Πρώτη φορά μου τυχαίνει να παρακολουθώ εκλογικές διαδικασίες με τον προβληματισμό να υποσκελίζει ξεκάθαρα τον ενθουσιασμό. Είτε αυτές είναι οι γαλλικές εκλογές, είτε της Ελλάδας, είτε οι προετοιμασίες για τις δικές μας προεδρικές. Και είναι αναπόφευκτος ο προβληματισμός, από την ώρα που πανευρωπαϊκά παρατηρούνται δύο βασικά χαρακτηριστικά:

Πρώτο, η άνοδος της εκλογικής επιρροής ακραίων δεξιών και αριστερών κομμάτων, με την ταυτόχρονη απενοχοποίηση των θέσεων που επαγγέλλονται. Και δεύτερο, η αδυναμία των παραδοσιακών κυρίαρχων πολιτικών δυνάμεων, όχι μόνο να εμπνεύσουν, αλλά και να πείσουν ότι μπορούν να οδηγήσουν εκ νέου στην πρόοδο.

Είναι αλήθεια ότι παντού τα κόμματα εξουσίας σήμερα καλούνται να διαχειριστούν τα τεράστια προβλήματα που έφερε μαζί της η οικονομική κρίση. Αυτό το γεγονός από μόνο του, έχει προκαλέσει αγκυλώσεις στη δυνατότητά τους να σχεδιάζουν μεγαλόπνοα πολιτικά προγράμματα και στρατηγικές που θα στοχεύουν σε αυξημένη ευημερία. Το καλό όμως της «προσγείωσης» και της πολύ περιορισμένης ανοχής στον λαϊκισμό, δεν επέφερε την εκλογίκευση των προγραμμάτων διακυβέρνησης. Αντιθέτως, μάλλον επί του παρόντος έχει οδηγήσει στην κατάργηση οραματικών πολιτικών και σε προσωπικές διελκυστίνδες μεταξύ υποψηφίων προέδρων και πρωθυπουργών για το ποιος είναι το μη χείρον βέλτιστον.


Αντί νέων πολιτικών οραμάτων, σε Γαλλία, Ελλάδα και Κύπρο βλέπουμε διελκυστίνδες για το μη χείρον βέλτιστο


Αυτό συμβαίνει στη Γαλλία μεταξύ Σαρκοζί και Ολάντ, αυτό συμβαίνει στην Ελλάδα μεταξύ Σαμαρά και Βενιζέλου, αυτό συνέβαινε μέχρι πρόσφατα στην Κύπρο μεταξύ Χριστόφια και Αναστασιάδη. Παντού, οι προεκλογικές εκστρατείες κυριαρχούνται από αρνητικά μηνύματα και από προσπάθεια αμφισβήτησης του αντιπάλου. Σε τακτικές δηλαδή που είναι ψωμοτύρι για τους ακραίους πολιτικούς, πέραν της μόδας που απλώνεται για αντισυστημική ψήφο. Είναι το γήπεδο των ακραίων οι πολιτικές της αμφισβήτησης, την ώρα μάλιστα που οι επικίνδυνες θέσεις τους, φέρουν το χαρακτηριστικό της καθαρότητας και της ευκρίνειας. Καθαρές θέσεις είναι η «επιστροφή στο φράγκο» της Λε Πεν, η «επιστροφή στη δραχμή» του ΚΚΕ και το «να ξεκουμπιστούν οι μετανάστες» της Χρυσής Αυγής, όσο και αν στη λογική προκαλούν τρόμο. Οι δε ομοιότητες των θέσεων μεταξύ της άκρας δεξιάς και της αριστεράς – αν εξαιρεθεί το μεταναστευτικό– προκαλούν σοκ.

Το πόσο χαμένο είναι το πολιτικό σύστημα, φαίνεται περίτρανα, αν κάποιος παρακολουθήσει τις εκλογές στην Ελλάδα. Με εξαίρεση την εξαγγελία του οικονομικού προγράμματος Σαμαρά, το οποίο ωστόσο περιλάμβανε πάμπολλες ανεδαφικές προτάσεις ιδιαίτερα ως προς τον χρόνο πιθανής υλοποίησής τους, ΠΑΣΟΚ και ΝΔ το μόνο που προσπαθούν να πετύχουν είναι να επιβάλουν αυτό που θεωρούν ως κρίσιμο διακύβευμα. Δηλαδή το κατά πόσο η Ελλάδα θα πρέπει να κυβερνηθεί από αυτοδύναμη κυβέρνηση ή κυβέρνηση συνεργασίας. Κατά τα άλλα, βλέπεις τις περιορισμένες σε όγκο και ενθουσιασμό «παλλαϊκές» συγκεντρώσεις των κομμάτων, αλλά και τις εκστρατείες κομμάτων και υποψηφίων, και σου έρχονται στο μυαλό οι παλιοί μαγαζάτορες του κέντρου των Αθηνών, οι οποίοι ουδέποτε ανακαίνισαν το κατάστημά τους, με αποτέλεσμα να το βλέπουν να αργοπεθαίνει διηγούμενοι το «ένδοξο» παρελθόν.

Τα πολλά κόμματα στην Ελλάδα, ασφαλώς έχουν προκύψει από προσωπικές φιλοδοξίες και αδυναμία συλλογικής λειτουργίας. Αυτό όμως που τους δίνει χώρο, είναι η ανυπαρξία συγκεκριμένης πολιτικής κατεύθυνσης από τις δύο δυνάμεις εξουσίας. ΠΑΣΟΚ και ΝΔ όχι μόνο στερούνται αξιοπιστίας σήμερα εξαιτίας «αμαρτωλού παρελθόντος», αλλά επιπλέον δεν «γέννησαν» νέες πολιτικές ιδέες και οράματα, που να καλύπτουν με ευρύτητα τον ιδεολογικό τους χώρο.

Στην Κύπρο, η πολυδιάσπαση δυνάμεων δεν είναι ορατή, όπως ούτε και η επικίνδυνη ενδυνάμωση ακραίων καταστάσεων. Αυτό όμως που ήδη συμβαίνει, είναι η διαφαινόμενη αδυναμία όλων των δυνάμεων που θα διεκδικήσουν την εξουσία, να εμπνεύσουν και να ενθουσιάσουν τον λαό. Και η επιλογή τους να περιορίζονται στο μικροκομματικό παζάρι.

Τα κόμματα του κέντρου, συνομολογούν «αποτρεπτικό πρόγραμμα διακυβέρνησης», και αν καταλήξουν θα βρουν και υποψήφιο. Μας λένε δηλαδή, ότι στο προεδρικό σύστημα που έχουμε, με τις διευρυμένες ατομικές εξουσίες του Προέδρου, αυτός που θα προτείνουν θα είναι ο διαχειριστής δοτών πολιτικών… Από την άλλη, έχουμε το ΑΚΕΛ να προσπαθεί να μας πείσει ότι η θητεία Χριστόφια είναι πετυχημένη, την ώρα που τον καταργεί ως υποψήφιο, αντί να επιζητεί την ανανέωση της λαϊκής εντολής. Και έχουμε τέλος τον ΔΗΣΥ, να καθυστερεί να δώσει πολιτικό περιεχόμενο στην υποψηφιότητα Αναστασιάδη. Ένα γεγονός που την καθιστά πιο ευάλωτη στο ενδεχόμενο να μην έχουν τόση αξία τελικά, τα χαρακτηριστικά του αντι-Χριστόφια.

Advertisements

Τα παλιά χρόνια, όταν ένα παιδί κάποιου πλούσιου γαιοκτήμονα δεν “έπαιρνε” από γράμματα, οι συχωριανοί του γεμάτοι απαξίωση έλεγαν: “Μην τον λυπάστε αυτόν. Το πολύ πολύ να πουλήσει ένα – δύο κτήματα του πατέρα του και μια χαρά θα περάσει. Τους φτωχούς να λυπάστε”. Ο ίδιος μάλιστα ο κάκιστος μαθητής κορόιδευε όσους προσπαθούσαν να μορφωθούν, στηριζόμενος στην επίπλαστη ασφάλεια που του “προσέφερε” η μεγάλη οικογενειακή περιουσία. “Τι τα θέλετε τα γράμματα και χάνετε τον καιρό σας” αναφωνούσε συνήθως στους συνομήλικους του.

Τις πλείστες φορές, αυτές οι ιστορίες είχαν (και έχουν ακόμη και σήμερα), πολύ θλιβερό τέλος. Ο κανακάρης γιος, μετά την αποχώρηση των γονέων από τα εγκόσμια, σκορπούσε δεξιά και αριστερά την περιουσία τους και κατέληγε στην ψάθα. Αν όχι ο ίδιος, τα παιδιά του. Εννοείται ότι μέχρι και την υστάτη, το έπαιζε μεγάλος και τρανός, κρύβοντας το πρόβλημα μέχρι που δεν πήγαινε άλλο.

Μεγάλη Πέμπτη στο Λονδίνο, εκδόθηκε η έκθεση του διεθνούς οίκου Credit Market Analysis Ltd (CMA) για το πρώτο τρίμηνο του 2012. Βάση αυτής της έκθεσης, η Κύπρος είναι παγκοσμίως η πρώτη υποψήφια για χρεωκοπία χώρα. Ή αλλιώς, τα Κυπριακά ομόλογα είναι τα πλέον επικίνδυνα ομόλογα του κόσμου. Μια βδομάδα νωρίτερα, άλλη έκθεση του Αγγλικού οίκου Markit Credit Research κατέτασσε το  spread των Κυπριακών Ομολόγων ως το υψηλότερο στον κόσμο, αφού φτάνει τις 1,183 μονάδες (κάτι Ελληνικό μου θυμίζουν τέτοια νούμερα).


Στην Κύπρο κινδυνεύουμε να χρεοκοπήσουμε χωρίς να το πάρουμε χαμπάρι


Η πρώτη είδηση κυρίως, αλλά και η δεύτερη, δημοσιεύθηκαν στην συντριπτική πλειοψηφία των σημαντικών διεθνών μέσων ενημέρωσης που επικεντρώνονται στα οικονομικά, αλλά και σε όλες τις ιστοσελίδες που ασχολούνται με την ενημέρωση των μεγάλων επενδυτών. Πληροφορήθηκαν δηλαδή για αυτή την εξέλιξη οι “διεθνείς αγορές”. Η είδηση δε ότι την πρώτη θέση της Ελλάδας στη μαύρη λίστα χωρών επικίνδυνων για χρεοκοπία, πήρε η Κύπρος, έλαβε μεγάλη έκταση σε χώρες όπως η Ελλάδα και η Τουρκία.

Εννοείται ότι η είδηση αυτή θάφτηκε με τσιμέντο στην Κύπρο, τόσο από την Κυβέρνηση, όσο από την αντιπολίτευση, αλλά και από τη συντριπτική πλειοψηφία των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης. Τέσσερα χρόνια άλλωστε, η στρατηγική μας για να αντιμετωπίσουμε την κρίση, είναι απλή: “θα ταΐζουμε το λαό και τις αγορές με ενέσεις ψυχολογίας, όσο και αν δεν στηρίζονται σε αληθινά στοιχεία”. Το οικονομικό μας δόγμα είναι ότι “Η ψυχολογία τρώγεται” ευελπιστώντας ότι αυτή θα μας κρατήσει μέχρι να γίνουμε “εμίρηδες” πουλώντας φυσικό αέριο σε όλο τον κόσμο… Τέσσερα χρόνια τώρα, κανένα πραγματικό διαρθρωτικό μέτρο δεν αναλαμβάνεται και περιμένουμε κάποιον από μηχανής Θεό να μας γλυτώσει.

Προς επιβεβαίωση της κάκιστης κατάστασης, ήρθαν να προστεθούν δύο γεγονότα. Πρώτο η ανακοίνωση του Υπουργείου Οικονομικών την Παρασκευή 20 Απριλίου για την εκτίναξη του δημοσίου χρέους και του δημοσιονομικού ελλείμματος από 5.3% το 2010, σε 6.4% το 2011. Και δεύτερο, η γενική παραδοχή της τεράστιας δυσκολίας των Κυπριακών Τραπεζών να εξεύρουν τα κεφάλαια που χρειάζονται.

Δεν ισχυρίζομαι ότι η Κύπρος πράγματι κινδυνεύει άμεσα με χρεοκοπία, όπως μας υποδεικνύουν CMA και Markit. Δεν είμαι ο ειδικός να το πω αυτό. Γνωρίζω κιόλας τα αντεπιχειρήματα που θέλουν τα Κυπριακά ομόλογα να μην διαπραγματεύονται ουσιαστικά στις διεθνείς αγορές, αλλά και να μην είναι ελκυστικά λόγω μικρού κεφαλαίου. Όπως όμως και έχω διαβάσει στην έκθεση της Markit, ότι 50 συναλλαγές Κυπριακών ομολόγων πραγματοποιούνται κάθε μέρα, με 8 οίκους να τα διαπραγματεύονται συχνά.

Το θέμα μου είναι άλλο. Η μόνιμη συμπεριφορά μας ως κράτος, κόμματα και ΜΜΕ, να θέλουμε να έχουμε σε συσκότιση το λαό μας, την ώρα που όλος ο έξω κόσμος βουίζει. Τέσσερα χρόνια οικτρής αποτυχίας του “δόγματος της ψυχολογίας” δεν έφταναν για να αλλάξουμε μυαλό; Και στο κάτω κάτω, αν υπάρχουν ατράνταχτα επιχειρήματα για την αξιοπιστία της οικονομίας μας, γιατί να μην τα ξέρω και εγώ όπως και άλλοι που συχνά καλούμαστε να στηρίξουμε σε ξένους την προοπτική της Κυπριακής οικονομίας; Ξένους που έχουν ήδη την πληροφόρηση ότι επίκειται χρεοκοπία της Κύπρου. Αυτήν έχουν. Όπως και να το κάνουμε.

Είμαστε περήφανος λαός, ψωροπερήφανος πολλές φορές. Είμαι σίγουρος όμως, ότι τον ανεπίδεκτο μαθητή του χωριού, δεν θέλουμε να τον παίζουμε. Και δυστυχώς αυτό πράττουμε εδώ και τέσσερα χρόνια. Σχεδόν όλοι.

Η εξουσία

18/04/2012

Είναι απίστευτο το πως οι «επαναστάτες» και αντιεξουσιαστές του χθες, μετατρέπονται κάθε φορά στους χειρότερους φορείς εξουσίας, όταν την αναλάβουν. Τα παραδείγματα λαοπρόβλητων αγωνιστών και ηγετών που είτε κατέλυσαν τη δημοκρατία είτε διασπάθισαν το δημόσιο χρήμα είναι τόσα πολλά στην παγκόσμια ιστορία που μπορούν να γεμίσουν πολλές εγκυκλοπαίδειες.

Αφορμή για το σημερινό άρθρο αποτέλεσε η σύλληψη του Άκη Τσοχατζόπουλου στην Αθήνα. Δεν θέλω να σταθώ στο πόσο εμετικό είναι να παίρνεις χρήματα εις βάρος της χώρας, του λαού της, αλλά και της αμυντικής της ικανότητας. Ούτε στο πόσο ικανοποιούν το περί δικαίου αίσθημα παραπομπές σε δίκη όπως αυτή, που σπάνια συμβαίνουν, αν και πολλά γίνονται. Όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στην Κύπρο και –σχεδόν– παντού.

Θέλω να ασχοληθώ με το πώς ένας άνθρωπος που μπήκε στην πολιτική ως αγωνιστής ενάντια στη Χούντα, κατέληξε να είναι το παράδειγμα της διαφθοράς, της κακοδιοίκησης και της ρεμούλας που κατακυρίευσε μια ολόκληρη χώρα. Διότι είμαι σίγουρος πως όταν ο πολιτικός μηχανικός στη Γερμανία κ. Τσοχατζόπουλος εντασσόταν στο ΠΑΚ το 1970 και του είχε απαγορευθεί η είσοδος στην Ελλάδα, είχε τις καλύτερες των προθέσεων. Και πατριώτης θα ένιωθε, και αλτρουιστής ήταν, και έτρεφε απέναντι στη δημοκρατία υπέρτατο σεβασμό.


Ο Άκης Τσοχατζόπουλος, όταν μπήκε στην πολιτική, θα είχε τις καλύτερες των προθέσεων


Ο Άκης Τσοχατζόπουλος θεωρείτο από νωρίς άξιος εκπρόσωπος της «γενιάς του Πολυτεχνείου». Της γενιάς δηλαδή των πολιτικών που ενώ αναδείχθηκαν ως οι υπερασπιστές και θεματοφύλακες της δημοκρατίας κατά τη Μεταπολίτευση, θα καταγραφούν από την ιστορία ως αυτοί που την εξευτέλισαν και την οδήγησαν στην απαξίωση.

Το να μπορείς να αντιστέκεσαι στις σειρήνες της εξουσίας δεν είναι εύκολο πράγμα, όταν είσαι πάνω στο άλογο. Χρειάζεται σθένος και αυτοπεποίθηση. Πάνω απ’ όλα να είσαι συμφιλιωμένος με τον εαυτό σου και την εξουσία την ίδια. Να ξέρεις ποιος είσαι και πώς θέλεις να καταγραφείς. Να είναι η εξουσία όχημα για να εφαρμόσεις τα πιστεύω σου. Να μην είναι λάφυρο για κάτι που έκανες πριν, ούτε διαβατήριο για να το παίζεις κάποιος.

Δεν είναι τυχαίο που οι μεγαλύτεροι ηγέτες στην ιστορία, ήταν άνθρωποι για τους οποίους η ανάδειξη σε δημόσια αξιώματα δεν έσπαγε κάποιο κατεστημένο, ούτε και ανέτρεπε όλη την προηγούμενη τους δράση. Αυτοί έχουν προφανώς το σθένος να μην παρασύρονται από τη ματαιοδοξία. Έχουν, μάλιστα, αρχές συμβιβασμένες με τα όσα η εξουσία συνεπάγεται. Δεν το παίζουν αντιεξουσιαστές, όταν υπηρετούν αξιώματα. Αλλά γνωρίζουν και αναγνωρίζουν ότι οι φορείς τις εξουσίας είναι οι ίδιοι.

Το κακό βέβαια με αυτή την «κοπή» πολιτικών, είναι ότι συνήθως δεν ενθουσιάζουν τον εθισμένο στο λαϊκισμό ψηφοφόρο, ούτε και μπορούν εύκολα να παρασύρουν τη λαϊκή μάζα. Αν, μάλιστα, έχουν την αυτοκτονική τάση να λένε στον λαό την αλήθεια, τότε μάλλον καταδικάζονται στο πυρ το εξώτερο. Κι αυτό επειδή ο λαός ενθουσιάζεται με τους «Άκηδες». Θέλει να είναι δίπλα τους και να απολαμβάνει τα κλεμμένα. Θέλει να παίρνει λίγη από τη κίβδηλη λάμψη τους. Τους ζηλεύει πολλές φορές, θέλοντας να γίνει «Άκης» στη θέση του «Άκη». Και «Άκηδες» υπάρχουν πολλοί…

Χρόνια Πολλά σε όλους

Η εκστρατεία για τις προεδρικές εκλογές, έχει μπει ξεκάθαρα στη φάση της διαβούλευσης μεταξύ κομμάτων. Ίσως είναι η πρώτη φορά που το σκηνικό των συνεργασιών παραμένει τόσο ρευστό. Οι επιλογές για τα πλείστα των κομμάτων είναι ακόμη πολλές και ανοικτές, όπως και αρκετά ισχυρά είναι τα ρεύματα εντός του κάθε κόμματος που τις υποστηρίζουν. Με εξαίρεση δε τον ΔΗΣΥ όπου τα πράγματα είναι εν πολλοίς προδιαγεγραμμένα, τόσο το ΑΚΕΛ όσο και τα κόμματα του ενδιάμεσου –όπως λέγεται– χώρου, παλεύουν να βρουν απαντήσεις σε κορυφαία ερωτήματα.

Αν θέλουν εκλογές ενός ή δύο γύρων, αν μπορούν να το καθορίσουν αυτό, αν υπερισχύει της ανάγκης για τη βέλτιστη συμμετοχή στην εξουσία, αυτή της διαφύλαξης αρχών και θέσεων. Σε αμφισβήτηση έχει μπει λογικά και το πού βρίσκεται ο ρυθμιστικός ρόλος, τόσο λόγω της ύπαρξης Προέδρου από το ΑΚΕΛ, όσο και λόγω της μη συμπαγούς κατάστασης στο ΔΗΚΟ.

Είναι πολύς κόσμος, με πολύ ευγενής προθέσεις, που αντιδρά σε αυτές τις προεκλογικές συναλλαγές μεταξύ κομμάτων. Θεωρεί ότι ευτελίζουν την πολιτική διεργασία και οδηγούν σε γκρίζες λύσεις. Σε μία ρομαντική διάσταση της πολιτικής, αυτές οι φωνές έχουν δίκιο. Στην πράξη όμως, η εμπειρία λέει ότι κανείς Πρόεδρος δεν εξελέγη χωρίς συνεργασίες.

Ο μόνος ίσως που κατάφερε να ανατρέψει τα κομματικά μαθηματικά ήταν ο Γλαύκος Κληρίδης το 1998, όταν είχε αντίπαλο τον Γιώργο Ιακώβου. Υπήρχε τότε όχι μόνο ουσιαστική αλλά και προφανής ποιοτική διαφορά.


Το να είσαι μόνο ο “αντι-Χριστόφιας” δεν αρκεί για μια σκεπτόμενη μάζα ψηφοφόρων


Για να είμαστε πραγματιστές, λοιπόν, θα πρέπει να αποδεχθούμε ότι το προεδρικό σύστημα που έχουμε, επιβάλλει συνεργασίες. Και για να γίνουν συνεργασίες πρέπει να προηγηθεί διαβούλευση και συμβιβασμοί. Δεν γίνεται αλλιώς. Είτε πριν από τον πρώτο, είτε τις ελάχιστες κρίσιμες ώρες μεταξύ πρώτου και δεύτερου γύρου.

Πού είναι η μεγάλη παγίδα σήμερα; Στο ότι βλέποντας όλοι το πόσο ρευστό και ευμετάβλητο είναι το τοπίο, κινδυνεύουν να αυτοπεριοριστούν για ένα χρόνο αποκλειστικά στο κομματικό παζάρι.

Στις αρχές Ιανουαρίου επεσήμανα ότι ένα από τα μεγαλύτερα οφέλη που θα έχει μία μακρά προεκλογική εκστρατεία, θα είναι η δυνατότητα να συζητηθούν διεξοδικά οι σκοποί της κάθε υποψηφιότητας, το τι πρεσβεύει, το τι θέλει να προσφέρει στον τόπο. Αν δεν γίνει αυτό, θα οδηγηθούμε σε μία άγονη αντιπαράθεση όπου το Μαρί θα αναμετρηθεί με το Σχέδιο Ανάν, χωρίς επί της ουσίας να προσφερθεί τίποτα το ουσιαστικό στην πολιτική διεργασία.

Σήμερα, η προοπτική των συνεργασιών αποτρέπει την κατά μέτωπο αντιπαράθεση, με εξαίρεση σποραδικές βολές κατά του κ. Χριστόφια, που θέλουν απλώς να τον αποκλείσουν. Κάποια στιγμή όμως, θα ξεκαθαρίσει το τοπίο και ο καθένας θα μετρήσει πού στέκεται.

Εκεί λοιπόν, οι αναγκαίες για τη μεγάλη πλειοψηφία του εκλογικού σώματος δεν θα είναι αρκετές. Διότι κρίσιμη για άλλη καθόλου ευκαταφρόνητη μάζα, θα είναι η πολιτική διάσταση της κάθε υποψηφιότητας. Το πόσο αυτή ανταποκρίνεται στις σύγχρονες ανάγκες και προκλήσεις, το πόσο θα μπορεί να πάει τη χώρα μπροστά. Η όποια διέξοδος από τα σημερινά αδιέξοδα, θα είναι πολύ πιο πειστική αν έχει περιεχόμενο. Μόνο έτσι θα μπορέσει να συνεπάρει τη μάζα των νέων και άλλων αμφισβητιών, που δεν κινούνται με βάση τις ντιρεκτίβες των κομμάτων.

Σήμερα στο σκηνικό υπάρχουν δύο ονόματα. Ο Δημήτρης Χριστόφιας του οποίου οι προθέσεις δεν είναι ακόμη ξεκάθαρες και ο Νίκος Αναστασιάδης. Ο μεν κ. Χριστόφιας ανάγκες, όπως αυτές που περιγράφω, δεν έχει άμεσες, εφόσον είναι εν ενεργεία Πρόεδρος. Ο κ. Αναστασιάδης όμως τις έχει.

Είναι αλήθεια, ότι ο πρόεδρος του ΔΗΣΥ έχει καταφέρει να κάνει θρύψαλα την απόλυτη άρνηση που υπήρχε απέναντι στο πρόσωπό του. Όχι μόνο επειδή κινήθηκε έξυπνα και μεθοδικά, αλλά και διότι προβάλλει μέχρι σήμερα ως ο μοναδικός «αντιΧριστόφιας».

Αυτό μετράει πάρα πολύ. Θα είναι κρίμα όμως να χάσει τον χρόνο που του δίνει η ανυπαρξία αντιπάλων, περιοριζόμενος αποκλειστικά στην αναζήτηση των συνεργασιών. Και θα του κάνει πολύ μεγάλο καλό, αν πέρα από το προφίλ ενός πιο συνεργάσιμου και μειλίχιου Αναστασιάδη, προστεθεί με καθαρότητα το περιεχόμενο ενός υποψηφίου που ξέρει πολύ καλά τι θέλει να κάνει, αν γίνει Πρόεδρος.