Έχει πλάκα η κουβέντα με την αποχή. Την κακολογούν και την αναθεματίζουν οι πολιτικοί πριν από κάθε εκλογή και με το που κλείνουν οι κάλπες κάνουν διαγωνισμό ποιος θα την καλοπιάσει καλύτερα. Της δίνουν διαστάσεις «θεϊκές» και για καμιά βδομάδα παρουσιάζουν μέχρι και «πακέτα μέτρων» ή «ερευνητικά προγράμματα» για να πείσουν ότι «πήραν το μήνυμα».

Εγώ όμως, που διαφωνώ με την αποχή ως μέτρο αντίδρασης στα πολλά κακά του πολιτικού συστήματος και πριν και μετά τις εκλογές, δεν θα επιχειρήσω να καλοπιάσω κανένα. Πρώτον, διότι με ένα τεράστιο ποσοστό όσων απέχουν για πολιτικούς λόγους συμφωνώ στα περισσότερα ζητήματα με αποδείξεις. Έκανα προσωπική προεκλογική εκστρατεία με αυτά σημαία. Δεύτερον, διότι κυρίαρχη αιτία πρόκλησης της πολιτικής αποχής είναι τα ψέματα και η πολιτική ανειλικρίνεια.

Αν θέλουμε λοιπόν να είμαστε ειλικρινείς και να μη λαϊκίζουμε για να χαϊδεύουμε αυτιά, θα καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι η αποχή είναι ο δεύτερος μεγάλος χαμένος των δημοτικών εκλογών. Αν μάλιστα δεν ήταν τόσο γερό το μήνυμα απαρέσκειας προς την κυβέρνηση που έστειλε η –μόνη άτεγκτη– κάλπη, τότε θα μιλούσαμε για πανωλεθρία της αποχής. Το γιατί θα το εξηγήσω αμέσως.


Όσοι συνειδητά δεν ψήφισαν, σίγουρα δεν ήθελαν να τους έχουν όσοι έχασαν για δικαιολογία


Όσοι απέχουν συνειδητά από τις εκλογικές αναμετρήσεις, ένα κυρίαρχο επιχείρημα επικαλούνται. Ότι τίποτα δεν αλλάζει και το τελικό αποτέλεσμα είναι αυτό που θα αποφασίσουν τα κόμματα και τα παζαρέματα πίσω από τις κλειστές πόρτες. Ισχυρίζονται κιόλας ότι ακόμη και η ίδια η εκλογική διαδικασία αποτελεί επίφαση νομιμοποίησης της κομματικής συναλλαγής. Τα «πρόβατα» των κομμάτων λένε, πάλι θα ψηφίσουν αυτό που θα τους πουν.

Αμ δε! Να που ήρθε η πανηγυρική διάψευση. Την Κυριακή, έπεσαν ένα σωρό κατεστημένα και ανατράπηκαν ακόμη περισσότερα κομματικά μαθηματικά. Χωρίς μάλιστα τη συνδρομή κανενός από όσους, έχοντας σημαία την ανάγκη των αλλαγών, απέχουν επιδεικτικά.

Οι πολίτες που ψήφισαν, άλλαξαν τα πράγματα και κινήθηκαν αντίθετα από τις προσταγές των κομμάτων και των συναλλαγών. Εξέλεξαν αυτόν που «γούσταραν» για δήμαρχο και όχι αυτόν που οι κομματικές πλειοψηφίες επιχείρησαν να επιβάλουν. Έστειλαν σπίτι του, όποιον θεωρούσαν κατεστημένο, πηγή διαφθοράς ή κατώτερο των προσδοκιών. Σε Λάρνακα, Στρόβολο, Άγιο Δομέτιο, Αγλαντζιά, Έγκωμη, Δάλι, Λακατάμια, Αραδίππου και ένα σωρό άλλους δήμους. Ακόμη και στο Παραλίμνι, όπου στην «εσωκομματική» εκλογική διαδικασία κέρδισε αυτός που ήθελαν οι πολίτες και όχι εκείνος που είχε το χρίσμα από το κόμμα (γιατί χρειαζόταν χρίσμα εκεί άραγε;).

Το τι ανανέωση υπήρξε σε επίπεδο δημοτικών συμβούλων, δεν περιγράφεται.

Το δεύτερο αρνητικό μήνυμα για την αποχή, έρχεται από το εύρος και το γεωγραφικό προσδιορισμό της. Ποσοστό της τάξης του 31% δεν είναι τεράστιο, από την ώρα που ένα 10% περίπου είναι λάθη καταλόγων και άνθρωποι που βρίσκονται στο εξωτερικό. Η καλή μελέτη της αποχής, δείχνει κιόλας ότι ήταν της τάξης του 40% εκεί όπου το αποτέλεσμα θεωρείτο δεδομένο. Και στις περιοχές που θεωρείτο δεδομένο, περιλαμβάνω και τον Στρόβολο, άσχετα αν οι δημοσκοπήσεις διαψεύστηκαν. Εκεί όπου υπήρχε αμφίρροπη εκλογική μάχη, η αποχή περιοριζόταν στο 20%.

Η κυριότερη όμως ήττα της αποχής, ήταν η εκμετάλλευσή της από τα κόμματα που έχασαν. Είμαι σίγουρος ότι όσοι απείχαν, το τελευταίο που ήθελαν ήταν να χρησιμοποιούνται από το κυβερνητικό κυρίως στρατόπεδο, σαν επιχείρημα για να δικαιολογηθεί η ήττα. Αντί να πάρουν το μήνυμα της καταδίκης της πολιτικής, ΑΚΕΛ και ΔΗΚΟ κυρίως, τα έριχναν όλα στην αποχή. Δεν υπάρχει θεωρώ μεγαλύτερη προσβολή από όποιον απείχε συνειδητά, να τον χρησιμοποιούν σαν δικαιολογία.

Οι ψηφοφόροι που απέχουν είναι κυρίως μορφωμένοι άνθρωποι, με άποψη και ιδέες για μια καλύτερη και πιο σύγχρονη Κύπρο. Αισθάνονται να τους κόβονται τα φτερά από ένα πολιτικό σύστημα πεπαλαιωμένο και αδύναμο να κατανοήσει το τι συμβαίνει στον κόσμο σήμερα. Νιώθουν πολλές φορές να προκρίνονται επιλογές που προσβάλλουν την νοημοσύνη τους. Και έχουν δίκιο. Το άδικο το βρίσκω την ώρα που θεωρούν τους εαυτούς τους «ανώτερους» από τους άλλους και με αυτή την ελιτίστικη προσέγγιση απέχουν, αφήνοντας το μέλλον και τις ιδέες μας κυρίως, στα χέρια των υπολοίπων.

Το σημερινό άρθρο ας θεωρηθεί γράμμα προς φίλους. Καλά Χριστούγεννα!

It is I who must begin

It is I who must begin.
Once I begin, once I try
here and now,
right where I am,
not excusing myself
by saying things
would be easier elsewhere,
without grand speeches and
ostentatious gestures,
but all the more persistently
to live in harmony
with the «voice of Being,» as I
understand it within myself
as soon as I begin that,
I suddenly discover,
to my surprise, that
I am neither the only one,
nor the first,
nor the most important one
to have set out
upon that road.
Whether all is really lost
or not depends entirely on
whether or not I am lost.

Vaclav Havel

*Ο Βάτσλαβ Χάβελ (Václav Havel) (Πράγα 5 Οκτωβρίου 193618 Δεκεμβρίου 2011) ήταν Τσέχος πολιτικός, συγγραφέας και δραματουργός. Ήταν ο τελευταίος Πρόεδρος της Τσεχοσλοβακίας και πρώτος Πρόεδρος της Τσεχίας, από τις 2 Φεβρουαρίου 1993 ως τις 2 Φεβρουαρίου 2003. Είχε παίξει σημαντικό ρόλο στη λεγόμενη Άνοιξη της Πράγας του 1968 και τη Βελούδινη επανάσταση του 1989, την κατάρρευση δηλαδή του κομμουνιστικού καθεστώτος στην Τσεχοσλοβακία.

Ιστορικά, θα δούμε ότι η ευρωπαϊκή ενοποίηση αποτέλεσε επιδίωξη από αρχαιοτάτων χρόνων. Η προσπάθεια, όμως, ήταν να επιτευχθεί με τη δύναμη των όπλων. Από τον καιρό της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας μέχρι και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όλο και κάποιος ήθελε την Ευρώπη ολόκληρη για την πάρτη του. Η αρχή που έγινε από την Ένωση Άνθρακα και Χάλυβα, συνεχίστηκε με την ΕΟΚ, την Ευρωπαϊκή Κοινότητα και σήμερα βρίσκεται στο στάδιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι η πρώτη όπου οι Ευρωπαίοι προσπαθούν να ενωθούν ειρηνικά και αυτοβούλως.

Κάποιοι λένε ότι αυτό που σήμερα ζούμε είναι ο Γ΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, όπου η Γερμανία προσπαθεί αυτή τη φορά να επιβληθεί σε όλους με τη δύναμη των χρημάτων. Η ίδια η Γερμανία ισχυρίζεται, δικαίως, ότι έχει κάθε διάθεση να σώσει το ευρώ, φτάνει να υπάρχει πλέον δημοσιονομικός έλεγχος για να μην μπορεί ο καθένας να ξεφεύγει έχοντας σαν μαξιλαράκι τα χρήματα του Γερμανού φορολογουμένου. Βάση υπάρχει και στα δύο. Το ζήτημα όμως είναι ευρύτερο.

Η οικονομική κρίση, ό,τι κι αν λένε οι οικονομολόγοι και οι τραπεζίτες που ένιωσαν για πρώτη φορά τη δύναμη της εξουσίας να περνάει στα χέρια τους, δεν είναι οικονομικό πρόβλημα. Είναι κατ’ εξοχήν πολιτικό. Η κρίση δε του δημόσιου χρέους έχει ήδη απειλήσει τα θεμέλια του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Εξήντα χρόνια προσπαθειών να έρθουν οι Ευρωπαίοι πιο κοντά, κινδυνεύουν να χαθούν. Οι πολίτες, και ιδιαίτερα οι νεότερες γενιές, παραμένουν διχασμένοι ανάμεσα στην αναγκαιότητα των περικοπών και την ελπίδα για ανάπτυξη, ευημερία και απασχόληση.


Η οικοδόμηση πολιτικής ένωσης αποτελεί μια άνευ προηγουμένου ιστορική ευκαιρία


Η “λογιστική” λύση που στενόμυαλα οικονομικά μυαλά προσπαθούν να επιβάλουν, περιορίζεται στη λιτότητα και τα παραμύθια περί ψυχολογικής ανάκτησης εμπιστοσύνης. Αυτό επιχειρήθηκε και στις Βρυξέλλες προχτές, όπου αποφασίστηκαν αστυνομικές και δικονομικές μέθοδοι για να επιβληθεί στα κράτη δημοσιονομική πειθαρχία. Ορθά δεν επιτρέπεται ένα κράτος να παραφουσκώνει το Δημόσιο και να σκορπά επιδόματα με δανεικά εις βάρος άλλων κρατών. Η μέθοδος όμως που αποφασίστηκε είναι απαράδεκτη και αντιδημοκρατική. Μπορεί ανά πάσα στιγμή να αμφισβητηθεί από κάθε καλοπροαίρετο πολίτη, την ώρα που η πειθαρχία και μόνο, χωρίς αλληλεγγύη και επενδύσεις, οδηγεί σε προφανές αδιέξοδο.

Η έλλειψη δημοκρατικού ελέγχου για τις τρέχουσες αποφάσεις έχει άμεσες οικονομικές, κοινωνικές και φορολογικές συνέπειες. Από την ώρα που γίνεται προσπάθεια να χρησιμοποιηθεί το ευρωπαϊκό διακυβερνητικό επίπεδο για να παρακαμφθούν οι πολίτες. Οι ηγέτες που αποφασίζουν για όλους μας, κυρίως η Γερμανίδα καγκελάριος και ο Γάλλος πρόεδρος, λογοδοτούν και κρίνονται αποκλειστικά από τους ψηφοφόρους των χωρών τους. Κάτι άδικο και φασιστικό, τόσο για τους ίδιους τους ηγέτες, όσο και για τους πολίτες όλων των άλλων χωρών.

Η κρίση απέδειξε ότι το κοινό ευρωπαϊκό σχέδιο δεν μπορεί να υπάρξει αν δεν γίνει μέρος ενός πραγματικού ευρωπαϊκού δημόσιου χώρου. Η οικοδόμηση μιας ευρωπαϊκής πολιτικής ένωσης αποτελεί μια άνευ προηγουμένου ιστορική ευκαιρία. Να γεννηθεί η πραγματική διακρατική δημοκρατία που να βασίζεται στο συνομοσπονδιακό έστω μοντέλο. Να έχουν οι πολίτες την ευκαιρία να ψηφίζουν όσους αποφασίζουν γι’ αυτούς και να μην αισθάνονται έρμαιο στις ορέξεις των τραπεζιτών και των Βρυξελλιωτών γραφειοκρατών.

Η θεωρία δε ότι μετά την τελωνειακή και τη νομισματική, πρέπει να ακολουθήσει η δημοσιονομική ένωση για να φτάσουμε στην πολιτική ενοποίηση, είναι κατώτερη των περιστάσεων. Θα προκαλέσει τέτοια αντίδραση και απόγνωση η “διά βούρδουλα” επιβολή περικοπών και φτώχειας, που την Ευρώπη δεν θα τη θέλουν παρά ελάχιστοι.

Ο στρατηγός Ντε Γκωλ και ο Αντενάουερ, ο Ζισκάρ Ντ’ Εστέν, ο Φρανσουά Μιτεράν, ο Χέλμουτ Κολ και τόσοι άλλοι, προχώρησαν μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο σε βήματα που θεωρούνταν απονενοημένα για αιώνες. Σήμερα, λοιπόν, είναι η ώρα να αποκτήσουμε κάποιας μορφής Ευρωπαίο πρωθυπουργό που να εκλέγεται από τους πολίτες και να λογοδοτεί σε όλους τους πολίτες, χωρίς να χάνουν τα κράτη τη δυνατότητα παρέμβασης και αρνησικυρίας. Θα μπορούσε αυτό να το εξασφαλίζει ένας πρόεδρος εκλεγμένος από το Συμβούλιο ή και το ίδιο το Συμβούλιο.

Αν δεν βρεθούν σήμερα οι ηγέτες που θα προχωρήσουν στο επόμενο “αδιανόητο” βήμα και συνεχίσει η χορήγηση ασπιρίνων για να γιατρευτεί ο καρκίνος της οικονομικής ύφεσης, πολύ φοβάμαι ότι η Ευρώπη δεν θα υπάρχει για πολύ ακόμη. Και δεν θα φταίει γι’ αυτό ο κόσμος που θα πεινάει.

Είναι αλήθεια ότι η δύσκολη κατάσταση στην οικονομία, αλλά και η εύλογη αγωνία για το μέλλον ακόμη και της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, λειτουργούν αποπροσανατολιστικά σε σχέση με τις δημοτικές εκλογές. Δύο βδομάδες πριν και η αίσθηση που κυριαρχεί είναι ότι με αυτές ασχολούνται μόνο οι υποψήφιοι και ο στενός τους περίγυρος. Και όμως, μπαίνοντας στην τελική ευθεία, καλό είναι να αναλογιστούμε τα τρία επίπεδα στα οποία οι δημοτικές κινούνται.

Το πρώτο, ασφαλώς, είναι το επίπεδο των κομματικών συνεργασιών. Οι δημοτικές παρεμβάλλονται μεταξύ των βουλευτικών και των προεδρικών, έχοντας καθορίσει στο παρελθόν τη μεγάλη αναμέτρηση. Σήμερα είναι σαφές ότι δεν υπάρχει ξεκάθαρη κατεύθυνση. Είναι μεν κερδισμένο το ΑΚΕΛ εφόσον απέφυγε την απευκταία για το ίδιο πολιτική απομόνωση, φαίνεται δε ο ΔΗΣΥ να μην πετυχαίνει και πάλι ευρεία συνεργασία με το ΔΗΚΟ, αλλά το περιβάλλον είναι ακόμη πολύ θολό για τις εκλογές του 2013.

Αυτό που έχει επαναβεβαιωθεί αφορά το ΔΗΚΟ και την ΕΔΕΚ. Ο τρόπος με τον οποίο έχουν κινηθεί, δείχνει και την πρόθεσή τους να επιδιώξουν μέχρι τέλους υποψηφιότητες στις προεδρικές προερχόμενες από τους χώρους τους. Το κάθε κόμμα με τον δικό του τρόπο και τη δική του ατζέντα.


Κρίνονται σε λίγες μέρες οι συνεργασίες, το Μαρί αλλά και οι ίδιοι οι πολίτες


Το δεύτερο επίπεδο έχει να κάνει με τα πολιτικά μηνύματα των δημοτικών εκλογών. Και αυτά, όσο και αν το ΑΚΕΛ και το ΔΗΚΟ προσπαθούν να ελαχιστοποιήσουν τη σημασία τους, υπάρχουν. Οι δημοτικές είναι οι πρώτες πολιτειακές εκλογές μετά την έκρηξη στο Μαρί και μετά που έγινε πλέον πασιφανής η δυσχερής οικονομική κατάσταση. Διάφορα μηνύματα επιχείρησαν να περάσουν ομάδες πολιτών από την έκρηξη και μετά, χωρίς όμως επιτυχία. Το συνταγματικά κατοχυρωμένο μήνυμα προέρχεται ωστόσο αποκλειστικά από την κάλπη.

Εάν ΑΚΕΛ και ΔΗΚΟ καταφέρουν να εμφανίσουν την ευρεία συνεργασία τους επιτυχημένη, τότε, σε κομματικό επίπεδο, θα έχουν αφήσει αρκετά πίσω τις συνέπειες της μέχρι τώρα κυβερνητικής αποτυχίας. Ενδιαφέρον θα είναι, από την άλλη, το αν ο ΔΗΣΥ, με πολλές κατά τόπους συνεργασίες με την ΕΔΕΚ και άλλα κόμματα, πετύχει την εκλογή δημάρχων χωρίς το ΔΗΚΟ. Ένα ενδεχόμενο αρκετά πιθανό, που είναι μάλιστα ακόμη πιθανότερο να τον παρασύρει σε μια «ενθουσιαστική» ανάλυση των νέων πολιτικών δεδομένων.

Όπως σε κάθε δημοτικές, υπάρχουν και οι περιοχές «κλειδιά». Για την αξιολόγηση των συνεργασιών, τα «κλειδιά» ασφαλώς είναι πρώτα η Λάρνακα και η Πάφος και ακολούθως ο Στρόβολος. Σε Λάρνακα και Πάφο αναμετρώνται το ΑΚΕΛ με το ΔΗΚΟ έναντι των ΔΗΣΥ και ΕΔΕΚ. Με υποψηφίους μάλιστα που παρουσιάζουν έντονα τοπικά και πολιτικά χαρακτηριστικά. Θα αξιολογηθεί έτσι και η δυνατότητα των κομμάτων να επιβάλλουν στους ψηφοφόρους τους επιλογές με τις οποίες δεν ήταν και πολύ ενθουσιασμένοι…

Το ευρύτερο πολιτικό μήνυμα ασφαλώς θα βγει από τη Λευκωσία και τη Λεμεσό. Έστω και αν τα φαβορί στις δύο πόλεις είναι λίγο-πολύ ξεκάθαρα, εντούτοις το ποσοστό που θα πετύχουν αλλά και τα ποσοστά της αποχής από την άλλη, οφείλουν να προκαλέσουν στα κόμματα πολύ σοβαρή μελέτη και προβληματισμό για τις επόμενές τους κινήσεις.

Το τρίτο επίπεδο των δημοτικών εκλογών έχει να κάνει με την ίδια την τοπική αυτοδιοίκηση. Διότι, αν μέχρι σήμερα επικρατούσε η πλάνη ότι οι δήμοι χρειάζονται δήμαρχο καβγατζή και διεκδικητή, πλέον είναι σαφές ότι απαιτούνται προσωπικότητες που θα μπορούν να παράγουν από μόνοι τους έργο αντί απλώς να φωνάζουν γιατί έργα δεν υπάρχουν. Και όταν λέμε έργο, δεν εννοούμε το πεζοδρόμιο και την αποχέτευση έξω από την πόρτα μας, αλλά έναν ολοκληρωτικό σχεδιασμό που θα αλλάξει και θα αναμορφώσει τις άσχημες –ως επί το πλείστον– πόλεις μας, αποφορτίζοντάς τις από τα δυσθεώρητα γραφειοκρατικά εμπόδια.

Ομολογώ ότι χαίρομαι που βλέπω –ακόμη και υποψήφιους δημοτικούς συμβούλους– να παλεύουν με όλα τα μέσα για την εκλογή τους, έστω και αν καμιά φορά αυτή η τάση δείχνει υπερβολική. Το αν η προσπάθειά τους θα πετύχει ή αν θα έχουμε μια από τα ίδια, θα εξαρτηθεί από τους πολίτες. Οι οποίοι πολίτες επίσης θα κριθούν για το κατά πόσον ψηφίζουν πλέον την προοπτική έναντι της βόλεψης.