δάνειο που –όπως αποδείχθηκε– δεν άντεχε παρά να καλύψει υποχρεώσεις τεσσάρων μηνών. Άλλο χαλί ήταν τα μέτρα που συμφωνούνταν και κάποια απ’ αυτά εξαγγέλλονταν, αλλά ελάχιστα εφαρμόζονταν. “Ιπτάμενο χαλί”, δε, ήταν οι από μηχανής Ρώσοι, Κινέζοι, Καταριανοί και άλλοι “θεοί” που ανακάλυψαν δήθεν στην Κύπρο τη γη της επενδυτικής επαγγελίας. “Ουρά οι ξένοι επενδυτές” έγραφε το πρωτοσέλιδο της Χαραυγής. Σκαρφιστήκαμε και επιστρατεύσαμε ό,τι ήταν δυνατόν, για να κάνουμε επί της ουσίας το απόλυτο τίποτα.


Πολύ πιο επικίνδυνο από τα 2 δις της Λαϊκής, είναι το ότι τη θεωρούμε το μόνο μας πρόβλημα


Είναι αλήθεια ότι για την έκθεση των τραπεζών στα ελληνικά ομόλογα δεν έχει ευθύνη ο Πρόεδρος και η κυβέρνηση. Και είναι ορθό ότι φέρουν ευθύνη οι ίδιες οι τράπεζες για την κατάστασή τους. Είναι όμως εξίσου αλήθεια ότι ο κ. Χριστόφιας όφειλε να διεκδικήσει στήριξη για τις τράπεζες όταν αποφασιζόταν στις Βρυξέλλες το κούρεμα του ελληνικού χρέους. Και είναι ακόμη μεγαλύτερη αλήθεια ότι το πρόβλημα του καλπασμού του δημοσίου χρέους και των κρατικών δαπανών είναι έτι μεγαλύτερο από εκείνο των τραπεζών.

Για την Κύπρο, ίσως ο μηχανισμός να ήταν μια λύση για να αλλάξουν πράγματα, αφού με τις κυβερνήσεις μας τίποτα δεν έχει αλλάξει. Έχουμε όμως το θέμα των ξένων καταθέσεων και την ταφόπλακα που θα θέσει κάτι τέτοιο στην εμπιστοσύνη απέναντι στη χώρα μας.

Σήμερα, λοιπόν, διατρέχουμε τον μεγαλύτερο κίνδυνο. Να θεωρήσουμε ότι το πρόβλημα της Λαϊκής ήταν και το πρόβλημα της οικονομίας. Αυτό που θέλει να καταστήσει η κυβέρνηση την κολυμβήθρα του Σιλωάμ της απραξίας της. Αισθανόμενη σχεδόν “ανακούφιση” που θα είναι η Λαϊκή η αφορμή μιας ενδεχόμενης προσφυγής στον μηχανισμό.

Την περασμένη Δευτέρα, ο Πρόεδρος Χριστόφιας ανακοίνωσε ότι δεν πρόκειται να επαναδιεκδικήσει το ύπατο αξίωμα. Αδιαμφισβήτητα, με την κίνησή του διευκόλυνε το ΑΚΕΛ να μπει σε διάλογο με άλλα κόμματα για τις επόμενες εκλογές. Πόσο τυχαία όμως ήταν η χρονική σύμπτωση της εξαγγελίας αυτής με την κατάθεση του νομοσχεδίου για να σωθεί η Λαϊκή; Και τι οδήγησε έναν άνθρωπο –που για μένα είναι πέρα από βέβαιο ότι ήθελε πολύ να δώσει τη μάχη του– να κλείσει σχεδόν ερμητικά την πόρτα στον εαυτό του, χωρίς να εξαντλήσει κάθε προσπάθεια;

Την ώρα που ο Δημήτρης Χριστόφιας ανακοίνωνε ότι δεν θα είναι υποψήφιος και κλαιγόταν ότι δεν είχε κατανόηση ως Πρόεδρος, εκείνη ακριβώς τη στιγμή μαύρα φίδια με έζωσαν για το τι περιμένει την κυπριακή οικονομία. Προσεύχομαι να με “τρόμαξαν” από λάθος.

Υ.Γ. Πάρα πολλά χρόνια λοιδορούνται πολλοί στην Κύπρο ως “νεοφιλελεύθεροι”, ιδιότητα που δεν χαρακτήριζε καμία κατατεθειμένη πολιτική θέση από κανένα χώρο. Σήμερα, μπορούμε να “υπερηφανευθούμε” ότι υπάρχει στη χώρα μας νεοφιλελεύθερο ρεύμα. Η άποψη που λέει ότι από την ώρα που ένας ιδιωτικός οργανισμός –η Λαϊκή– έκανε επιλογές που την έφεραν προ της χρεοκοπίας, δεν είναι δουλειά του φορολογούμενου να επιβαρυνθεί για να την σώσει, αποτελεί την επιτομή του νεοφιλελευθερισμού. Αυτήν την άποψη, προσωπικά, δεν την συμμερίζομαι.

Η ιστορία επαναλαμβάνεται σαν φάρσα…

Πολλά και ιδιαιτέρως κρίσιμα είναι τα συμπεράσματα και τα όσα απορρέουν από τις εκλογές στην Ελλάδα την περασμένη Κυριακή. Κατ’ αρχάς, κυρίαρχα πολιτικά ζητήματα όπως το μέχρι πού ένας λαός αντέχει τη λιτότητα χωρίς προοπτική. Το πόσο ανεκτή είναι η επιβολή μέτρων από κέντρα των οποίων η διοίκηση δεν είναι εκλεγμένη από τους πολίτες που αφορούν. Για την Ευρώπη, μιλάω που συνεχίζει να αποτυγχάνει στην υπηρέτηση του κοινού οράματος.

Που οδήγησε ένα ιστορικό έθνος, την κοιτίδα της, να παίζει το μέλλον του κορώνα γράμματα μπροστά σε αυτό που χαρακτηρίζεται –ορθά ή λανθασμένα– ως καταπίεση από ευημερούσες χώρες και αγορές.

Το κυριότερο κοινωνικό φαινόμενο που αποδείχθηκε από τις ελληνικές εκλογές είναι το τεράστιο χάσμα γενεών. Αν η ψηφοφορία αφορούσε τους ψηφοφόρους μέχρι 40 ετών, ΝΔ και ΠΑΣΟΚ θα είχαν πολύ μικρότερα ποσοστά, σε αντίθεση με ΣΥΡΙΖΑ, Χρυσή Αυγή και Ανεξάρτητους Έλληνες που θα είχαν εκτοξευθεί ακόμη περισσότερο.

Πολύ καλύτερα θα πήγαιναν και τα κόμματα που έμειναν εκτός Βουλής. Δείχνουν οι νέοι σε ηλικία άνθρωποι, αλλά και οι παραγωγικές ομάδες του πληθυσμού ότι το κάλεσμα να πληρώσουν βάναυσα το λογαριασμό που τους άφησε η καλοπέραση της προηγούμενης γενιάς, ούτε γοητεύει, ούτε και μπορεί να θεωρηθεί βάση για την παντελή αβεβαιότητα του μέλλοντός τους.


Το ΠΑΣΟΚ πληρώνει τα “αρχηγηλίκια” και εξαφανίζεται. Η Νέα Δημοκρατία;


Εξαιρετικό ενδιαφέρον όμως έχει κατ’ εμέ, η πανωλεθρία των σχημάτων που βασίζονται και εξαρτώνται από το πρόσωπο του αρχηγού. Ο οποίος, ως σχήμα, είχε καταλήξει να είναι το Α και το Ω της παράταξης, να ορίζει και να παύει στελέχη και αξιωματούχους σε όλες τις βαθμίδες κατά το δοκούν, να καθορίζει τη σύνθεση των συλλογικών οργάνων. Προπαντός να καθορίζει χωρίς καμία εσωτερική διεργασία, τη γραμμή, την τακτική και την πολιτική του κινήματος ή της παράταξης.

Είχα πάντα την άποψη ότι η «αρχηγική» είναι μία αποτυχημένη συνταγή πολιτικής. Σίγουρα δεν μπορεί να προσδιορίζει αστικά κόμματα εξουσίας, τα οποία εκ της φύσεώς τους θα έπρεπε να χαρακτηρίζονται από πολυσυλλεκτικότητα. Ενώ την εποχή των μεγάλων ηγετών όλα τα κόμματα αυτού του είδους είχαν εκλεγμένα όργανα και προσωπικότητες που μπορούσαν να συζητήσουν και να αναδιαμορφώσουν απόψεις με τον ηγέτη να συνθέτει και να ενώνει, από τα τέλη της δεκαετίας του ’90 μέχρι και σήμερα επικράτησε το «παραφύσιν πολιτεύεσθαι» του ενός.

Δεν θα διστάσω να προβλέψω την εξαφάνιση του ΠΑΣΟΚ από την πολιτική σκηνή. Ότι και να κάνει ο κ. Βενιζέλος από εδώ και πέρα, δεν θα μπορέσει να αναστήσει το κόμμα του, που σαν ηλικιωμένος τύπος χωρίς οράματα και στόχους κάθεται και περιμένει το φιλί της ζωής. Δεν υπάρχουν τέτοια πράγματα.

Τη θέση του ΠΑΣΟΚ την έχει ήδη πάρει ένα άλλο σχήμα που ήδη συμπεριφέρεται σαν ΠΑΣΟΚ από το παρελθόν. Ο ΣΥΡΙΖΑ. Μια περίεργη συλλογή αριστερών «αγωνιστικών» ρευμάτων που διαθέτει ως ενοποιητικό κρίκο ένα νέο άνθρωπο, που κουβαλάει σε σύγχρονη μορφή τα στοιχεία του Ανδρέα Παπανδρέου όταν ήταν εκείνος νέος. Τον Αλέξη Τσίπρα.

Ο κ. Τσίπρας με την σύνθεση, πέτυχε να δώσει στην περιθωριακή αριστερά προοπτική εξουσίας. Ακόμη και όραμα διακυβέρνησης, έστω και αν κατά τη γνώμη μου είναι εντελώς λαϊκίστικο και ανεδαφικό. Πόση διαφορά άραγε έχουν το «Θα καταγγείλω το Μνημόνιο» από το «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο» ή το «θα απελάσω τους υπαλλήλους της τρόικας», από το «έξω οι βάσεις του θανάτου»; Συνθήματα κενά περιεχομένου που πετυχαίνουν όμως να κεντρίσουν πολιτικά ένστικτα ενός λαού που αισθάνεται κουρασμένος και καταπιεσμένος.

Αυτές οι πολιτικές βέβαια, όπως τότε που κατέληξαν με το «Τσοβόλα δώστα όλα», το πιθανότερο είναι να οδηγήσουν την Ελλάδα –και την Κύπρο κατ’ επέκταση- στην καταστροφή. Για να μη γίνει αυτό, το λιγότερο που χρειάζεται είναι μια σοβαρή, πλουραλιστική και ενωμένη κεντροδεξιά, που θα μπορεί να θέσει, έστω, με αξιοπιστία το διακύβευμα της ευρωπαϊκής ή περιθωριακής Ελλάδας. Τα προσωποπαγή, τα αρχηγιλίκια, οι αποκλεισμοί και η έλλειψη ανοχής στη μερική ιδεολογική διαφορετικότητα έπαθαν πανωλεθρία. Όλοι έχασαν. Αν δεν πορευθούν μαζί, θα χρεωθούν τη βαριά ιστορική ευθύνη ότι έβαλαν τον εαυτό τους πάνω από την πατρίδα.

Η πολιτική είναι ομαδικό «άθλημα». Η ευθύνη ανήκει πρωτίστως στον μεγαλύτερο. Απ’ εκεί και πέρα ο καθένας αναλαμβάνει την ευθύνη του και το κόστος που της αναλογεί.

Όπως πάντα, το να μπορείς να δεις τα πράγματα απ’ έξω, με ένα “τρίτο μάτι”, σου δίνει ένα σαφές πλεονέκτημα από όσους τα βλέπουν από μέσα. Βλέπεις τα πράγματα σφαιρικά, σε απόσταση από τα μικρά, τα μικροκομματικά, την καθημερινότητα και τις άσχημες παραστάσεις που προκαλούν αυθόρμητα οργή.

Οι εκλογές στην Ελλάδα, αφορούν πρωτίστως όσους είναι πολίτες της χώρας. Αυτοί είναι που καλούνται να επιλέξουν το λιγότερο κακό, αυτοί είναι που πρώτοι θα υποστούν τις αρνητικές συνέπειες τις επιλογής τους. Και είναι τόσο μίζερη και άχαρη διεργασία, να πηγαίνεις να ψηφίσεις στις εκλογές – τη γιορτή της δημοκρατίας – με το πρόσωπο σκυθρωπό και θλιμμένο. Έχοντας να επιλέξεις μεταξύ δύο δρόμων γεμάτων θυσίες. Γνωρίζοντας ότι η ψήφος σου μπορεί να καταδικάσει τη χώρα στο περιθώριο και την ανέχεια για αρκετά χρόνια.

Οι Ελληνικές εκλογές – μαζί με τις Γαλλικές – αφορούν ασφαλώς την Ευρώπη. Την Ένωση που η πορεία της δεν καθορίζεται πλέον από μεγαλεπήβολα και πανευρωπαϊκά οράματα μεγάλων ηγετών, αλλά από την προσπάθεια κυβερνώντων να πείσουν τους λαούς τους ότι είναι αρκούντως αυστηροί στα ολισθήματα των “παραστρατημένων” μελών. Της Ευρώπης που για να αντιμετωπίσει την παγκόσμια κρίση έτρεξε να βγάλει από την ντουλάπα το μαστίγιο, ξεχνώντας το καρότο. Τις πολιτικές που θα αξιοποιούσαν τις περικοπές και τις διαρθρωτικές αλλαγές, για να προκληθεί ανάπτυξη και κλίμα αντιστροφής της ύφεσης. Που θα βοηθούσαν την ΕΕ να βασιστεί σε ίδιες δυνάμεις για να αναδείξει την κοινή οικονομία της.


Θα μπορέσει για παράδειγμα η Κύπρος να αντλήσει ένα κυβικό αέριο με την Ελλάδα εκτός Ευρώπης;


Στην Ελλάδα, η εκλογική διαδικασία διανθίζεται μετά από πολλές δεκαετίες, από έντονα εθνικά και εθνικιστικά πολλές φορές χαρακτηριστικά. Ακόμα και κόμματα της αριστεράς επιχειρούν να δώσουν βολικές ερμηνείες στη φράση “ανεξάρτητος και όχι υπόδουλος Έλληνας πολίτης”. Για να είμαι ειλικρινής, δεν θεωρώ καθόλου κακό να προστρέχει ένας λαός στις ρίζες και την ιστορία του, προκειμένου να αντλήσει διδάγματα, δυνάμεις και θάρρος για να αντιμετωπιστούν σύγχρονες μεγάλες δυστοκίες. Θεωρώ όμως ιδιαζόντως αντεθνική την επίκληση της ιστορίας, για να δημιουργηθεί η ψευδαίσθηση ότι αυτή μπορεί να διαγράψει σημερινές αδυναμίες και ολισθήματα. Αν μη τι άλλο, η Ελληνική ιστορία είναι γεμάτη από χιλιάδες παραδείγματα ανθρώπων που δεν δίστασαν την κρίσιμη στιγμή να αναλάβουν την ευθύνη τους. Όποιο και αν ήταν το κόστος.

Αυτό που ξενίζει κάποιον σαν εμένα, ένα άνθρωπο που παρακολουθεί τις Ελληνικές εκλογές περισσότερο από πολλούς πολίτες της χώρας, είναι ότι σε μια διαδικασία που η λέξη “Ελλάδα” και οι συμβολισμοί της αποτελούν το κατ’ εξοχήν προεκλογικό επιχείρημα, δεν έχει συζητηθεί καθόλου το που θα στέκει ο Ελληνισμός την επομένη των εκλογών. Ποια θα είναι δηλαδή η θέση και οι δυνατότητες του στο παγκόσμιο στερέωμα. Το πόσο θα μπορεί η Ελλάδα να προασπίσει την ανεξαρτησία και την ακεραιότητά της ως χώρα, το πόσο θα μπορεί να σταθεί δίπλα στην Κύπρο, να δίνει δύναμη και αξία στο Ελληνικό λόμπυ της Αμερικής, την ομογένεια σε Βρετανία και Αυστραλία, το πόσο θα είναι ικανή να κρατήσει πρωταγωνίστρια την Ελληνική ναυτιλία, το τι θα σημαίνει – όχι μόνο για την καθημερινότητα αλλά και για την Εθνική δυνατότητα – η Ευρωπαϊκή της αδυναμία και απαξίωση.

Η Ελλάδα είναι ήδη πληγωμένη. Μόνο και μόνο το ότι στην πρόκληση της Τουρκίας να πραγματοποιήσει έρευνες στην Κυπριακή ΑΟΖ, δεν υπήρχε ουσιαστική Ελληνική αντίδραση, δείχνει το μέγεθος της αδυναμίας. Μια Ελλάδα όμως στο καναβάτσο, θα σημάνει και την αποδόμηση ολόκληρου του Ελληνισμού και των δυνατοτήτων του. Είτε αυτά είναι κυριαρχικά δικαιώματα, είτε αποτρεπτική δυνατότητα, είτε οικονομικές προοπτικές.

Στην προεκλογική εκστρατεία η Κύπρος πρωταγωνίστησε. Κυρίως για την επιτυχία να καθορίσει ΑΟΖ και να ανακαλύψει κοιτάσματα φυσικού αερίου. Είναι δεδομένο όμως, ότι η Κύπρος δεν θα έμπαινε στην Ευρώπη αν δεν ήταν η Ελλάδα. Και είναι πολύ εύλογος ο προβληματισμός μου, για το αν η Κύπρος θα καταφέρει να αντλήσει έστω και ένα κυβικό αέριο με την Ελλάδα εκτός Ευρώπης…

Στη συζήτηση για το ποιος θα είναι ο πρωθυπουργός και για το αν θα υπάρχει κυβέρνηση την 7η Μαΐου, έχω ισχυρή την πεποίθηση ότι πρέπει να προστεθεί και το αν θα υπάρχει Ελληνισμός. Που για να υπάρχει, χρειάζεται ένα σύγχρονο πατριωτικό όραμα που να θέλει την Ελλάδα σοβαρή και υπεύθυνη στην Ευρώπη, εντός της Ευρωζώνης, με το δικαίωμα – όσο και αν σήμερα είναι αδύναμη – να μπορεί να ανακάμψει, αποτελώντας μέρος του σύγχρονου κόσμου και όχι παριστάνοντας τον αποδιοπομπαίο τράγο του απόκοσμου.