Κάθε άνθρωπος και οργανισμός υπάρχουν στιγμές που καλούνται να πάρουν γενναίες αποφάσεις. Και επειδή δυστυχώς ελάχιστα πράγματα είναι εύκολα στη ζωή, αυτές έχουν κόστος. Είτε προσωπικό (το λιγότερο ίσως), είτε ηθικό απέναντι σε αξίες, αρχές και ιδέες, είτε κόστος που αφορά πρόσωπα και καταστάσεις που υπάρχουν γύρω. Στις περιστάσεις αυτές, η κατάσταση μοιάζει συνήθως χαμένη από όλες τις πλευρές. Αυτό όμως είναι μια ψευδαίσθηση. Διότι πάντα θα υπάρχει η ζυγαριά στην οποία θα πρέπει τουλάχιστον να μπορείς να αξιολογήσεις το κόστος στη μία και την άλλη περίπτωση. Και άμα καταφέρεις να τις ιεραρχήσεις σωστά, τότε –μακροπρόθεσμα έστω– θα είσαι νικητής. Θα είσαι τουλάχιστον ήσυχος με τη συνείδησή σου.

Στην πολιτική, που λοιδορείται –όχι αναίτια– με μανία και ευκολία τα τελευταία χρόνια, τα διλήμματα αυτά είναι έτι δυσκολότερα. Υπάρχουν οι ώρες εκείνες που από πολιτικές αποφάσεις θα κριθεί το μέλλον μιας χώρας και ενός λαού. Και σε προσωπικό επίπεδο θα κριθεί το πώς θα γραφτεί στην ιστορία το όνομα ενός πολιτικού.

Έχουμε πει πάρα πολλά τα τελευταία χρόνια, οι λίγοι που από την αρχή προσπαθήσαμε να προκαλέσουμε με όλους τους δυνατούς «ειρηνικούς» τρόπους τη λήψη κάποιων ελάχιστων μέτρων που θα απέτρεπαν την οικονομία μας από το να βρεθεί μόλις προ της ανάγκης διάσωσης και μηχανισμών στήριξης. Αναγνωρίζαμε όμως πάντα την αντικειμενική πραγματικότητα. Ότι ζητούσαμε από το ΑΚΕΛ να αντιστρατευτεί τον εαυτό και τα πιστεύω του – όσο ουτοπικά και αν εμείς πιστεύουμε ότι αυτά είναι. Ζητούσαμε μια τεράστια υπέρβαση, που για έναν γνήσιο αριστερό σήμαινε ιδεολογική προδοσία. Να γίνει το κόμμα του –έστω προσωρινά– μια Αριστερά «κίβδηλη». Να αφαιρέσει ωφελήματα –όσο παράλογα και αν ήταν– από εργαζομένους, να κάνει οικονομίες στις κοινωνικές παροχές, να βοηθήσει τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις να προκαλέσουν ανάπτυξη. Κυρίως, να βάλει στο μυαλό του την πιθανότητα ένα κράτος να χρεοκοπήσει, για να μπορέσει να σκεφθεί το πώς αυτό το ενδεχόμενο μπορεί να αποτραπεί.


Καλύτερα μια Αριστερά προσωρινά «κίβδηλη» παρά μια Αριστερά «παιδοκτόνος»


Το γιατί του ζητούσαμε να κάνει αυτή την αυτοθυσία, γίνεται δυστυχώς πολύ εμφανές όσο περνά ο καιρός. Και ακριβώς εδώ είναι που μπαίνει η ζυγαριά και η άλλη της πλευρά. Όπου βρίσκονται η απώλεια της εθνικής κυριαρχίας, το να βρίσκεται η χώρα υπό ξένη κηδεμονία, το να μειώνονται πραγματικά μισθοί αντί να περιορίζονται απλά προνόμια, το να φεύγει κόσμος από τον δημόσιο και ημιδημόσιο τομέα, το να μάθουμε να ζούμε με διψήφιους δείκτες ανεργίας (50.000 και πάνω ανθρώπους), το να μπούμε σε παρατεταμένη ύφεση. Να είναι ο Κύπριος πολίτης μίζερος και σκυθρωπός στην καθημερινότητά του, όπως ακριβώς είναι και ο Ελλαδίτης, ο Ιταλός, ο Ισπανός σήμερα. Κινδυνεύει στις μέρες μας η Αριστερά στην Κύπρο να γίνει μια Αριστερά «παιδοκτόνος» των όσων διατείνεται ότι εκπροσωπεί και προστατεύει. Κυρίως των εργαζομένων.

Στα τέσσερα σχεδόν χρόνια που πέρασαν από την εκλογή του κ. Χριστόφια στην προεδρία, η προστασία του αριστερού «προφίλ» και η ψευδαίσθηση της διαφύλαξης του κόμματος υπήρξε η πρώτη προτεραιότητα. Οι κ. Χριστόφιας και Σταυράκης, που κλήθηκαν να λάβουν αποφάσεις, δεν έκαναν τίποτα, ελπίζοντας σε ένα θαύμα που θα μας έβγαζε από την κατηφόρα. Το ίδιο το ΑΚΕΛ δεν ήθελε καν να σκεφτεί ενδεχόμενα μέτρα που θα καταρράκωναν την εικόνα του.

Σήμερα, στο πηδάλιο της οικονομίας βρίσκεται μεν ένας άλλος άνθρωπος, αλλά ο καπετάνιος, οι αξιωματικοί και το πλήρωμα είναι ακριβώς οι ίδιοι. Τον κ. Καζαμία δεν τον γνωρίζω προσωπικά, αναγνωρίζω όμως ότι στην πορεία έδειξε πως μπορεί να λάβει αποφάσεις δύσκολες. Δείχνει σήμερα να αντιλαμβάνεται την κατάσταση, κάτι που είναι ήδη μια πρόοδος. Είμαι βέβαιος ότι και στο ΑΚΕΛ άρχισαν πλέον να μετρούν το κόστος αντιλαϊκών μέτρων από τη μια, σε σχέση με το πιθανό κόστος ένταξης στον μηχανισμό. Και το ισοζύγιο είναι προφανές ότι θα είναι εξαιρετικά πιο αρνητικό στη δεύτερη περίπτωση. Για τον Πρόεδρο, πιστεύω ότι απλά προτιμά να μην τα σκέφτεται.

Πιθανόν να είναι ήδη αργά για την οικονομία, αλλά αν έχουμε έστω μια πιθανότητα, είναι η τελευταία στιγμή να την δοκιμάσουμε. Είναι τώρα η ώρα του κ. Κίκη Καζαμία να δείξει –όχι φεύγοντας όπως το 2004 αλλά πολεμώντας αυτή τη φορά– κατά πόσον προτιμά μια Αριστερά προσωρινά «κίβδηλη» από μια Αριστερά «παιδοκτόνο». Αυτό είναι το δίλημμα.

Σήμερα, έχουμε δεκάδες δηλώσεις Ευρωπαίων αξιωματούχων για τα μαύρα χάλια που έφτασε την οικονομία η κυβέρνηση του κ. Χριστόφια, μέχρι και τελεσίγραφα από τον Όλι Ρεν για μέτρα πριν από τις 15 Δεκεμβρίου. Η αξιολόγηση της οικονομίας μας είναι ένα μικρό σκαλί πάνω από την κατηγορία «σκουπίδι» και η μία υποβάθμιση διαδέχεται την άλλη. Έχει πλέον αποδειχθεί ότι αυτός που κορόιδευε τον λαό για τον αριθμό των δημόσιων υπαλλήλων δεν ήταν ασφαλώς η στατιστική υπηρεσία, αλλά το Υπουργείο Οικονομικών και το ΑΚΕΛ. Διότι όντως αυξήθηκαν πάνω από 5.500 τα τελευταία τριάμισι χρόνια.

Δεν θα κουράζομαι να επαναλαμβάνω ότι «η ψυχολογία δεν τρώγεται» και γι’ αυτό δεν πιστεύω στη δημιουργία εικονικών πραγματικοτήτων. Η ψυχολογική ανάταση μπορεί να βασίζεται μόνο σε πραγματικά δεδομένα. Αλλιώς, δημιουργούνται προσδοκίες που η διάψευσή τους επιφέρει μεγαλύτερη πτώση απ’ ό,τι αν δεν είχαν δημιουργηθεί.

Όπως συνέβη με το φυσικό αέριο. Για σαμπάνιες που ανοίγονται στον «Όμηρο» από τη Noble διέρρεαν κάποιοι, μέχρι που πραγματικά στοιχεία προσγείωσαν ανώμαλα και την ψυχολογία, αλλά και τις μετοχές των Noble και Delec. Ο καθένας οφείλει να παρουσιάζει την πραγματικότητα, γιατί αλλιώς δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί.


Τρία χρόνια τους έχουμε μάθει. Ο Υπουργός τα μέτρα, ο Πρόεδρος τον συνδικαλισμό και βουρ για το μηχανισμό.


Η πραγματικότητα λοιπόν είναι ότι περιμένοντας εδώ και τρία χρόνια ένα θαύμα από κάποιον άγνωστο ύψιστο στα έγκατα της ΑΟΖ μας, κλείνει στην Κύπρο η μία μικρομεσαία επιχείρηση μετά την άλλη, απολύονται και μένουν άνεργοι χιλιάδες συμπολίτες μας, μισθοί και ωφελήματα στον ιδιωτικό τομέα περιορίζονται.

Μια μεγάλη κυπριακή τράπεζα είναι ήδη σε τροχιά κρατικοποίησης, η κατανάλωση και οι εισπράξεις από τον ΦΠΑ πέφτουν λες και κάνουν «Bungee Jumping», τα ακίνητα και η αγορά των αυτοκινήτων είναι στον αναπνευστήρα, ο τουρισμός πάει καλά σε αφίξεις, αλλά όχι τόσο σε έσοδα. Η απάντηση του κράτους που θα ήταν υποτίθεται μια σειρά δημόσιων έργων, αλυσοδέθηκε από την έλλειψη ρευστότητας των δημόσιων ταμείων και έργα αναστέλλονται, αναβάλλονται και ακυρώνονται, γιατί απλώς, λεφτά δεν υπάρχουν.

Το ρωσικό δάνειο μάς πάει μόνο μέχρι τον Απρίλιο. Το μοναδικό μέτρο που θα βοηθούσε την ανάπτυξη, η κατάργηση δηλαδή των μεταβιβαστικών που επαναστατικά αποφάσισε η Βουλή, αναπέμφθηκε και αυτό από τον Πρόεδρο. Οι προβλέψεις δε για τους ρυθμούς ανάπτυξης της χώρας επέστρεψαν στο απόλυτο μηδέν.

Ανέτρεξα σε δεκάδες άρθρα των τελευταίων τριών χρόνων, τα όποια εκλιπαρούσαν, κατηγορούσαν, ακόμη και αναθεμάτιζαν την κυβέρνηση για την απραξία της και την πορεία προς την οικονομική καταβαράθρωση.

Σήμερα, λοιπόν, δεν θα αναφερθώ σε μέτρα για να αναδιαρθρωθεί η οικονομία και να σωθούμε. Τρία χρόνια μετά, τους έχουμε μάθει πια και μπορούμε να φανταστούμε από πριν τη φαρσοκωμωδία που θα παρακολουθήσουμε τις επόμενες ημέρες.

Αυτή, δηλαδή, που θέλει τον υπουργό Οικονομικών –που σε αντίθεση με τον προκάτοχό του έχει αντίληψη της κατάστασης, ακούει ανθρώπους της οικονομίας και δεν θέλει να χρεωθεί τη χρεοκοπία– να προτείνει μέτρα και να τα παρουσιάζει σε συντεχνίες και κόμματα. ΔΗΚΟ, ΔΗΣΥ και ΕΔΕΚ θα συμφωνήσουν με αρκετά από αυτά, παρ’ όλο που θα τα θεωρήσουν ανεπαρκή. Θα τα θέτουν μάλιστα ως όρο για να στηρίξουν οποιαδήποτε αύξηση φορολογίας. Οι συντεχνίες από την άλλη θα κηρύξουν τον «νυν υπέρ πάντων αγώνα».

Την κρίσιμη δε στιγμή, στο πλευρό τους θα συνταχθεί και ο «εργατοπατέρας» Δημήτρης Χριστόφιας, τινάζοντάς τα όλα στον αέρα. Προτιμώντας, παραμονές δημοτικών εκλογών, να έλθουν οι ξένοι «συνωμότες» και να κατακρεουργήσουν εργατικά κεκτημένα, παρά να χρεωθεί ο ίδιος τον όποιο –έστω μικρό– περιορισμό τους.

Το θέατρο το έχουμε δει πολλάκις. Μακάρι να διαψευσθώ, αλλά αυτή τη φορά φοβάμαι ότι θα μετεξελιχθεί σε ένα Ζάλογγο, όχι τιμής, αλλά υποκρισίας και ανευθυνότητας στην πλάτη του λαού μας. Μακάρι να διαψευσθώ…

 

Από πολλούς στην Κύπρο, δεν θεωρείται και τόσο ενδιαφέρον να ασχολείσαι με την πολιτική σκηνή της Ελλάδας, ακόμη και όταν αυτή απασχολεί τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων απ’ άκρη σ’ άκρη της γης. Αυτή όμως είναι η αντιμετώπιση όσων δεν αντιλαμβάνονται τις προεκτάσεις και την πραγματική σύνδεση που υπάρχει μεταξύ των δύο κρατών. Ιδιαίτερα τις τελευταίες δεκαετίες.

Όπως και να ’χει, η πολιτική φάρσα που παίχτηκε στις πλάτες των Ελλήνων πολιτών την τελευταία εβδομάδα, είναι πολύ διδακτική για όλους. Με συμπεράσματα χρήσιμα, τρομοκρατικά, φρικτά, αλλά και παραδείγματα προς μίμηση.

Αν κάνουμε μια σύντομη διαδρομή του ορυμαγδού γεγονότων, θα ξεκινήσουμε από την μπλόφα του δημοψηφίσματος που έριξε ο κ. Παπανδρέου και άνοιξαν οι ασκοί του Αιόλου. Πρώτον, διότι για πρώτη φορά μια χώρα άνοιγε μόνη της το κεφάλαιο εθελούσιας εξόδου από την Ευρωζώνη, αλλά και, δεύτερον, διότι ο λαός τρόμαξε βλέποντας τη σοβαρή ευθύνη για το μέλλον της χώρας να ρίχνεται πάνω του.

Ο κ. Παπανδρέου έχασε το ασύμμετρο ρίσκο, αλλά και τη γη κάτω από τα πόδια στο εξωτερικό, και στο ίδιο το κόμμα του. Η Ελλάδα έπρεπε να αλλάξει ηγεσία για να σταθεί. Η συναίνεση δε των δύο έγινε εθνική αναγκαιότητα, όσο και αν κανείς δεν την πίστευε. Η ΝΔ ειδικά, που επιχείρησε να κρυφτεί πίσω από το ότι ο κ. Παπανδρέου δεν βροντοφώναξε «παραιτούμαι», επιδιώκοντας περισσότερο τον εξευτελισμό του πολιτικού αντιπάλου, παρά την ουσία.


Όταν έφτασε το μαχαίρι στο λαιμό, οι Έλληνες πολίτες ανακάλυψαν την ισχύ τους


Η απευθείας απειλή του Όλι Ρεν για έξοδο από την Ευρωζώνη ανέτρεψε για πρώτη φορά το μικροκομματικό παιχνίδι. Η ΝΔ αντιλήφθηκε ότι πρέπει –έστω κάπως– να συνεργαστεί, αλλιώς θα χρεωνόταν την ολική καταστροφή. Εκεί λοιπόν ξεκίνησε –σχεδόν δημοσίως– το μικροπολιτικό παζάρι που και στην Κύπρο ζούμε ειδικά μεταξύ πρώτης και δεύτερης Κυριακής. Εκεί αποδείχθηκε, μάλιστα, ότι τη συναίνεση κανείς δεν την πίστεψε και κανείς δεν την επεδίωκε στ’ αλήθεια.

Στόχο είχαν και οι δύο να προστατεύσουν το μαγαζί τους, το πολιτικό τους τομάρι και τα δικά τους κεκτημένα. Να μην αφήσουν καν την εντύπωση ότι παραχωρούν σε άλλα από τα παραδοσιακά χέρια την εξουσία, να κοροϊδέψουν ξανά τους ξένους και να θεωρούν ότι θα ξεγελάσουν τους πολίτες με την άμεση προεκλογική εκστρατεία.

Ο κ. Σαμαράς, βγάζοντας την ουρά του απ’ έξω και επιδιώκοντας την ελάχιστη δυνατή συμμετοχή και την όσο το δυνατόν πιο ευκρινή συνέχεια της κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ από τη μια, και ο κ. Παπανδρέου, με επιλογές όπως του στενού του συνεργάτη κ. Πετσάλνικου που τον διατηρούσε στον έλεγχο των πάντων από την άλλη, προσπάθησαν να πετύχουν ένα και μόνο πράγμα: να μην αλλάξει τίποτα, να μην απειληθεί το μικροσύστημα διαδοχής στην εξουσία και να μην εμφανιστεί κανείς που μπορεί να είναι πιο ικανός.

Δεν μυθοποιώ ανθρώπους και δεν έχω προσωπική άποψη για τον κ. Παπαδήμο. Ξέρω όμως ότι θα ξεκινούσε με τις καλύτερες δυνατές προοπτικές υπό τις περιστάσεις, εφόσον εξασφάλιζε τουλάχιστον τη σοβαρότητα, τη γνώση και την έξωθεν καλή μαρτυρία. Φαινόταν η καλύτερη λύση και πέντε μέρες ο κόσμος όλος συζητούσε το όνομά του. Όλος ο κόσμος εκτός από τους δύο ηγέτες που έπρεπε! Με τα μικροπολιτικά συστήματα του καθενός να διαρρέουν φαντασιώσεις, μπας και καταφέρουν να τον κάψουν.

Στο άκουσμα λοιπόν μιας επιλογής χαμηλών προσδοκιών, όπως εκείνης του κ. Πετσάλνικου, λειτούργησε το ένστικτο επιβίωσης της κοινωνίας. Και αυτό πιστεύω ότι αποτελεί το μεγαλύτερο μάθημα όλης αυτής της ιστορίας. Διότι αν κάποιος είχε παρακολουθήσει τη λυσσαλέα αντίδραση των πολιτών –με επιχειρήματα– μέσα από σύγχρονα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπως twitter, facebook και sms, θα αντιλαμβανόταν ποια ήταν πράγματι η αιτία που υποχρέωσε 50 βουλευτές του ΠΑΣΟΚ να απειλήσουν με παραίτηση και να συμπεριφερθούν ως εκπρόσωποι του λαού και όχι ως κομματικοί υπηρέτες.

Τα αντανακλαστικά των πολιτών επέβαλαν τη διατήρηση ζωντανής της ελπίδας για διάσωση της χώρας, απέναντι στο κομματικό παζάρι. Επέβαλαν τον κ. Παπαδήμο επειδή πίστεψαν ότι αποτελούσε την τελευταία ευκαιρία. Το γιατί όμως τα αντανακλαστικά αυτά ενεργοποιούνται ελάχιστα πριν την καταστροφή, ας μας προβληματίσει όλους.

Καλή δύναμη στον κ. Παπαδήμο. Ας τον αφήσουν τουλάχιστον να δουλέψει. Ας ευχηθούμε να ανταποκριθεί.


Σχολιάζοντας τη δραματική κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η Ελλάδα, μια φίλη έγραψε στο twitter κάτι με το οποίο και συμφωνώ και έχω υποστηρίξει μέχρι σημείου που να κινδυνεύω να χαρακτηριστώ γραφικός: «Πολιτική σημαίνει επίτευξη πολιτικών στόχων, όχι διαχείριση κακομοιριάς και επαρχιακός τακτικισμός».

Το τζογάρισμα και η μπλόφα δεν είναι σημερινά στην πολιτική. Συνέβαιναν από αρχαιοτάτων χρόνων μεταξύ βασιλιάδων, δικτατόρων, απεσταλμένων, προέδρων, πρωθυπουργών. Κάποιες ενέργειες αυτού του είδους μάλιστα πιθανόν να δρομολόγησαν ή να απέτρεψαν ιστορικά γεγονότα. Ποιο λοιπόν το πρόβλημα σήμερα;

Το πρόβλημα σήμερα είναι ότι οι ηγέτες πλέον δεν επιχειρούν –όταν επιχειρούν– να πιέσουν ο ένας τον άλλο χρησιμοποιώντας τεχνάσματα, σε διαπραγματεύσεις πίσω από κλειστές πόρτες. Πλέον τζογάρουν πολιτικά μπροστά στα μάτια του λαού, επιχειρώντας να ξεγελάσουν, να εκβιάσουν και να παρασύρουν τον πολίτη τον ίδιο. Σε αντίθεση με το παρελθόν, κάθε πολιτική «ζαριά» που κάποτε δεν είχε κόστος, σήμερα, την εποχή της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας, αποκτά παγκόσμιες προεκτάσεις και προκαλεί ανεπανόρθωτα γεγονότα. Σε λεπτά, περιουσίες χάνονται στα χρηματιστήρια λόγω μιας λάθος διατύπωσης.

Δεν είναι μόνο ελλαδικό το φαινόμενο του ανεύθυνου πολιτικού τζόγου. Παντού γίνεται και έχει συμβεί και στην Κύπρο τα τελευταία χρόνια αρκετές φορές. Στην Ελλάδα όμως, ο πρωθυπουργός ξεπέρασε κάθε όριο. Διότι με την εξαγγελία για δημοψήφισμα, είναι προφανές ότι ο κ. Παπανδρέου επιχειρούσε να πετύχει μια σειρά στόχων, που κάθε άλλο παρά σχέση με το περιεχόμενο του είχαν.


Οι πολιτικές αλχημείες γίνονται για να καλύψουν πολιτικές ελλείψεις και αδυναμίες


Ο Έλληνας πρωθυπουργός με την πρόταση για δημοψήφισμα επιχείρησε προφανώς να μετακυλήσει μέρος των ευθυνών του στον λαό. Να δείξει δηλαδή στους πολίτες τι αναγκάζεται ο ίδιος να διαπραγματεύεται και να τους κάνει έστω με κάποιο τρόπο μέρος του προβλήματος και όχι απλά μέρος της διαμαρτυρίας. Προσπάθησε να πιέσει την Ευρώπη ότι χρειάζεται λίγο αναπνοή και καλύτερους όρους. Προσπάθησε να πιέσει τη Νέα Δημοκρατία να τοποθετηθεί επιτέλους στα μεγάλα διλήμματα, αντί να κολοκυνθίζει και να κρύβεται.

Δεν θα μπορούσε κάποιος να χαρακτηρίσει τις προθέσεις αυτές κακές. Ο τρόπος όμως που επιχείρησε να τις πετύχει, επενδύοντας στο ρίσκο του δημοψηφίσματος, ήταν καταδικαστέος και καταστροφικός. Ξέχασε ο κ. Παπανδρέου τις παγκόσμιες προεκτάσεις των πράξεων του, που αποσυντόνισαν και τρόμαξαν ολόκληρη την υφήλιο. Και ξέχασε ότι ο ηγέτης δεν μπορεί να βάζει τον λαό μπροστά για να κρυφτεί, αλλά οφείλει να πείθει και να καθοδηγεί τον λαό του.

Ο κ. Παπανδρέου με την κίνησή του αποκάλυψε τη γύμνια του σημερινού πολιτικού συστήματος που –λίγο πολύ– χαρακτηρίζει ολόκληρη την υφήλιο σχεδόν. Σίγουρα μάλιστα χαρακτηρίζει μεγάλο μέρος της Ευρώπης. Γιατί, όταν το πολιτικό σύστημα είναι εύθραυστο, ανασφαλές και ανεπαρκές, οι αγορές αντιδρούν. Όταν η πολιτική καταντά λογιστική πράξη και πράξη ευκαιριακού λαϊκισμού, όταν γίνεται διαχειριστής της κοινής γνώμης και των γεγονότων, αντί διαμορφωτής τους, η οικονομία υποκύπτει στην ψυχολογία του όχλου. Οι πολιτικοί για να κρύψουν τις ελλείψεις και την αδυναμία ηγεσίας, καταφεύγουν στα τρικ, τον λαϊκισμό, τον τζόγο και την επικοινωνία χωρίς όμως να ξεγελούν και να πείθουν κανέναν εκτός από τους ίδιους πλέον.

Τώρα που όλοι έχουμε δει σε κάθε χώρα –με τις ιδιαιτερότητες της κάθε μιας– «τον ουρανό σφοντύλι», τώρα που διακυβεύονται πια το βοιωτικό επίπεδο και κατακτήσεις γενιών και γενιών, είναι ίσως η ώρα να αντιληφθούμε ότι εμείς είναι που ζητούσαμε τόσα χρόνια τζογαδόρους, ευκαιριακούς και ανεπαρκείς ηγέτες. Ηγέτες που θα τους «κάναμε ό,τι θέλαμε» νομίζαμε, για να τακτοποιούνται οι δουλειές μας. Και όταν αποφασίσουμε ότι δεν θέλουμε να είμαστε η μπίλια στη ρουλέτα, τότε ίσως θα δούμε και την πολιτική να επιστρέφει στην ουσία της.