4+1=5;

28/02/2012

Κάθε χρονιά τέτοια εποχή που κλείνει άλλος ένας χρόνος διακυβέρνησης Δημήτρη Χριστόφια, φροντίζω μέσα απ’ αυτές τις γραμμές να επιχειρώ ένα κριτικό απολογισμό. Φέτος, έχοντας ήδη μπει σε προεκλογική χρονιά, θα προσπαθήσω να διαγράψω το τι θα επιχειρήσει ο πρόεδρος στην τελευταία χρονιά της τρέχουσας θητείας. Γιατί δεν υπάρχει πρόεδρος που στο πέμπτο του έτος δεν έβαλε νερό στο κρασί του. Ακόμη και ο μ. Τάσσος Παπαδόπουλος με το παροιμιώδες πείσμα και εμμονή σε πολιτικές πρακτικές, προς το τέλος της θητείας του έδινε κι αυτός διπλές συντάξεις, προαγωγές στο στρατό κ.ο.κ.

Το περιβάλλον για τον Δημήτρη Χριστόφια είναι ιδιαίτερα δύσκολο. Δεν υπάρχει άλλος πρόεδρος που να αμφισβητήθηκε τόσο πολύ και να κατέγραψε τόσο αρνητική αποδοχή από νωρίς. Πολλοί λένε ότι είναι ο πλέον αποτυχημένος πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, θέση την οποία όχι μόνο συμμερίζομαι, αλλά μπορώ να περηφανεύομαι ότι την υποστήριξα από τους πρώτους. Τα τέσσερα χρόνια του προέδρου μάλιστα, σφραγίστηκαν από πολύ αρνητικά γεγονότα. Μια πολύ συνοπτική αναδρομή είναι αναγκαία.

Το 2008 ήταν η χρονιά του Κυπριακού. Τότε έγινε η ομιχλώδης συμφωνία της 23ης Μαίου και ξεκίνησε αυτή η αποτυχημένη από τη διαδικασία της προσπάθεια λύσης. Διαδικασία επιλογής του κ. Χριστόφια, βασισμένη στην τότε εμμονή του για “φιλική λύση” με τον κ. Ταλάτ. Το 2009 ήταν η χρονιά των μεγάλων εντάσεων και της διάλυσης του εσωτερικού μετώπου. Οι σχέσεις του προέδρου και του ΑΚΕΛ με τα συγκυβερνώντα τότε κόμματα του ΔΗΚΟ και της ΕΔΕΚ έφτασαν σε οριακά σημεία. Με δηλώσεις του από το εξωτερικό και το εσωτερικό ο ίδιος ο πρόεδρος χαρακτήριζε αξιοθρήνητη την κατάσταση, επιτιθέμενος στους τότε συνεταίρους του. Το 2010 ήταν η μαύρη χρονιά της οικονομίας. Η τραγική ανυπαρξία χειρισμών και αναγνώρισης της πραγματικότητας μας έφερε την τωρινή μεγάλη δυσπραγία. Λίγα μέτρα να λαμβάνονταν τότε, όλα σήμερα θα ήταν διαφορετικά. Το 2011 δε, ήταν η χρονιά του Μαρί και της έκρηξης. Του πορίσματος, της αγανάκτησης, της αμφισβήτησης όλων ανεξαιρέτως των θεσμών. Αλλά και η χρονιά της ανακάλυψης κοιτάσματος φυσικού αερίου. Η μόνη ευχάριστη εξέλιξη της θητείας του κ. Χριστόφια.


Τρομάζει η προοπτική να αξιοποιήσει ο κ. Χριστόφιας εκλογικά τα 3 ορόσημα του 2012


Σε ένα χρόνο από σήμερα έχουμε εκλογές. Το έχω γράψει ξανά και θα επιμείνω ότι δεν ξέρω αν τελικά θα είναι, αλλά είμαι σίγουρος ότι θέλει πολύ να είναι υποψήφιος ο Δημήτρης Χριστόφιας. Πρώτος λόγος είναι ο ανθρώπινος. Δεν υπάρχει κανένας πρόεδρος ή πρωθυπουργός, σε οποιαδήποτε δυτική χώρα, που να μην έχει διεκδικήσει δεύτερη θητεία υπό ομαλές συνθήκες. Το να χάσεις τη δεύτερη θητεία αμαχητί, είναι η υπέρτατη παραδοχή αποτυχίας. Δεύτερος λόγος είναι η προοπτική του δεύτερου γύρου. Η λογική λέει ότι με υποψηφίους τους κ.κ. Αναστασιάδη και Χριστόφια, θα υπάρχει και τρίτος υποψήφιος που θα οδηγήσει τις εκλογές στη δεύτερη Κυριακή. Ασφαλώς σήμερα δεν πιστεύω να έχει οποιαδήποτε πιθανότητα επανεκλογής ο κ. Χριστόφιας. Επειδή όμως στην πολιτική ο ένας χρόνος είναι αιώνας, ο ίδιος πιθανόν να αισιοδοξεί ότι μπορεί να ανατρέψει το σκηνικό και να επενδύσει στη συνδιαλλαγή μεταξύ των δύο Κυριακών, όπως το 2008. Ο τρίτος λόγος είναι το ίδιο το ΑΚΕΛ και η δυνατότητά του να διεκδικεί από μόνο του εξουσία. Μη κάθοδος Χριστόφια σημαίνει αποτυχία άσκησης της εκτελεστικής εξουσίας από την αριστερά, ακόμη και αν πολιτικές ασθένειες επιβάλουν άλλο υποψήφιο από τα σπλάχνα της. Ποιος θα ήταν καλύτερος να υπερασπιστεί το έργο της Κυβέρνησης από τον ίδιο τον νυν πρόεδρο;

Ο κ. Χριστόφιας έχει το 2012 τρία ορόσημα και η μεγάλη του προσπάθεια να τα αξιοποιήσει εκλογικά προκαλεί τρόμο. Είναι η αδειοδότηση των υπολοίπων οικοπέδων της ΑΟΖ, η άσκηση της Ευρωπαϊκής προεδρίας και η προσπάθεια εξασφάλισης και άλλης δανειοδότησης από τρίτες χώρες, όπως η Κίνα. Πολύ φοβάμαι λοιπόν ότι στην προσπάθεια να ανατραπεί η εντύπωση της ολοκληρωτικής αποτυχίας, ο πρόεδρος και το ΑΚΕΛ δεν θα έχουν κανένα δισταγμό. Θα επιχειρήσουν να καλύψουν το κενό τεσσάρων ετών χωρίς καμία σκέψη για τις μελλοντικές επιπλοκές που θα προκαλέσουν. Θα δούμε επιδόματα, προεκλογικές παροχές, πανηγύρι σε διορισμούς και προαγωγές, επικίνδυνες διπλωματικές ακροβασίες.

Ο λογαριασμός των τεσσάρων ετών είναι ήδη πολύ πικρός. Να με θυμηθείτε όμως, ότι η λυπητερή του πέμπτου θα είναι αβάστακτη. Στον πολιτικό χρόνο άλλωστε, 4+1 δεν μας κάνουν 5.

Ε, λοιπόν, όχι. Δεν είναι αυτή η Ευρώπη που θέλουμε. Δεν είναι αυτή την Ευρώπη που οραματίστηκε ο Μονέ, η Ευρώπη που χάραξαν ο στρατηγός Ντε Γκωλ, ο Αντενάουερ, ο Ζισκάρ Ντ’ Εστέν, ο Φρανσουά Μιτεράν, ο Χέλμουτ Κολ και τόσοι άλλοι. Δεν είναι αυτή η Ευρώπη στην οποία πιστέψαμε, αναζητώντας ταχύτερα την πολιτική ολοκλήρωσή της. Και συνεχίζουμε να πιστεύουμε πολλοί, παρά το νέο γερμανικό πείσμα, που έρχεται να συνταράξει τις έννοιες της ευθύνης και της αλληλεγγύης. Τους ακρογωνιαίους λίθους του ευρωπαϊκού οικοδομήματος.

Είναι σαφές ότι η δική μου τοποθέτηση δεν είναι ούτε αριστερή, ούτε ακροδεξιά. Είναι κιόλας τοποθέτηση ενός ανθρώπου που υπογράμμισε τις ασυγχώρητες ευθύνες των Ελλήνων πολιτικών για να φτάσει η χώρα στην επαιτεία. Που στηλίτευσε επανειλημμένα την ενσυνείδητη συμμετοχή της πλειοψηφίας των Ελλήνων, στον κατήφορο της κάλπικης ευδαιμονίας. Που δικαιολόγησε την αγωνία πολλών Ευρωπαίων, να έχουν έλεγχο στο πού πάνε τα χρήματά τους. Απ’ αυτή τη στήλη μάλιστα, επιχειρήθηκε να εξηγηθεί ότι το νέο μνημόνιο είναι μεν απευκταίο, αλλά ο μόνος δρόμος που έμεινε, από την ώρα που οι Έλληνες δεν κατάφεραν και πάλι να σχεδιάσουν μόνοι τους τη στρατηγική εξυγίανσής τους.

Αυτό που επακολούθησε όμως την ψήφιση του μνημονίου παραπάει. Δεν υποφέρεται. Ούτε από τους Έλληνες, ούτε και από τον οποιονδήποτε πιστεύει στην Ευρωπαϊκή ιδέα.


Η Ελλάδα, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θα επιβιώσει. Η Ευρωπαϊκή Ένωση όμως;


Δεν είναι η Ευρώπη που θέλουμε, αυτή που συμπεριφέρεται αδίστακτα, έτοιμη να πιέσει λαούς πέραν των ανθρωπίνων ορίων. Αυτή που δικαίως μεν επισημαίνει την αδυναμία του Ελληνικού κράτους να εφαρμόσει πραγματικές διαρθρωτικές αλλαγές, αλλά την ίδια ώρα δεν εκτιμά και δεν αναγνωρίζει τη δραματική μείωση του εισοδήματος των Ελλήνων, την κατακόρυφη πτώση του βοιωτικού τους επιπέδου. Που δεν υπογραμμίζει τις θυσίες των ανθρώπων και δεν επικροτεί την επιτυχία των Ελλήνων, να σμικρύνουν θεαματικά το δημόσιο χρέος τους.

Δεν είναι η Ευρώπη που θέλουμε, αυτή που σπρώχνει ολόκληρους λαούς και αξιοπρέπειες στα άκρα και την εξαθλίωση. Και ουσιαστικά και ηθικά και πολιτικά. Αυτή που θέλει να στείλει την κοιτίδα του πολιτισμού της στη φτώχεια και το περιθώριο. Που δείχνει να σφυρίζει αδιάφορα στην προοπτική οι Έλληνες να λιμοκτονήσουν. Που σπρώχνει τους πολίτες να αντιδράσουν επιλέγοντας ακραίες πολιτικές προτάσεις, είτε της αριστεράς, είτε της δεξιάς. Που δεν αναγνώρισε καν την τεράστια υπέρβαση των δύο κομμάτων εξουσίας, τα οποία –έστω και καθυστερημένα– όχι μόνο συνεργάστηκαν, αλλά αποδεκατίστηκαν στην προσπάθεια να σωθεί η χώρα.

Πού πήγε η Ευρώπη της αειφόρου ανάπτυξης; Η Ευρώπη που ήθελε να σταθεί απέναντι στην Αμερική; Είναι άραγε ο οργανισμός που την ώρα που οι ΗΠΑ δημιουργούσαν τον Ιανουάριο 430.000 νέες θέσεις εργασίας, αυτός χρεοκοπούσε και καταδίκαζε μια χώρα; Που λοιδορούσε τους πολιτικούς ηγέτες της; Που παρουσιάστηκε να ζητάει μόνο θυσίες, χωρίς να πολυνοιάζεται αν δημιουργούνται ευκαιρίες; Αυτό είναι που έγινε την τελευταία βδομάδα. Καταδείχθηκε σαφέστατα στην Ελλάδα, ο δρόμος της εξόδου.

Δεν γίνομαι ποτέ συναισθηματικός και δεν έχουν τέτοια υφή τα γραφόμενά μου. Είναι απόλυτα πραγματιστική η ανάγκη να δοθεί στην Ελλάδα που σήμερα προσπαθεί, μια επιβράβευση. Για να μπορέσει να συνεχίσει την εξυγίανση και να μην εκτραπεί στις ατραπούς του λαϊκισμού, του φασισμού, του κομμουνισμού. Είναι ίσης αξίας αυτή η επιβράβευση, όσο η αναγκαία καταδίκη της διασπάθισης, της διαφθοράς και της επιπόλαιης διαχείρισης των δημόσιων οικονομικών κάθε χώρας. Την επομένη όμως της ψήφισης του μνημονίου, ήρθε η Γερμανία να επιχειρήσει την απόλυτη απαξίωση των δυνάμεων που με αβάστακτο κόστος σήκωσαν στους ώμους τους την προσπάθεια. Και έχει ιστορική σημασία να παρουσιάζεται αδίστακτος, αυτός που δύο φορές κατέστρεψε την Ευρώπη με πόλεμο.

Η Ελλάδα, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θα επιβιώσει. Αυτό που σήμερα διακυβεύεται είναι ο χρόνος που θα απαιτηθεί για να ανακάμψει και το μέγεθος της φτώχειας και της δυσπραγίας που θα πρέπει να περάσει ο λαός της. Μικρότερος με τα μνημόνια, μεγαλύτερος και βαθύτερος με τη χρεοκοπία. Η Ευρώπη όμως δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι θα μπορέσει να συνεχίσει, αν καταρρεύσουν όλες οι αξίες της και τα θεμέλιά της. Αυτό, είναι πολύ μεγαλύτερο διακύβευμα.

Τα τελευταία δύο χρόνια επιφύλαξαν τόσες πολλές και κορυφαίες κρίσεις για την Ελλάδα. που σχεδόν όλο το σύστημα είτε απηύδησε, είτε εθίστηκε. Σήμερα που η χώρα περνάει την πιο κρίσιμη απ’ αυτές, κάποιοι φωνάζουν “Φτάνει πια, ας πάμε πίσω στη δραχμή”, ενώ άλλοι δεν πιστεύουν ότι η Ευρώπη  θ’ αφήσει τη χώρα να χρεοκοπήσει.  Πόσο λάθος έχουν και οι δύο…

Ανήκω, όπως και άλλοι, κάπου στη μέση. Σε αυτούς που πιστεύουν ότι πράγματι, η Ελλάδα πληρώνει πολλές τραγικές αμαρτίες, που δεν θα μπορούσαν να συνεχίζονται εσαεί. Ότι η παγκόσμια κρίση δεν ήταν η αιτία της Ελληνικής, αλλά η σκανδάλη που ξεγύμνωσε τη μεγάλη συνωμοσία των Ελλήνων πολιτικών, επιχειρηματιών και πολιτών. Αυτή της βόλεψης, της ματαιοδοξίας και της καλοπέρασης εις βάρος άλλων, οποιοιδήποτε και αν ήταν αυτοί.

Σ’ αυτούς επίσης, που θεωρούν λανθασμένη τη μέθοδο της τρόικας. Διότι δεν μπορείς να σώσεις ένα βαριά ασθενή, εξασθενίζοντας τον και εξανεμίζοντας την όποια προοπτική έχει. Εφαρμόζοντας την άθλια οικονομική θεωρία που θέλει τη λογιστική να καθοδηγεί αντί να ελέγχει την οικονομική πολιτική. Διότι η οικονομία μετριέται με αριθμούς, αλλά δεν είναι νούμερα. Είναι μια πολύ πιο ζωντανή και εξελικτική επιστήμη που πρέπει να στηρίζεται στη δυναμική μιας κοινωνίας.


Όσοι διαμαρτύρονται γι αυτά που έχασαν, οφείλουν μια συγνώμη σε όσους δεν θα τα αποκτήσουν ποτέ


Το σήμερα της Ελλάδας είναι σαφές και διαφορετικό από εκείνο του πρώτου μνημονίου. Η εικονική πραγματικότητα της εγωιστικής ευμάρειας είχε ήδη καταρρεύσει. Ουδείς δικαιούται να ισχυριστεί ότι δεν ήξερε, δεν διάβασε, δεν άκουσε. Στο μεσοδιάστημα έπρεπε να φτιαχτεί το Ελληνικό ρεαλιστικό σχέδιο εξόδου της Ελλάδας από την κρίση. Η στρατηγική της ανάπτυξης, της εξυγίανσης και των μεγάλων διαρθρωτικών αλλαγών στη νομοθεσία και πολύ περισσότερο στη νοοτροπία του Έλληνα, από τους ίδιους τους ηγέτες του.

Αν η Ελλάδα σήμερα είχε το δικό της αξιόπιστο πλάνο αντιμετώπισης της κατάστασης, το παρουσίαζε στους δανειστές της και έπειθε για τη βιωσιμότητα και τη αποφασιστικότητα για εφαρμογή του, κανείς Ευρωπαίος και κανένα ΔΝΤ δεν θα ζητούσε αναξιοπρέπεια, επιβολή και εξαθλίωση. Αυτό κάνει η Ιταλία. Από την ώρα όμως που όλο το σύστημα περίμενε μπας και ξεπεράσει τις συμπληγάδες ξεγελώντας ξανά όλη την υφήλιο με ψεύτικες υποσχέσεις, αρριβισμό και ολοκληρωτική αδιαφορία, δεν υπάρχει άλλος δρόμος από την αποδοχή των απάνθρωπων όρων του νέου μνημονίου. Που όσο ανελέητοι και αν είναι, δεν θα οδηγήσουν στο απόλυτο μηδέν της εξαθλίωσης, της “ανθρωποφαγίας” και της δραματικής αποκαθήλωσης του κοινωνικού ιστού που θα προκαλέσει η χρεωκοπία.

Βλέπω τις τελευταίες μέρες πολλούς Έλληνες πολιτικούς και λοιπούς παράγοντες να προσπαθούν να κρυφτούν και πάλι από την πραγματικότητα σε μια τελευταία προσπάθεια να σώσουν το τομάρι τους. Βλέπω ΜΜΕ να αλλάζουν χρώματα με ταχύτερους ρυθμούς από τους χαμαιλέοντες, για να κρατήσουν ζωντανό το παρηκμασμένο σύστημα που τα εξέθρεψε. Βλέπω κόσμο να εξαγριώνεται, γιατί χάνει κεκτημένα που πολλές φορές κέρδισε με το ρουσφέτι και την εξαγορά της ψήφου και της συνείδησης του. Υπάρχουν όμως και αυτοί που καλούνται να πληρώσουν το μεγάλο λογαριασμό της ρεμούλας, την οποία μάλιστα οι ίδιοι ποτέ δεν γεύτηκαν και ποτέ δεν θα απολαύσουν. Είναι η γενιά των Ελλήνων εικοσάρηδων. Και στεναχωριέμαι πραγματικά.

Διότι δεν πλούτισαν οι Έλληνες νέοι από τη μίζα και τη διαπλοκή. Δεν “ξεπήδησαν” από αυτή τη γενιά δημοσιογράφοι των εκατομμυρίων, διαφημιστές, σύμβουλοι, παρατρεχάμενοι, επιδοτούμενοι τεμπέληδες. Δεν απήλαυσε αυτή η γενιά δωρεάν ταξίδια σε ακριβά ξενοδοχεία, επτάστερα δείπνα, κότερα, πολυτελείς επαύλεις, υπερτιμολογημένα ή πλαστά τιμολόγια, κάλπικες επιδοτήσεις και χιλιάδες λουλουδιών στα μπουζούκια με τα χρήματα του ξένου ή του φορολογουμένου.  Δεν έστησε αυτή η γενιά επιχειρήσεις διαπλοκής με τζίρους εκατομμυρίων, που να έχουν ένα και μοναδικό πελάτη. Το κράτος.

Στη γενιά των εικοσάρηδων, όλοι που σήμερα κάνουν πως εξαγριώνονται, οφείλουν μια μεγάλη συγνώμη. Για όσα την καλούν να υποστεί, καθυποτάσσοντας ακόμη και το δικαίωμα να ονειρεύεται. Και μαζί με την απολογία, αφού δεν βρήκαν καν το θάρρος να θυσιάσουν λίγο τη βόλεψή τους σχεδιάζοντας ένα καλύτερο τρόπο εξόδου από την δυσπραγία που δημιούργησαν, ας βρουν το θάρρος να αποδεχτούν και να εφαρμόσουν το επαχθές νέο μνημόνιο των ξένων. Διότι μεγαλύτερη αναξιοπρέπεια από την εξαθλίωση της χρεοκοπίας δεν μπορεί να υπάρξει.

Υ.Γ. – 13/2/2012 – Μετά την ψήφιση του νέου μνημονίου, η ανάγκη να πάρει η Ελλάδα ενεργά τις τύχες της στα χέρια της είναι ακόμη πιο μεγάλη. Είναι η τελευταία ευκαιρία ίσως. Και για πολιτικούς και για πολίτες. Η ευθύνη ασφαλώς αφορά τους πολιτικούς περισότερο. Χρειάζεται πάρα πολύ δουλειά σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες για να κρατηθεί η ελπίδα ζωντανή. Θλίβομαι βλέποντας και πάλι την απεγνωσμένη προσπάθεια από πολλούς στη Βουλή, τα μέσα ενημέρωσης  και του δρόμους να κρατήσουν σε ζωή την παρακμή και τη βόλεψη της εικονικής τους πραγματικότητας. Ο αναμάρτητος πρώτος το λίθο βαλέτω.

Ομολογώ ότι έχω ενοχληθεί τρομερά από τη δίωξη του ανθρώπου που ύβρισε τον πρόεδρο στο δρόμο. Ακόμη περισσότερο, μαθαίνοντας ότι το περιστατικό δε ήταν μεμονωμένο, αλλά το πρώτο μιας σειράς τέτοιων περιπτώσεων. Έχω εξοργιστεί ακόμη και με τον δήθεν καθωσπρεπισμό, τόσο των κομμάτων της αντιπολίτευσης, όσο και των μέσων μαζικής ενημέρωσης που θεώρησαν το γεγονός ευτελές για να ασχοληθούν ιδιαιτέρως. Διότι το θεωρώ κορυφαίο πολιτικό γεγονός που καταδεικνύει την ποιότητα της δημοκρατίας μας, τσαλαπατά το περί δικαίου αίσθημα και υπογραμμίζει τη μεγάλη ανοχή τις κοινωνίας μας σε στρεβλώσεις.

Να ξεκαθαρίσω πρώτα ότι δεν εγκρίνω συμπεριφορές υβριστικές προς τον οποιονδήποτε συνάνθρωπο μου. Όπως όμως και δεν πιστεύω στον δια επιβολής  σεβασμό που απαιτεί κάποιος ηγέτης, θεωρώντας τον εαυτό του ανώτερο από τους συμπολίτες του. Αυτά ίσχυαν σε φασιστικά και κομμουνιστικά καθεστώτα. Ο σεβασμός κερδίζεται, δεν χαρίζεται.  Ούτε καν προς τους προνομιούχους φέροντες αξιώματα. Είναι βέβαιο ότι κανείς συμπολίτης μας δεν θα σερνόταν στο δικαστήριο για “οχληρία” επειδή ύβρισε οδηγώντας τον επιβάτη ενός άλλου οχήματος. Εκτός αν ο επιβάτης ονομάζεται Δημήτρης Χριστόφιας. Και εδώ ξεκινάει το πρόβλημα.


Οι διώξεις πολιτών που έβρισαν τον πρόεδρο δημιουργούν αίσθημα αστυνομικού κράτους


Η ποιότητα του δημοκρατικού μας πολιτεύματος σαφώς δεν είναι η πρέπουσα όταν επανειλημμένα αναδεικνύονται διακρίσεις υπέρ ενός συγκεκριμένου πολίτη. Δεν είναι η πρώτη φορά. Για τα “μάτια” του κ. Χριστόφια έχουν διακοπεί ποδοσφαιρικοί αγώνες, έχουν συλληφθεί νεαροί για την κυκλοφορία φυλλαδίων με την υποψία και μόνο ότι αυτά στρέφονταν εναντίον του, έχει διωχθεί διαχειριστής ιστοσελίδας επειδή υποτίθεται παρακινούσε κόσμο να του κάνει κακό. Για τη χάρη του προέδρου παραπέμφθηκαν σε δίκες ο νεαρός που τον αποκάλεσε “βλάκα” στο δρόμο, ο κύριος στο Παλιομέτοχο που είπε μια κουβέντα παραπάνω στο καφενείο, ο δημόσιος υπάλληλος που τον είπε “άχρηστο” σε μια ιδιωτική συνομιλία, οι δύο δασκάλες που “χειρονόμησαν” βλέποντας την προεδρική λιμουζίνα να περνάει από μπροστά τους. Δεν δίστασε μάλιστα η περιλάλητη προεδρική φρουρά να συλλάβει για λίγο τον υιό του μακαρίτη πλοιάρχου Ιωαννίδη, μέσα στην αίθουσα της εξεταστικής επιτροπής. Η αλαζονεία αυτή που παραπέμπει στα καθεστώτα του Μάο στην Κίνα, του Καίσαρα στη Ρώμη, του Χίτλερ στη Γερμανία και τόσων άλλων, δημιουργεί την αίσθηση ότι στην Κύπρο έχει εγκατασταθεί ένα αστυνομικό κράτος που διώκει αντιλήψεις και όχι τα πραγματικά κακουργήματα. Ιδιαίτερα από την ώρα που όλη η ευαισθησία εξαντλείται σε ένα και μόνο πολιτικό, ο οποίος θα έπρεπε να έχει το θάρρος και την τόλμη να δείχνει μεγαλοψυχία αντί μικροψυχία σε όσους τον κατηγορούν. Ακριβώς επειδή ό ίδιος είναι η εξουσία και όχι αυτοί.

Το περί δικαίου αίσθημα στην Κύπρο από την άλλη, για πρώτη φορά βρίσκεται τόσο χαμηλά. Έχουμε τις ιστορίες της Ήλιος, του Μαρί, του Αλ Καπόνε. Είχαμε πρόσφατα υπόθεση που τρεις μάρτυρες κατηγορίας άλλαξαν την κατάθεση τους και άλλος ένας που βρισκόταν δήθεν στο πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων βρέθηκε στα κατεχόμενα. Ο αρχηγός της αστυνομίας είπε ότι φταίει το σύστημα. Ποιος όμως είναι το σύστημα; Ο πολίτης;

Τον πολίτη λοιπόν δεν τον ενδιαφέρουν οι νομικισμοί και τα τεχνικά για τα οποία δικηγόροι, εισαγγελείς, αστυνομία, βουλή και δικαστές επικαλούνται είτε για να πανηγυρίζουν είτε για να σέρνουν το γαϊτανάκι των ευθυνών. Τον ενδιαφέρει ότι με τον ένα και τον άλλο τρόπο ουδείς καταδικάζεται. Και θα έπρεπε να τον ενδιαφέρει ακόμη περισσότερο ότι την ώρα που η εισαγγελία απάλλασσε τους αξιωματικούς που πλαστογράφησαν τα έγγραφα του Μαρί, σχηματιζόταν δικογραφία για ένα πολίτη που είπε μια κουβέντα στον δρόμο. Βοηθός εισαγγελέας θυμίζω είναι αυτός που σε βιβλίο του αναφερόταν σε εν ενεργεία πρόεδρο, εισαγγελέα και την τότε κυβέρνηση με φράσεις όπως “ανονιμοποίητη κουστωδία” και “καραγκιόζης”.

Η παχυδερμία του όλου μας συστήματος, φαίνεται από το ότι το θέμα της δίωξης πολιτών για καθημερινές συμπεριφορές θεωρήθηκε ότι δεν εμπίπτει στην κομιλφώ ατζέντα του “καθωσπρέπει” πολιτικού μας συστήματος. Έτσι ούτε κόμματα της αντιπολίτευσης αντέδρασαν, ούτε δημοσιογράφοι ερεύνησαν, ούτε και πολλοί πολίτες αγανάκτησαν. Η βόλεψη όμως είναι κακό πράγμα. Διότι “γιορτή δική σου, παραμονή δική μου”.