Έχω την εντύπωση ότι πολύ ελαφρά παίρνουμε εδώ στην Κύπρο το «κούρεμα» των ελληνικών ομολόγων στο 50% και τις συνέπειες του στην ελληνική οικονομία. Βασισμένοι στις εκ καθήκοντος καθησυχαστικές ανακοινώσεις των τραπεζών και του υπουργού των Οικονομικών δημιουργείται η εντύπωση ότι ξεπεράσαμε τον σκόπελο. Αμ δε όμως… Τώρα είναι που αρχίζουν τα ακόμη πιο δύσκολα.

Ήμουν πάντα της άποψης ότι η «ψυχολογία δεν τρώγεται» και γι’ αυτό είναι που θεωρώ κάθε προσπάθεια τόνωσης της ψυχολογίας της αγοράς με ανακοινώσεις και δημοσιεύματα που προσπαθούν απλώς να κτίσουν εικονικές πραγματικότητες, αποτυχημένη από χέρι. Το άρθρο αυτό μάλιστα γράφεται ανήμερα της 28ης Οκτωβρίου και με θαυμασμό προς τα λόγια του Ουίνστον Τσόρτσιλ: «Δεν έχω τίποτα να προσφέρω, παρά αίμα, μόχθο, δάκρυα και ιδρώτα». Η πιο πάνω φράση είναι ίσως το μεγαλύτερο αντίβαρο σε όσους θέλουν να προσφέρουν εύκολες λύσεις και αναίμακτες νίκες.

Ας πάμε, λοιπόν, στη σημερινή πραγματικότητα. Το «κούρεμα» των ελληνικών ομολόγων ασφαλώς και επηρεάζει πρώτα απ’ όλους τις τράπεζες και πιο ειδικά τις δύο μεγάλες. Για να είμαστε δίκαιοι, η μεν Τράπεζα Κύπρου έδειξε με την ανακοίνωσή της ότι μπορεί να αντέξει από μόνη της τη ζημιά, η δε Marfin Laiki Bank, δεν έπεισε. Μεγάλο πρόβλημα έχουν εξ ορισμού τα εξ Ελλάδος τραπεζικά ιδρύματα. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι κάποια τράπεζα θα χρεοκοπήσει, ούτε ότι θα χαθούν οι καταθέσεις. Συνεπάγεται όμως περιπέτειες, θα αναγκαστεί να αποξενωθεί κεφαλαιουχικά στοιχεία και πιθανόν να υποχρεωθεί είτε να εξαγοραστεί, είτε να συγχωνευθεί, είτε να υποστεί κρατικοποίηση. Η Κύπρος παράλληλα ήδη δέχθηκε νέα υποβάθμιση από τους S&P, με τον ορίζοντά της να καθορίζεται ξανά ως αρνητικός.


Το «κούρεμα» σημαίνει ελάχιστα δάνεια και υψηλά επιτόκια. Υπάρχει διέξοδος;


Ωραία όλα αυτά. Το θέμα όμως είναι τι σημαίνει αυτό για τον κάθε Κύπριο πολίτη και την οικονομία ευρύτερα. Διότι οι επιπτώσεις μέσα στο επόμενο οκτάμηνο θα είναι σκληρές. Πρώτο, σημαίνει ότι κλείνει σχεδόν εντελώς η πόρτα του δανεισμού σε κυπριακά νοικοκυριά και επιχειρήσεις, από τα μεγάλα τραπεζικά ιδρύματα τουλάχιστον. Δεύτερον, πιθανόν να σημαίνει υψηλότερα επιτόκια και σίγουρα τεράστια και αφόρητη πίεση προς όσους έχουν δάνεια, για να ανταποκριθούν. Ίσως να έχουμε και πολύ πιο ριζικές επεμβάσεις σε επισφαλείς λογαριασμούς. Τρίτο και οικονομικά σημαντικότερο, σημαίνει μούδιασμα των ξένων που διατηρούν τις καταθέσεις τους στην Κύπρο και πιθανές αποχωρήσεις, σε ένα ντόμινο δυσάρεστων για τη χώρα εξελίξεων. Την ίδια στιγμή ασφαλώς η αγορά για τον επόμενο χρόνο ολοένα θα στεγνώνει, το κράτος θα εισπράττει λιγότερα έσοδα από φορολογία και ο εφιάλτης της ανεργίας θα γίνεται μεγαλύτερος.

Η πιο πάνω είναι η πραγματικότητα όπως προδιαγράφεται, έχοντας μάλιστα υπόψη τη δειλή, οπισθοδρομική και φοβική πολιτική της σημερινής κυβέρνησης να αντιμετωπίσει με θάρρος και στρατηγικό σχεδιασμό τη δύσκολη κατάσταση. Η οποία με δύο λέξεις περιγράφεται ως «λεφτά δεν υπάρχουν», ούτε από τις τράπεζες, ούτε από το κράτος. Άρα, πρέπει να περιπέσουμε σε μιζέρια και κατάθλιψη; Εγώ πιστεύω πως όχι. Διότι κάθε φορά βρίσκονται ευκαιρίες μέσα από τα προβλήματα. Και ευκαιρίες είμαι πεπεισμένος ότι μπορούμε να δημιουργήσουμε. Διέξοδος υπάρχει, φτάνει να είμαστε αποφασιστικοί και ανοικτόμυαλοι.

Αν λεφτά δεν υπάρχουν στην Κύπρο, υπάρχουν αλλού. Και αν είμαστε πραγματικά ικανοί να καταφέρουμε να τα φέρουμε στη χώρα μας, με τη μορφή ξένων επενδύσεων. Να ανοίξουμε αγορές που παραμένουν κλειστές λόγω της στενοκεφαλιάς μας. Στην παιδεία να φύγουμε από την εμμονή των μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων και να ανοίξουμε τις πόρτες για την εγκατάσταση εδώ ξένων πανεπιστημίων. Το ίδιο στην υγεία, την τεχνολογία, τα καζίνο, την επιχειρηματικότητα γενικά.

Να δώσουμε κίνητρα, όπως την παραχώρηση κρατικής γης, επιπλέον φορολογικών κινήτρων, εύκολων διαδικασιών, εύκολη υποδοχή ξένων επαγγελματιών. Να ανοίξουμε θεματικά πάρκα όπου ξένες επιχειρήσεις θα μπορούν να δραστηριοποιηθούν «επί του εδάφους» και όχι απλά μέσα από την ταμπέλα και τις καταθέσεις. Και λέω μόνο ορισμένα παραδείγματα, για να μην περιοριζόμαστε στη Θεία Πρόνοια του αερίου που –μακάρι να έρθει– θα αποδώσει σε βάθος χρόνου.

Μπροστά μας είναι πλέον επιτακτική η πρόκληση. Θα διαχειριστούμε τη φτώχεια ή θα επιχειρήσουμε να την ανατρέψουμε; Μπορούμε τουλάχιστον –επιτέλους– να προσπαθήσουμε.

Advertisements

Όταν κάθε βδομάδα καλείσαι να αρθρογραφήσεις, δεν είναι πάντα εύκολο. Κάποιες φορές δεν συμβαίνει τίποτα για να σου δώσει ερέθισμα. Άλλες, θες να πεις αυτό που σκέφτεσαι ανεξαρτήτως του τι συμβαίνει. Υπάρχουν όμως και οι βδομάδες εκείνες που συμβαίνουν τόσα πολλά και αξιοπρόσεκτα πράγματα στον κόσμο, που κινδυνεύεις να χάσεις το πιο ουσιαστικό. Τέτοια θεωρώ και την τελευταία, με όλο αυτό τον ορυμαγδό που ξεκίνησε από τη γενικώς διάτρητη υπόθεση Σαρρή, επεκτάθηκε σε θέματα λογοκλοπής, πήγε στη Λιβύη με τον θάνατο του Καντάφι και την ανθρωποφαγία που ακολούθησε και κατέληξε με τον νεκρό διαδηλωτή στην Αθήνα, που περιφρουρούσε την εκδήλωση στο πλαίσιο της οργανωμένης προσπάθειας του ΚΚΕ, με το οποίο όσο κι αν διαφωνώ, σε αυτό το θέμα το θαυμάζω.

Αυτή όμως η βδομάδα, όπως και η επόμενη, έχει ένα άλλο θέμα που αφορά τη ζωή και τις αυριανές δυνατότητες όλων μας. Είναι αυτό της διαχείρισης από την Ευρώπη της ελληνικής κρίσης. Και δεν εννοώ ότι αφορά όλους μας λόγω των ιδιαίτερων σχέσεων με την Ελλάδα, αλλά λόγω των πανευρωπαϊκών και παγκοσμίων επιπτώσεων που αυτή μπορεί να προκαλέσει.

Οικονομολόγος δεν είμαι και με τον σύγχρονο, παντού τον ίδιο, κοντόφθαλμο και απόλυτα μαθηματικό τρόπο που ασκείται η οικονομική επιστήμη δεν συμφωνώ. Ούτως ή άλλως θεωρώ ότι το ζήτημα δεν είναι πια οικονομικό, αλλά έχει ήδη εξελιχθεί σε απόλυτα πολιτικό και έχει να κάνει με το μέλλον του ίδιου του ευρωπαϊκού οικοδομήματος.


Το μεγάλο ερώτημα δεν είναι αν θα αντέξει η Ελλάδα, αλλά η ίδια η Ευρώπη


Μελετούσα τις τελευταίες μέρες παγκόσμιες οικονομικές ιστοσελίδες που επιχειρούσαν να διευκρινίσουν τι σημαίνει η διαφωνία Γαλλίας και Γερμανίας για τον ευρωπαϊκό μηχανισμό στήριξης, την ώρα που, πέραν της Ελλάδας, της Ισπανίας, της Πορτογαλίας και της Ιρλανδίας, στη δίνη της κρίσης μπήκε και η Ιταλία, με τα επιτόκια ήδη στο 6%. Ανακάλυψα λοιπόν ένα σημείωμα του οικονομολόγου της RBS Ζακ Καγιού που περιγράφει με απλούς αριθμούς το σημερινό αδιέξοδο της κρίσης. Γι’ αυτό και θα παραθέσω τι αναφέρει χαρακτηριστικά:

«Η ασφαλιστική πολιτική που επιχειρεί σήμερα η Ε.Ε. είναι πιο πιθανόν να αποτύχει να προσελκύσει κεφάλαια του ιδιωτικού τομέα. Σημαντικό μέρος των κονδυλίων του μηχανισμού είναι ήδη δεσμευμένα. Η δανειοδοτική ισχύς του είναι περί τα 440 δισ. ευρώ, όσο είναι το σύνολο των εγγυήσεων που έχει διατεθεί από τα 6 κράτη της Ευρωζώνης τα οποία διαθέτουν την ανώτατη πιστοληπτική αξιολόγηση. Πλην όμως, ο μηχανισμός έχει ήδη δεσμεύσει 26 δισ. ευρώ στο πρόγραμμα διάσωσης της Πορτογαλίας, 17,7 δισ. ευρώ σε αυτό της Ιρλανδίας, ενώ θα χρειαστεί περίπου 70 δισ. για τη δεύτερη διάσωση της Ελλάδας. Αν παράσχει χρηματοδότηση και στις ευρωπαϊκές τράπεζες προκειμένου να αναδιαρθρώσουν τα κεφάλαιά τους η οποία μπορεί να φτάσει ώς και τα 50 δισ. –αφού οι ευρωπαϊκές αρχές κατέληξαν να συμφωνήσουν ότι η τρύπα που θα αναγνωριστεί είναι της τάξης των 100 δισ.– απομένουν μόλις 275 δισ. ευρώ τα οποία μπορούν να εγγυηθούν το 20% των ζημιών κρατικών τίτλων ύψους 1,43 τρισ. ευρώ. Δηλαδή ποσό χαμηλότερο από τις χρηματοδοτικές ανάγκες της Ιταλίας και της Ισπανίας που φτάνουν τα 2 τρισ. ευρώ».

Σε δύο άρθρα πριν ενάμιση χρόνο (27/4/10 και 4/5/10) με τίτλο «Ευρώπη και κρίση», κατέληγα στο συμπέρασμα ότι από την ώρα που οι Ευρωπαίοι ηγέτες λογοδοτούν μόνο στον λαό της χώρας τους και όχι στο σύνολο της Ευρώπης, εύλογα έχουν προτεραιότητα να προστατεύσουν πρώτα τα συμφέροντα των πολιτών τους και μετά εκείνα των υπολοίπων Ευρωπαίων. Ή να νομίζουν ότι τα προστατεύουν, όπως πολλές φορές συμβαίνει σήμερα.

Αυτό που γίνεται στην Ελλάδα είναι δίκαιο επί της αρχής, εφόσον η χώρα απέτυχε να διαχειριστεί την οικονομία της και εγκατέστησε ένα αδυσώπητο και αδηφάγο πελατειακό σύστημα. Η προσπάθεια εξυγίανσης όμως γίνεται με τρόπο απάνθρωπο, ασφυκτικά πιεστικό, μονίμως εκβιαστικό, χωρίς ορατό αποτέλεσμα ή τέλος. Και γίνεται μάλιστα με τρόπο που εκθέτει την ίδια την Ευρώπη αλλά και την κοινή οικονομία σε κίνδυνο οριστικής διάλυσης.

Στις δύο συνόδους κορυφής της Κυριακής και της Τετάρτης, η Ευρώπη πιθανόν να καλείται να αποφασίσει αν θα αντιμετωπίσει επιτέλους από κοινού την κρίση ή αν θα αφεθεί να χρεοκοπήσει ως σύνολο…

Ο Πρόεδρος Χριστόφιας σιγά-σιγά εμφανίζεται και πάλι στο προσκήνιο να κάνει καθημερινά δηλώσεις, όπως τον είχαμε συνηθίσει. Και ως είθισται, μετά από κάθε δήλωσή του προκύπτουν ένα σωρό ζητήματα.

Σήμερα σκέφτηκα να μην ασχοληθώ με την ουσία των προεδρικών τοποθετήσεων, αλλά με τον τρόπο που μιλά για τον ίδιο και το έργο του. Διότι ακούγοντας τον προχτές να εκθειάζει τον εαυτό του σε τρίτο πρόσωπο λες και μιλάει για κάποιον άλλο, θέλησα να μελετήσω σοβαρά το τι μπορεί να σημαίνει αυτός ο τρόπος αναφοράς. Το φαινόμενο άλλωστε, παρουσιάζεται ολοένα και συχνότερα, πλαισιώνοντας την γνωστή από παλιά τακτική της «νοικοκυράς σε απόγνωση», του ανθρώπου δηλαδή που είναι κρίμα και του φταίνε όλοι οι άλλοι για τα δικά του προβλήματα.

Αφορμή για όλα αυτά, υπήρξε δήλωση του Προέδρου στη Λεμεσό, μετά από συνάντηση του με τον γ.γ του ΣτΕ Jagland, και τον υπουργού Εξωτερικών της Ουκρανίας, Gryshchenko. Οι δύο αξιωματούχοι προέβησαν σε καλές τοποθετήσεις για την Κύπρο. Παραθέτω τις αναφορές αυτούσια:


Τι κάνει άραγε κάποιον να μιλάει για τον εαυτό του στο τρίτο πρόσωπο;


«Έξω πάμε πολύ καλά. Είναι μέσα που δεν βρίσκουμε κοινή γλώσσα και συνεννόηση, είναι μέσα που τίποτε καλό δεν κάνει ο Πρόεδρος (1). Έξω όλοι λένε ότι κάνει πολλά καλά ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας (2) και ως Κυπριακή Δημοκρατία, την οποία εκπροσωπεί (3) στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και στο ΣτΕ και στο διεθνή οργανισμό και παντού.  Βλέπετε τη στάση που τηρούν χώρες μέλη του Σ.Α., μη Μόνιμα Μέλη του Σ.Α., χώρες μέλη της Ευρώπης και της Ε.Ε., του ΣτΕ, σε ό,τι αφορά ακριβώς τις προσπάθειές μας για ανεύρεση φυσικού αερίου. Ακόμα και για τούτο μπορεί να έχουμε κριτική.

Είμαι πολύ πικραμένος, γιατί να μην είμαι. Έχουμε ένα Πρόεδρο (4) που είναι ευαίσθητος, αλλά έχουμε και ένα Πρόεδρο (5) ο οποίος υπερασπίζεται το Σύνταγμα και βασικές αρχές και αυτό το μήνυμα θέλω να το δώσω με σαφήνεια.   Κάποιοι, δυστυχώς, μόνο από έξω εκτιμούν τις προσπάθειές μας και τη συνέπειά μας και τον αγώνα μας για εξεύρεση λύσης του κυπριακού προβλήματος. Ο υπουργός Εξωτερικών της Ουκρανίας προεδρεύει του Συμβουλίου των υπουργών και υπό αυτήν του την ιδιότητα, αλλά και υπό την ιδιότητα μιας φίλης χώρας την οποία ο Πρόεδρος (6) έχει επισκεφθεί πρόσφατα, έχουν ληφθεί συγκεκριμένες αποφάσεις για την παραπέρα ανάπτυξη των παραδοσιακά φιλικών μας σχέσεων».

Έξι φορές αναφέρθηκε ο Δημήτρης Χριστόφιας σε αυτό τον «Πρόεδρο», λες και δεν ήταν για τον Δημήτρη Χριστόφια που μιλούσε! Αν ξαναδιαβάσετε τη δήλωση μάλιστα, προσποιούμενοι ότι δεν ξέρετε από ποιον προέρχεται, θα είστε βέβαιοι ότι αυτή έγινε από υπουργό ή ηγετικό στέλεχος του ΑΚΕΛ. Όχι όμως.

Ερευνώντας το θέμα με τη βοήθεια και φίλων -πολύ περισσότερο ειδικών- ανακάλυψα ότι το φαινόμενο είναι καταγεγραμμένο και στην αγγλική ονομάζεται «illeism», από το λατινικό ille (αυτός) και το -ism (όπως egoism).

H Elsa Ronningstam, καθηγητής στο Harvard Medical School εξηγεί το φαινόμενο ως ακολούθως: «Αναφερόμενος στον εαυτό σου στο τρίτο πρόσωπο δημιουργείται απόσταση μεταξύ του «εγώ» και του «αυτός». Έτσι, εάν έχεις υπερβολική άποψη του πόσο μεγάλος και άξιος είσαι, χρησιμοποιείς αυτή την απόσταση για να κάνεις τον εαυτό σου και την αξία σου ακόμα μεγαλύτερη». Τα παραδείγματα πολλά στην παγκόσμια ιστορία.

«Ο σύντροφος Στάλιν ενημερώθηκε ότι…» έλεγε ο Ιωσήφ Στάλιν αναφερόμενος στον εαυτό του. Με παρόμοιο τρόπο μιλούσαν ο Στρατηγός Ντε Γκολ, ο Μπομπ Ντόουλ, ο Σαλβαντόρ Νταλί, ο Πελέ και ένα σωρό άλλοι. Το παράδειγμα που πλησιάζει περισσότερο στον κ. Χριστόφια ήταν ο Ρίτσαρντ Νίξον, που πάντα αναφερόταν στον εαυτό του ως «ο Πρόεδρος». Ιστορικότερη όμως περίπτωση ήταν ο Ιούλιος Καίσαρας, που έγραψε για τον πόλεμο της Γαλατίας με τον εαυτό του να παρουσιάζεται ως κάποιος τρίτος: «Ο Καίσαρας κοιτάει τον θεό κατάματα και ο θεός ανοιγοκλείνει νευρικά τα μάτια» αναφέρει…

Πού είναι λοιπόν το κακό με τον δικό μας; Ότι σε όσα παραδείγματα και αν έψαξα, δεν βρήκα πουθενά αυτή τη μορφή μεγαλομανίας να συνδυάζεται με την προσπάθεια να προκληθεί λύπηση και να γίνεται επίκληση πίκρας και ευαισθησίας. Νομίζω έχουμε την παγκόσμια πρωτοτυπία. Σκεφτήκατε ποτέ εσείς τον Ιούλιο Καίσαρα να το παίζει «καημένος»;

Think Different! *

11/10/2011

Όπως όλοι μας, ένοιωσα κι εγώ αυτές τις μέρες απηυδισμένος, αγανακτισμένος, αλλά και δικαιωμένος για την κριτική που άσκησα στον πρόεδρο Χριστόφια, σε εποχές που κάτι τέτοιο έμοιαζε περιθωριακό. Σήμερα όμως που τα πράγματα είναι τόσο εξόφθαλμα, δεν επιθυμώ να γράψω για να υποστηρίξω τα αυτονόητα, λες και πρέπει ξανά να αποδειχθεί ότι η γη είναι στρογγυλή. Θέλω σήμερα να θυμηθώ πως θα ήθελα να είναι η χώρα μου, να υπενθυμίσω στον εαυτό μου – αλλά και σε άλλους – τη δική μας υποχρέωση απέναντι στην κοινωνία και την πολιτική ζωή.

Σκέφτομαι λοιπόν τη χώρα μου να επικεντρώνεται στην πρόοδο και την ανάπτυξη και σε οικονομικό αλλά και σε πολιτισμικό επίπεδο. Να έχει τη στρατηγική και τη φαντασία για να εκμεταλλεύεται τις ευκαιρίες ακόμη και μέσα από συνθήκες κρίσης, αντί να κάθεται άπρακτη να περιμένει το μοιραίο. Να αντιμετωπίζεται ως κράτος με κύρος και αξιοπρέπεια από τον έξω κόσμο. Να βρει επιτέλους τη θέση της στην Ευρώπη και να μην συμπεριφέρεται σαν μακρινός συγγενής. Να μην εξαρτά την επιβίωση της από κρυφές συμφωνίες, να μην είναι μίζερη, αλλά αισιόδοξη. Να σχεδιάζει το μέλλον και να είναι πρωτοπόρος στους τομείς που της επιτρέπουν οι δυνατότητες της.


Tώρα που πιάσαμε πάτο, ας σκεφτούμε διαφορετικά


Σκέφτομαι την κοινωνία να έχει κοινούς στόχους αντί να κινείται σε δύο παράλληλους κόσμους. Από τη μία να είναι ο κόσμος της πολιτικής, που στην πλειοψηφία του έμαθε να επιβιώνει μέσα από το λαϊκισμό και τις κορώνες γύρω από το 74 και το εθνικό μας θέμα. Δεκαετίες να ακούμε τα ίδια συνθήματα, που αμφιβάλω σήμερα, αν τα καταλαβαίνουν πλέον αυτοί που ακόμα τα αναμασούν…  Με κόμματα που παζαρεύουν πεισματικά θέσεις εξουσίας χωρίς αρχές, αναπαράγοντας διαρκώς την πελατεία ενός παρηκμασμένου συστήματος. Και από την άλλη να είναι η κοινωνία που θέλει να προχωρήσει μπροστά. Οι άνθρωποι της εργασίας, επιχειρηματίες ή υπάλληλοι, που μακριά από μηχανισμούς εξουσίας, κατάφεραν να στήσουν την πατρίδα μας στα πόδια της. Που μέσα από την εξωστρέφεια πέτυχαν να κτίσουν γέφυρες με ολόκληρο σχεδόν το σύγχρονο κόσμο. Και που σήμερα χρειάζονται τη συνδρομή και τη στήριξη, αντί την αδυναμία, την ασχετοσύνη, τη μετριότητα της πολιτικής.

Σκέφτομαι τη χώρα μου ολόκληρη, απαλλαγμένη από το Κυπριακό και απελευθερωμένη από την καθήλωση που προκαλεί σε όλες τις εκφάνσεις της δημόσιας και της προσωπικής μας ζωής. Που αντί να γίνεται πραγματική προσπάθεια για να βρεθεί μια έντιμη και αξιοπρεπής λύση και για τους Ελληνοκυπρίους και για τους Τουρκοκυπρίους, χρησιμοποιείται το εθνικό πρόβλημα για να κτίζονται πολιτικές καριέρες και μακροπρόθεσμοι κομματικοί σχεδιασμοί.

Σκέφτομαι τη χώρα μου περιφερειακό κέντρο υγείας, παιδείας, έρευνας και τεχνολογίας. Κόμβο διαδικτύου και αξιόπιστο σταθμό μεταξύ Δύσης και Ανατολής. Να αξιοποιεί τις δυνατότητες, τη θέση και το ανθρώπινο δυναμικό της. Να είναι ανταγωνιστική, να στηρίζει τις επιχειρήσεις και να προσελκύει ξένες επενδύσεις να έχουν πραγματική παρουσία, προκαλώντας ευημερία. Σκέφτομαι το εκπαιδευτικό σύστημα να αγωνιά για να συγκρίνεται ευνοϊκά με τα αντίστοιχα ξένα, αντί να ασχολείται με τους μισθούς. Ένα σύστημα υγείας και πρόνοιας που θα σέβεται τον πολίτη, να μην τον ταλαιπωρεί και να τον στέλνει στο εξωτερικό, να μην επιτρέπει την ανέχεια. Και μια δημόσια υπηρεσία που θα αποτελείται από όσους πραγματικά χρειάζονται, με στελέχη που θα ανταμείβονται για την αξία και την παραγωγικότητα τους, αντί να βολεύονται με το “μέσο” τους.

Σκέφτομαι την ηγεσία της χώρας μου να εμπνέει και να καθοδηγεί αντί να φανατίζει και να περιθωριοποιεί. Να με σέβεται σαν πραγματικό πολίτη αντί να με αντιμετωπίζει ως ένα κρετίνο που δεν καταλαβαίνει τι του γίνεται. Και να ακολουθεί πάνω απ’ όλα τους όρους και τα θέσμια του πολιτικού παιγνιδιού που η ίδια καθορίζει. Αλλά και με πολίτες που θα ψηφίζουν και θα επιλέγουν τους άξιους και τους ικανούς αντί τους φίλους. Που μεταξύ αυτού που θα κάνει τις παραπάνω μεταθέσεις και αυτού που θα εργαζόταν για να φύγουν τα κοντέινερ, θα επέλεγαν τον δεύτερο αντί τον πρώτο.

Τώρα που πιάσαμε πάτο, τώρα που νοιώσαμε να μας αντιμετωπίζουν ως νοητικά καθυστερημένους, είναι ίσως η ώρα αντί να μεμψιμοιρούμε, να σκεφτούμε διαφορετικά. Και να πάμε επιτέλους μπροστά, απαλλαγμένοι από τον Χριστόφια και τον κάθε Χριστόφια που παλιές γενιές μας κληρονόμησαν.

* Το μόττο με το οποίο ο Steve Jobs ενέπνευσε την Apple.

Η θεωρία του ενεργού ηφαιστείου, είχε χαραχθεί από τον πρόεδρο Κληρίδη ως η προσπάθεια να πεισθεί η διεθνής κοινότητα ότι το Κυπριακό δεν αποτελεί «ανενεργό θέμα» που μπορεί να «βολευτεί» στο αρχείο, αλλά ζήτημα που χρειάζεται διεθνή εγρήγορση, εφόσον μπορεί να προκαλέσει πρόβλημα.

Ένας συνδυασμός της ευρωπαϊκής πορείας με την υπόθεση των πυραύλων τότε, είχαν πετύχει να φέρουν το πρόβλημα στην πρώτη γραμμή διεθνώς, ακόμη και αν οι S-300 δεν ήλθαν. Ο ξένος παράγοντας κατέβαλε πραγματική προσπάθεια για λύση, χωρίς να είναι βέβαια πάντα προς την ορθή κατεύθυνση. Το περιβάλλον μέσα στο οποίο διεξαγόταν η όλη προσπάθεια είναι ενδιαφέρον, εφόσον συγκρίνεται με την εκ των πραγμάτων σημερινή αναβίωση του ενεργού ηφαιστείου.

Στο εσωτερικό η ψυχολογία ήταν στα ύψη. Η οικονομία ανθούσε και η ευρωπαϊκή προοπτική ενθουσίαζε. Η Ελλάδα ήταν πολύ αξιόπιστος συνομιλητής, ενώ η ίδια η Ευρώπη αποτελούσε ραγδαία αναπτυσσόμενο οργανισμό. Η Τουρκία από την άλλη, χωρίς να χάνει την γεωπολιτική της σημασία, έμπαινε στη δίνη των οικονομικών προβλημάτων και του ΔΝΤ.


με το ενεργό ηφαίστειο του Κυπριακού, σε ενεργό ηφαίστειο εξελίσσεται και η κοινωνία


Υπήρχε σύμπνοια στο εσωτερικό μέτωπο και εμπιστοσύνη στην πολιτική ηγεσία. Ακόμη και το Σχέδιο Ανάν στην τρίτη του έκδοση – που ούτε σχέση με την τελική του μορφή είχε, αλλά ούτε και αναλυμένο στο λαό ήταν – φαινόταν να γίνεται αποδεκτό από το 65% των πολιτών. Έχοντας και τους Τουρκοκυπρίους να διαδηλώνουν, δημιουργείτο υπόβαθρο για εξελίξεις. Το εγχείρημα βέβαια απέτυχε, εφόσον το τελικό σχέδιο απερρίφθη από την συντριπτική πλειοψηφία, όπως είχε κάθε δικαίωμα να πράξει.

Την ώρα που γράφεται αυτό το άρθρο, βρίσκονται μπροστά μας δύο γεγονότα που προσθέτουν σε όσα συζητάμε τις τελευταίες βδομάδες. Το πρώτο, είναι η ανακοίνωση της Ρωσίας για αποστολή πολεμικών πλοίων και αεροπλανοφόρου στην περιοχή. Αυτά προστίθενται σε εκείνα των Αμερικανών, Βρετανών, Ισραηλινών και ασφαλώς των Τούρκων.

Το ηφαίστειο του Κυπριακού ενεργοποιείται ξανά, εφόσον αναδεικνύεται και πάλι ως πηγή έντασης και παράγοντας πιθανής αποσταθεροποίησης. Δηλώσεις που αφορούν το Κυπριακό γίνονται και πάλι σε καθημερινή βάση διεθνώς, ενώ ένα μωσαϊκό συμφερόντων στήνεται γύρω από την Κύπρο.

Η αποσύνδεση του εθνικού προβλήματος από την υφαλοκρηπίδα, είναι ασφαλώς η επιδίωξη. Ας μην γελιόμαστε όμως. Όλοι έχουν στο μυαλό το Κυπριακό επιλυμένο με τρόπο που δεν θα προκαλούνται επικίνδυνες καταστάσεις. Όλοι επιθυμούν για χίλιους λόγους να «ξεφορτωθούν» το δικό μας πρόβλημα. Και τον ξένο παράγοντα δεν τον ενδιαφέρει το περιεχόμενο μιας λύσης. Τον ενδιαφέρει μόνο να βρεθεί κάποια διευθέτηση.

Το σκηνικό που στήνεται γύρω από το αέριο, είναι σαφώς περισσότερο υπέρ μας από εκείνο της εποχής Κληρίδη, διότι εμπεριέχει σοβαρά ξένα συμφέροντα. Όλα όμως τα υπόλοιπα, έχουν πάρει αντίθετη τροχιά.

Ζούμε την οικονομική κρίση μη μπορώντας να τη διαχειριστούμε και η αισιοδοξία βρίσκεται στο ναδίρ. Η Ελλάδα είναι σχεδόν παροπλισμένη και η Ευρώπη σαφώς προβληματική, την ώρα που η Τουρκία ανθίζει. Το εθνικό μέτωπο παραπαίει, με την κυβέρνηση και τον Πρόεδρο απομονωμένους να θεωρούν ότι καταδιώκονται από παντού. Ολόκληρη η αντιπολίτευση από την άλλη αισθάνεται παραγκωνισμένος θεατής.

Η εμπιστοσύνη των πολιτών στην ηγεσία τους βρίσκεται όσο πιο χαμηλά υπήρξε ποτέ, ενώ διάχυτος είναι ο φόβος μεγάλης υποχωρητικότητας στο Κυπριακό, προς πολύ λανθασμένη κατεύθυνση.

Εδώ έρχεται και το δεύτερο γεγονός που μας περιμένει. Η ανακοίνωση του πορίσματος Πολυβίου, ασφαλώς θα επιβαρύνει δραματικά την ατμόσφαιρα, ό,τι και αν λέει επί της ουσίας. Ο κοινωνικός αναβρασμός και το έλλειμμα εμπιστοσύνης θα ενταθούν, ούτως ή άλλως.

Ο Πρόεδρος Χριστόφιας, αν έχει μία διέξοδο, αυτή είναι η εμπλοκή όλων των πολιτικών δυνάμεων στη διαχείριση και των υδρογονανθράκων, αλλά και του νέου ενδιαφέροντος που θα υπάρξει στο Κυπριακό. Να κάνει δηλαδή τα υπόλοιπα κόμματα μέρος της προσπάθειας και να πάψει να συμπεριφέρεται ως βαλλόμενος μονάρχης σε κομματικές συγκεντρώσεις, που στήνονται απλώς για να διασώσουν το κόμμα του.

Διότι μαζί με το ενεργό ηφαίστειο του Κυπριακού, σε ενεργό ηφαίστειο εξελίσσεται και η ίδια η κοινωνία. Με τρόπο μάλιστα, που και το καλύτερο σχέδιο λύσης να καταφέρει να φέρει ο Δημήτρης Χριστόφιας, αυτό θα απορριφθεί μόνο και μόνο επειδή αυτός το έφερε.