Από την ώρα που ένα ερευνητικό γεωτρύπανο εγκαταστάθηκε στη δική μας ΑΟΖ για δοκιμαστική γεώτρηση, λυπάμαι να παρατηρήσω ότι σε ένα μεγάλο ποσοστό συμπεριφερόμαστε σαν να έχουν λυθεί όλα μας τα προβλήματα. Λες και δεν έχουμε πλέον εθνικό ζήτημα, δεν κινδυνεύουμε να χρεοκοπήσουμε ως χώρα, δεν έχουμε 40.000 ανέργους, δεν συμπεριφερόμαστε ως μία τριτοκοσμική χώρα διεθνώς, αδύναμοι και κρεμάμενοι από όποιον έχει συμφέροντα από εμάς.

Είναι προφανές ότι η κυβέρνηση Χριστόφια έχει εναποθέσει όλα της τα αβγά στο καλάθι του φυσικού αερίου. Αυτό είναι λογικό μετά από όσα έχουν συμβεί. Το παράλογο όμως είναι να επανέρχεται όλο το σύστημα εν ριπή οφθαλμού στην αδράνεια και τη νιρβάνα που το χαρακτήριζε όλα τα προηγούμενα χρόνια.

Ας πάρουμε πρώτα τους ίδιους τους υδρογονάνθρακες. Όλα δείχνουν ότι η πιθανότητα να διαθέτουμε αποθέματα είναι σοβαρή και ελπιδοφόρα. Αυτό ασφαλώς θα το ξέρουμε –απ’ όσα μας λένε– σε δύο περίπου μήνες. Απ’ εκεί και πέρα, θα μας περιμένει μια πολύχρονη διεργασία πραγματικής εξόρυξης και απόσβεσης των επενδύσεων που θα γίνουν, προκειμένου να πάρουμε κι εμείς το μερτικό μας.


Πριν πάρουμε έστω και ένα ευρώ, κινδυνεύουμε να γεμίσουμε τα μυαλά μας αέρα


Το ύψος αυτού είναι ακαθόριστο μέχρι σήμερα, αλλά οι σοβαροί υπολογισμοί μιλούν για ορισμένες εκατοντάδες εκατομμύρια τον χρόνο. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα γίνουμε όλοι εμίρηδες. Θα έχουμε όμως μεγαλύτερη ευχέρεια να διαχειριστούμε τα οικονομικά μας και να προκαλέσουμε ανάπτυξη σε αρκετά επίπεδα. Νοουμένου βέβαια ότι θα έχουμε σχεδιασμό και δεν θα αρχίσουμε να σκορπίζουμε τα νέα μας «πλούτη» σε υπερπρονόμια για ορισμένους, που σε καμία περίπτωση δεν προκαλούν ευημερία για όλους. Όπως κάνουμε σήμερα δηλαδή.

Είναι σαφές ότι στο σύντομο μέλλον θα κληθούμε να λάβουμε πολύ σοβαρές αποφάσεις. Σωστά προσπαθούμε να εμπλέξουμε όσους περισσότερους μπορούμε σε αυτήν την ιστορία. Θα πρέπει όμως να ζυγίσουμε το πόσο μπορούμε να εναποθέσουμε ολόκληρη την ασφάλεια μας στα αμερικανοισραηλινά συμφέροντα των Noble και Delec. Να αξιολογήσουμε τα άγνωστα ανταλλάγματα που θα προσφέρει η κυβέρνηση μας στη Ρωσία για το χαμηλότοκο δάνειο.

Το οποίο δάνειο δεν έχουμε αντιληφθεί ότι θα χρησιμοποιηθεί απλώς για να ξεπληρώσουμε δόσεις παλαιότερων δανείων και όχι για αναπτυξιακούς σκοπούς. Αν κάνουμε δε τη Ρωσία κυρίαρχη στη διαχείριση των υδρογονανθράκων, ποια θα είναι η αντίδραση της Ευρώπης και της Αμερικής;

Το να χειριστούμε την τουρκική προκλητικότητα με την Ελλάδα γονατισμένη και ανήμπορη είναι ένα ακόμη τεράστιο ζήτημα. Όπως και το τι θα κάνουμε αν κάποια στιγμή κληθούμε να βάλουμε και την Τουρκία στο παιχνίδι της διανομής – όπως προφανώς επιδιώκει. Είναι άραγε στόχος μας να συνεχίσει η ενεργειακή παροχή της Ευρώπης να εξαρτάται από τις διαθέσεις και την αξιοπιστία της Τουρκίας και της Ρωσίας; Αυτά είναι πολύ σοβαρά γεωστρατηγικά ερωτήματα και σε όλο αυτόν τον συρφετό, είναι απαραίτητο να υπάρχει στρατηγική και διεθνής συνεννόηση.

Απ’ εκεί και πέρα είναι η οικονομία αυτή καθ’ αυτή. Η κρίση – έχει αναφερθεί πολλές φορές από αυτή τη στήλη– θα μπορούσε να είναι η ευκαιρία αναδιοργάνωσης και αναδιάρθρωσης του κράτους και της οικονομίας. Αυτή η ευκαιρία χάθηκε μέσα στον βαθύ ύπνο των Χριστόφια – Σταυράκη. Και αν νιώσαμε ένα σκίρτημα ελπίδας με την ανάληψη καθηκόντων από τον κ. Καζαμία, γρήγορα φαίνεται να διαλέγει και αυτός τη λύση του «κρύψε να περάσουμε».

Ούτε το περίεργο δάνειο όμως, ούτε το αέριο θα κάνουν την οικονομία μας ανταγωνιστική, θα καταστήσουν χρήσιμους τους ημικρατικούς και τα συμβούλια που είναι εντελώς άχρηστα ή θα διασώσουν τις Κυπριακές Αερογραμμές για παράδειγμα. Ούτε το δάνειο, ούτε και το αέριο θα μειώσουν τη γραφειοκρατία για να μπορούν επιτέλους να γίνουν οι απαραίτητες ξένες πραγματικές επενδύσεις, την ώρα που κινδυνεύουν οι «αεριτζίδικες» υπεράκτιες. Ούτε το δάνειο ούτε και το αέριο θα μειώσουν την ανεργία και θα μας γλυτώσουν από την οικονομική καθήλωση και τις υποβαθμίσεις στο αμέσως επόμενο διάστημα.

Από το η κρίση δεν θα μας αγγίξει, φοβάμαι ότι περνάμε στο μότο ότι το αέριο θα μας σώσει. Και πριν πάρουμε έστω ένα ευρώ, γεμίζουμε τα μυαλά μας αέρα, εθελοτυφλούντες ξανά και αδυνατούντες να κατανοήσουμε που στεκόμαστε…

Advertisements

 

Σε ένα από τα πάμπολλα κατευθυνόμενα σχόλια που κατακλύζουν τις ιστοσελίδες και τα μπλογκς επιχειρώντας μαεστρικά να ευτελίζουν κάθε συζήτηση μετά την έκρηξη στο Μαρί, κάποιος με ρωτά σε σχέση με τη σοβαρή πιθανότητα η Κύπρος να διαθέτει φυσικό αέριο: «Για να καταλάβω κ. Σοφοκλέους, χαίρεστε ή λυπάστε γι’ αυτή την επιτυχία της χώρας μας;» Ασφαλώς δεν είναι το θέμα μου η απάντηση στο συγκεκριμένο κομματικό στέλεχος. Η ερώτησή του όμως, καταδεικνύει τη νοοτροπία του να καταστεί ένα εθνικό θέμα μικροπολιτικό ζήτημα. Να επιχειρηθεί η μετατροπή της υπόθεσης των υδρογονανθράκων σε κολυμβήθρα του Σιλωάμ για τις αμέτρητες αποτυχίες της κυβέρνησης.

Είχα εκφράσει την περασμένη εβδομάδα την εκτίμηση, ότι η σημερινή ένταση θα οδηγήσει στην αυριανή απεμπλοκή και διαπραγμάτευση. Σενάριο που επιβεβαιώνεται καθημερινά, με προφανή την αδυναμία της Τουρκίας να παρατραβήξει το σκοινί. Είχα επισημάνει τον κίνδυνο να πληρώσουμε Κύπρος και Ελλάδα τον λογαριασμό της απεμπλοκής. Σήμερα, θέλω να ασχοληθώ με το ανάποδο. Την ευκαιρία δηλαδή που ανοίγεται για να βγούμε πραγματικά κερδισμένοι από αυτή την υπόθεση. Και δεν εννοώ να γίνουμε εμίρηδες, αλλά να πάψουμε επιτέλους να είμαστε ένα κράτος με ειδικές ανάγκες.

Την προηγούμενη φορά που βιώσαμε ένα τέτοιο σκηνικό ήταν κατά την προσπάθειά μας να ενταχθούμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Και επειδή, δυστυχώς, η μνήμη έχει κοντά ποδάρια, θα ήθελα να θυμίσω ότι και τότε η Τουρκία έκρουε τα τύμπανα του πολέμου, προειδοποιώντας με Casus Beli. ΗΠΑ, Βρετανία και Ευρώπη, σάστισαν αρχικά και αντιμετώπισαν με σκεπτικισμό την ευρωπαϊκή μας πορεία. Τρία χαρακτηριστικά ήταν τότε αυτά που μας έφεραν τη μοναδική διπλωματική νίκη που πετύχαμε στα χρόνια της Ανεξαρτησίας. Αυτά είναι που χρειαζόμαστε και σήμερα.


Για να καταλάβω κ. Σοφοκλέους, χαίρεστε ή λυπάστε για την επιτυχία της χώρας μας;


Πρώτο, ήμαστε ένα κράτος αξιόπιστο πολιτικά με ξεκάθαρο ευρωπαϊκό προσανατολισμό. Υιοθετήσαμε και προωθούσαμε τις ευρωπαϊκές πολιτικές χωρίς ταλαντεύσεις. Λειτουργούσαμε μάλιστα σταθεροποιητικά στην περιοχή και ως γέφυρα μεταξύ Ευρώπης και Μέσης Ανατολής, όταν για παράδειγμα λύσαμε την πολιορκία του Ναού της Γεννήσεως στα Ιεροσόλυμα. Διατηρούσαμε με μαεστρία άριστες τις σχέσεις μας με Δύση, Ανατολή και Αραβικό κόσμο. Είχαμε καταφέρει να νιώθει η διεθνής διπλωματία ότι απέναντί της υπάρχει ένα κράτος που παρά το πολιτικό του πρόβλημα, είναι άξιο σεβασμού και συμμετοχής στον σύγχρονο κόσμο.

Δεύτερο, ήμαστε ένα κράτος οικονομικά αξιοθαύμαστο, που είχε καταφέρει μέσα από τα συντρίμμια της εισβολής να πετύχει ανάπτυξη και ευημερία. Όσο και αν σήμερα αντιμετωπίζουμε διαρθρωτικά προβλήματα δεκαετιών, τότε δημόσιος και ιδιωτικός τομέας πέτυχαν από κοινού και με το παραπάνω τους απαιτούμενους οικονομικούς στόχους για την ένταξη. Άλλαξαν βελούδινα ένα σωρό συνδικαλιστικά κεκτημένα, μεταρρυθμίστηκε η ΑΤΑ, έγινε η μεγάλη φορολογική μεταρρύθμιση που κράτησε την Κύπρο ζωντανή στο υπεράκτιο «παζάρι». Η Κύπρος δεν ήταν μια χώρα που χρειαζόταν ξένη βοήθεια για να επιβιώσει, αλλά μια αυτάρκης και δυναμική κοινωνία που μπορούσε να βοηθήσει την επίτευξη των ευρωπαϊκών μεγαλεπήβολων στόχων της εποχής.

Τρίτο, ήταν η αξιοποίηση κάθε διπλωματικής δυνατότητας που είχαν Ελλάδα και Κύπρος. Σε απόλυτο συντονισμό οι δύο χώρες –και όλες οι πολιτικές τους δυνάμεις– όργωσαν τον κόσμο, κάθε κυβέρνηση και οργανισμό. Πετύχαμε να μετατραπεί το «η Κύπρος πρέπει πρώτα να λύσει το πολιτικό της πρόβλημα» στο «η Κύπρος δεν μπορεί να μένει όμηρος της Τουρκικής κατοχής». Με ποιο τρόπο; Διότι πείσαμε όλους για την ειλικρινή αγωνία και θέλησή μας για να βρεθεί λύση στο Κυπριακό μαζί με την ένταξη. Το γιατί δεν επιτεύχθηκε η λύση, έχει τόσο πολύ αναλυθεί στα χρόνια που πέρασαν.

Σήμερα δεν είναι όλα τα ίδια ασφαλώς. Υπάρχουν τρομερές διαφορές και υπέρ και εναντίον μας. Είναι όμως παρόμοιες οι ανάγκες για διεθνές κύρος και αξιοπιστία, οικονομική αυτάρκεια και διπλωματική ενεργοποίηση. Και με κάθε καλή διάθεση, θέλω να επισημάνω ότι δεν έχουμε από αυτήν την κυβέρνηση τέτοια δείγματα γραφής μέχρι σήμερα. Πέρα όμως αυτού, απαιτείται να πείσουμε ότι επιθυμούμε γνήσια τη λύση του Κυπριακού. Και θα την πετύχουμε κιόλας αν η Τουρκία νιώσει την πίεση και οι Τουρκοκύπριοι την προοπτική. Είναι ίσως η τελευταία ευκαιρία. Και θα είναι προς το συμφέρον όλων μας.


Το να ασχοληθώ άλλη μία φορά με τους χειρισμούς του Προέδρου πριν και –ιδιαίτερα– μετά την τραγωδία στο Μαρί, μου ακούγεται μάταιο. Έχει εξαντληθεί από αυτή τη στήλη μετά την τραγωδία, αλλά και από ένα σωρό άλλους την τελευταία βδομάδα. Η απόδειξη της ικανότητας να ηγηθεί του κράτος και η οποιαδήποτε πιθανότητα επαναδιεκδίκησης της προεδρίας εξανεμίστηκαν οριστικά με την κατάθεση.

Στο δίλημμα μεταξύ του «είμαι ηγέτης και εγώ κυβερνώ» από τη μία και του «είμαι ένας καημένος που δεν είχε ιδέα για το τι γίνεται προκειμένου να μην έχω ευθύνες» από την άλλη, ο κ. Χριστόφιας επέλεξε με στόμφο το δεύτερο, βάζοντας μόνος του την πολιτική του ταφόπλακα.

Το θέμα σήμερα είναι το τι γίνεται πλέον στα πολύ σοβαρά ζητήματα που έχουμε μπροστά μας. Την οικονομία, το Κυπριακό, την ευρωπαϊκή προεδρία και κυρίως το νέο γεωστρατηγικό παιχνίδι που στήνεται γύρω από τα κοιτάσματα φυσικού αερίου. Είναι ζητούμενο να δούμε ποιες είναι οι δυνατότητες, αλλά και οι ακριβείς προκλήσεις της χώρας μας, έχοντας μάλιστα στο τιμόνι έναν Πρόεδρο που αντιμετωπίζεται πλέον και εσωτερικά, αλλά και εξωτερικά, ως ένα εξαντλημένο αναλώσιμο με μόλις 18 μήνες πολιτικής ζωής.

Που ακόμη και το ίδιο το ΑΚΕΛ σε προχτεσινή ανακοίνωσή του μετά την κατάθεση, επέλεξε να προασπιστεί με πολύ μεγαλύτερο ζήλο τη διαχρονική ιστορία και προσφορά του κόμματος, παρά την κυβέρνηση και τον ίδιο τον Πρόεδρο που μόλις είχε εκτεθεί στην Ερευνητική Επιτροπή.


Ο καθένας τραβάει το σκοινί για να κερδίσει περισσότερα όταν θα υποχρεωθεί να το αφήσει


Είναι το δέντρο να πιστεύουμε ότι όλα αυτά αφορούν μόνο την εσωτερική μικροπολιτική και το γαϊτανάκι της συγγνώμης και των ευθυνών που έχει στηθεί. Το δάσος είναι ότι αφορούν εξίσου και με μεγαλύτερη σημαντικότητα τον τρόπο με τον οποίο όλοι οι άλλοι μας χειρίζονται ως χώρα. Και στα τέσσερα κυρίαρχα ζητήματα που έχουμε μπροστά μας. Όλα, έντονα αλληλένδετα μεταξύ τους. Το απόλυτο ντόμινο.

Η κρίση στις σχέσεις Τουρκίας – Ισραήλ έχει σαφέστατα στη μέση την Κύπρο και τα ενδεχόμενα κοιτάσματα. Ορυκτό πλούτο για τον οποίο έχουν τεράστια συμφέροντα και οι ΗΠΑ, εταιρεία των οποίων θα αρχίσει τις γεωτρήσεις, αλλά και η Ρωσία, που λέγεται ότι θα μας δανείσει κατά 10% φθηνότερα απ’ όσο η ελεύθερη αγορά.

Σαφώς, το τελικό προϊόν οποιονδήποτε υδρογονανθράκων ανακαλυφθούν, θα απευθύνεται κυρίως στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Την κρίσιμη δε περίοδο, θα κορυφώνεται το τέλμα στις συνομιλίες και θα αναλαμβάνει η χώρα μας την ευρωπαϊκή προεδρία.

Θα διακινδυνεύσω να το διατυπώσω και γραπτώς ότι δεν πιστεύω ιδιαίτερα στη πιθανότητα μιας εκτεταμένης σύγκρουσης μεταξύ κρατών στην περιοχή. Μπαίνουμε όμως σε περίοδο παρατεταμένης έντασης, παρασκηνίου, διπλωματικού οργασμού και διαπάλης συμφερόντων, με πιθανότητες ακόμη και θερμών επεισοδίων.

Σε αυτές τις περιπτώσεις άλλωστε, ο καθένας τραβάει το σκοινί όσο τον παίρνει, προκειμένου να κερδίσει περισσότερα την ώρα που θα υποχρεωθεί να το αφήσει. Μια τακτική που η Τουρκία αγαπά ιδιαίτερα.

Την ώρα λοιπόν της απεμπλοκής, το στοίχημα θα είναι να μην είμαστε εμείς το κυρίως υποψήφιο θύμα. Να μην είναι η Κύπρος, το κράτος που θα πληρώσει τον λογαριασμό. Είτε αυτός θα αφορά το Κυπριακό σε όλες του τις εκφάνσεις είτε τη θέση μας στην Ε.Ε. είτε τα ίδια τα κοιτάσματα.

Για να πετύχουμε να βγούμε αλώβητοι και κερδισμένοι από όλο αυτό το συρφετό συμφερόντων που στήνεται πάλι γύρω μας, μια διέξοδο έχουμε ως μικρή χώρα. Να είμαστε σοβαροί, ψύχραιμοι και αξιοσέβαστοι διεθνώς. Ευρωπαϊκό κράτος με κύρος και αντίληψη του τι συμβαίνει, σταθεροποιητικός παράγων της περιοχής, που θα μπορεί με μαεστρία να παίξει το διπλωματικό παιχνίδι μεταξύ Ισραήλ, Τουρκίας, ΗΠΑ, Ρωσίας, Αραβικού κόσμου και Ευρώπης.

Το μέγεθος και η πολυπλοκότητα της αποστολής είναι τεράστια. Τα δείγματα γραφής δεν επιτρέπουν αισιοδοξία. Το δείχνει ο χειρισμός των εμπορευματοκιβωτίων. Το σημείο εκκίνησης ακόμη πιο πίσω από το μικρό μας μέγεθος. Έχοντας κυβέρνηση που δεν χαίρει της εκτίμησης και υποστήριξης των πολιτών, αλλά ούτε και αξιοπιστίας διεθνώς. Και Πρόεδρο που η μόνη ελπίδα όλων, είναι να εξαντληθεί όσο ανώδυνα γίνεται το υπόλοιπο της θητείας του…


Η διαδικασία της αυριανής Δευτέρας είναι για την Κύπρο πρωτόγνωρη. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μας, για πρώτη φορά στην ιστορία, θα παρουσιαστεί ως «κατηγορούμενος». Θα απαντά σε ερωτήσεις που θα έχουν την υφή κατάθεσης σε δικαστήριο. Και μάλιστα όχι απέναντι σε κάποιο θεσμό όπως θα ήταν η Βουλή ή το Ανώτατο Δικαστήριο, αλλά απέναντι στον κ. Πολυβίου.

Σκοπός μου σήμερα δεν είναι να εξεταστεί αν η διαδικασία που ακολουθείται είναι  η σωστή και η πρέπουσα. Ούτως ή άλλως θεωρώ ότι ο Πρόεδρος είχε υποχρέωση απέναντι στον λαό που τον ψήφισε, να βγει από την πρώτη στιγμή και να εξηγήσει τι είχε γίνει και πού το κράτος μας έφταιξε. Αν δεν ξέρει ο Πρόεδρος, τότε ποιος ξέρει; Αντί αυτού, ο κ. Χριστόφιας επέλεξε να κρύβεται μέχρι και σήμερα. Και από τον λαό γενικά, αλλά και από την ουσία των γεγονότων του Μαρί.

Αύριο, όπως και να το κάνουμε, ο Πρόεδρος θα εκτεθεί. Απέναντι στον λαό, στο πολιτικό σύστημα, στους συγγενείς. Όχι ως ο πολιτικός ηγέτης που ξέρει τι του γίνεται, αλλά όπως όλοι οι υπόλοιποι που κατέθεσαν στον κ. Πολυβίου και προσπάθησαν να μετακυλήσουν την ευθύνη αλλού. Το τι θα πει μάλιστα ο κ. Χριστόφιας στην κατάθεσή του είναι λίγο πολύ δεδομένο. Όπως δεδομένη είναι και η αντίληψη της πλειοψηφίας των πολιτών για την ανεπάρκειά του στην άσκηση των προεδρικών καθηκόντων.

Μαζί με το γαϊτανάκι των ευθυνών, αύριο Δευτέρα διακυβεύονται πάρα πολλά άλλα. Με κυρίαρχο –αλλά όχι προφανές– τη  θεσμική σχέση του Προέδρου με τους πολίτες.


Την 5η Σεπτεμβρίου 2011 καταρρέει και ο υπερβάλλων σεβασμός στον θεσμό


Στην Κύπρο υπάρχει ένα πολύ ιδιότυπο modus vivendi με βάση το οποίο το κράτος λειτουργεί. Το οποίο απορρέει από τον υπέρμετρο και υπερβάλλοντα σεβασμό που απολάμβανε ανέκαθεν ο εκάστοτε Πρόεδρος και οι εξουσίες του. Με βάση αυτόν τον σεβασμό είναι που ψηφίζονται οι προϋπολογισμοί, ακόμη και αν δεν υπάρχει φιλοκυβερνητική κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Είναι για χάρη αυτού του σεβασμού που όλοι ανεξαίρετα οι Πρόεδροι είχαν τρομερά υψηλά ποσοστά δημοτικότητας και αποδοχής, ακόμη και λίγο πριν χάσουν τις εκλογές.

Η αντιμετώπιση του Προέδρου περίπου ως αξιοσέβαστου μονάρχη, προέρχεται ίσως από την νοοτροπία που επέβαλλε η παρουσία αρχιεπισκόπου στον θώκο τα πρώτα χρόνια της Δημοκρατίας. Είναι σίγουρο όμως ότι αυτή διαφυλάχθηκε από όλους τους μετέπειτα Προέδρους, που φρόντιζαν να αποπνέουν αύρα υπεράνω κομμάτων. Ήταν στα καθήκοντά τους να πείθουν για την αξία και τη χρησιμότητα του υπέρμετρου σεβασμού, που στην πορεία κάλυπτε και αδυναμίες του συντάγματος.

Τη θεσμική αξία της –όχι και τόσο δημοκρατικής– νοοτροπίας μας να αντιμετωπίζουμε τους Προέδρους ως ιερές αγελάδες, γνώριζαν πάρα πολύ καλά το ΑΚΕΛ και ο Δημήτρης Χριστόφιας. Ήταν μάλιστα πρωταγωνιστές της, όλες τις προηγούμενες δεκαετίες. Μέχρι που ο κ. Χριστόφιας έγινε ο πρώτος Πρόεδρος που αντί να θεωρεί καθήκον του να διαφυλάξει τον θεσμό, θεώρησε υποχρέωση των πολιτών και των κομμάτων να του δείχνουν τον ίδιο σεβασμό με τους προηγούμενους, όπως και αν συμπεριφέρεται. Όλοι θυμόμαστε το επιχείρημα περί «επίθεσης κατά του Προέδρου» με το οποίο κυβέρνηση και κόμμα προσπαθούσαν να αποκρούσουν κάθε λογικό επιχείρημα και κριτική.

Το κύρος του θεσμού κατέρρευσε ολότελα την 11η Ιουλίου. Ήταν πια φανερό ότι το μονότονο επιχείρημα δεν έστεκε. Ούτε καν το πραξικόπημα μπορούσε να επιστρατευθεί, αφού στο «εσείς μας προδώσατε πριν από 40 χρόνια» η απάντηση θα ήταν «εσείς μας ανατινάξατε προχθές». Και η απόγνωση της στιγμής, έφερε τη μονομελή επιτροπή και την αναμενόμενη κατάθεση του Προέδρου.

Δεν ξέρω πόσο αντιληπτή γίνεται από πριν η διάσταση, αλλά είμαι σίγουρος ότι η διαφοροποίηση μετά θα είναι πολύ μεγάλη. Διότι από τη Δευτέρα 5 Σεπτεμβρίου 2011, στη θέση του θεσμού του Προέδρου που κερδίζει τον σεβασμό ακόμη και αν διαφωνείς μαζί του, θα υπάρχει η εικόνα ενός «καημένου» που προσπαθεί να πείσει ότι δεν φταίει για το κορυφαίο θέμα εξωτερικής πολιτικής που το κράτος είχε να αντιμετωπίσει.

Μαζί με τις υπόλοιπες, το τρωθέν κύρος του θεσμού θα είναι ίσως η πιο δυσβάστακτη κληρονομιά που ο κ. Χριστόφιας θα αφήσει στους επόμενους. Και σ’ αυτό οι συνέπειες και οι επιπλοκές είναι εντελώς απρόβλεπτες.