Πολλές ποδοσφαιρικές ομάδες κάθε χρόνο αντιμετωπίζουν πολύ σοβαρό οικονομικό πρόβλημα. Τα λεφτά δεν βγαίνουν, οι μισθοί δεν μπορούν να πληρωθούν, τα δάνεια των προηγούμενων διοικήσεων τρέχουν και μαζί τρέχουν και οι τόκοι, ενώ υπάρχει η άμεση ανάγκη πάντα από τη διοίκηση, να κάνει μεταγραφές που θα ενθουσιάσουν τους φιλάθλους.

Συνήθως, τη στιγμή που δεν πάει άλλο και το σωματείο φτάνει στο χείλος του γκρεμού, συγκαλείται μία Γενική Συνέλευση των κορυφαίων και ιστορικών παραγόντων για να λειτουργήσει διασωστικά. Εκεί, λοιπόν, ως είθισται, αφού η συζήτηση φτάσει σε αδιέξοδο, σηκώνεται ένας από τους πολύ παλιούς και «βαρετούς» και αναφωνεί: «Λοιπόν κύριοι, δεν μπορούμε να αφήσουμε την ομάδα έτσι. Είναι ντροπή για την ιστορία μας. Οφείλουμε να βοηθήσουμε! Βάζουμε όλοι σήμερα από ένα χιλιάρικο για να πληρωθούν τα άμεσα και συνεχίζουμε τη συζήτηση μέχρι να βρεθεί λύση!».

Εκεί λοιπόν δημιουργείται μία συναισθηματικά φορτισμένη κατάσταση που δεν επιτρέπει σε κανένα να μην πληρώσει, γιατί θα γίνει ρεζίλι και θα χάσει τη δυνατότητα να θεωρείται παράγοντας. Μαζεύονται με αυτό τον τρόπο λίγες δεκάδες χιλιάδες που δεν λύνουν κανένα πρόβλημα, αλλά διασώζουν την ομάδα από τις άμεσες προσφυγές των ποδοσφαιριστών. Τα υπέρογκα συμβόλαια παραμένουν τα ίδια, η Διοίκηση συνήθως ανεπαρκής να κάνει σωστή διαχείριση, ο κόσμος να μουρμουρά, οι τράπεζες να πιέζουν, οι εφημερίδες να γράφουν. Οι διοικούντες όμως, που δεν έχουν καθόλου χρήματα να διαθέσουν, αντί να αξιοποιήσουν την ευκαιρία για την εξυγίανση του σωματείου, τρέχουν να κάνουν ακόμη καμιά υπερτιμημένη μεταγραφή για να καθησυχάσουν τον όχλο, δανείζονται ακόμη περισσότερο και βυθίζουν το σωματείο σε πιο μεγάλο προϋπολογισμό και χρέη. «Να αντέξουμε ακόμη κανένα χρόνο», σκέφτονται. «Αν πάμε καλά θα βρεθούν λεφτά, αν πάμε και Ευρώπη, ακόμη παραπάνω, αν όχι, ας τραβούν οι επόμενοι».


Η ομάδα βυθίζεται στη χρεοκοπία και εμείς συζητάμε ηχηρές μεταγραφές!


Η πιο πάνω συνταγή είναι πολύ καλά γνωστή σε όλους όσοι ασχολούνται με τέτοια πράγματα. Και είναι ο μονόδρομος της εξασφαλισμένης καταστροφής και αποτυχίας, τον οποίο έχουν περπατήσει πάρα πολλές κυπριακές ομάδες. Είναι το παράδειγμα προς αποφυγήν. Ο λόγος για τον οποίο η ΟΥΕΦΑ θέσπισε τις αδειοδοτήσεις, με βάση τις οποίες κανένα σωματείο δεν μπορεί να ξοδεύει περισσότερο από τα έσοδά του. Θεωρείται, αυτή η νοοτροπία, κακοδιοίκηση και αριβιστικός καιροσκοπισμός εις βάρος του συνόλου. Τα οποία –ως είθισται στον τόπο μας– πρέπει να έρθουν οι κακοί ξένοι για να την αποκαθηλώσουν επιβάλλοντας ασφυκτικά μέτρα…

Σε όποιον λοιπόν ακόμη διερωτάται τι έπαθε ο Μιχάλης και ασχολείται σήμερα με αθλητικά σωματεία, έχω να πω το προφανές. Μόλις έχω περιγράψει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει την οικονομική κρίση το κράτος μας. Επακριβώς και με κάθε λεπτομέρεια. Και μάλλον υποβαθμίζοντας το πρόβλημα παρά να υπερβάλλω.

Δεν φτάνει που τρία χρόνια ακούμε για διαρθρωτικά μέτρα και μέτρα δεν βλέπουμε, τώρα το κράτος μας έβγαλε και δίσκο! Σηκώθηκε ο Πρόεδρος και είπε να δώσουμε όλοι από κατιτίς και θα το κάνουμε! Δεν έχει σημασία αν πιστεύουμε ότι δεν θα πετύχει κάτι η Κύπρος με αυτό. Δεν έχει σημασία αν είναι, σε ό,τι αφορά τους ιδιώτες, το πιο άδικο και αστείο μέτρο που πάρθηκε ποτέ. Ένα χιλιάρικο θα το δώσουμε όλοι. Τα περίπτερα, οι καφετζιήδες, οι καφετζούδες, οι τράπεζες, οι ελεύθεροι επαγγελματίες, οι μεγαλοεργολάβοι, όλοι μας. Από ένα χιλιάρικο σιορ! Όλοι μαζί! Εν τζιαι να παττίσουμε για χίλια ευρώ!

Το δίλημμα σήμερα, είναι ότι αν πεις όχι στα χίλια ευρώ, θα θεωρηθεί ότι μποϋκοτάρεις τη «σωτηρία» της χώρας. Γι’ αυτό λοιπόν λέω να τα δώσουμε, όπως ακριβώς κάνουν οι παράγοντες των σωματείων, όταν βρεθούν στα δύο στενά. Αυτό όμως κύριοι ΔΕΝ είναι διαρθρωτικό μέτρο. ΔΕΝ μας απομακρύνει από τη χρεοκοπία. ΔΕΝ εξυγιαίνει το κράτος. ΔΕΝ μειώνει τα επιτόκια. ΔΕΝ αποτρέπει νέα υποβάθμιση. ΔΕΝ μας γλυτώνει από μηχανισμό στήριξης. ΔΕΝ υποδηλώνει σοβαρή διακυβέρνηση κράτους.

Ένα αυτοσχέδιο και αστείο γιατροσόφι παυσίπονο είναι που απλώς μας δίνει λίγο ακόμη χρόνο. Χρόνο που δεν φτάνει ούτε για να εξορύξεις φυσικό αέριο, αλλά ούτε και να προλάβεις τις προεδρικές.

Όλη η γελοιότητα που επικράτησε στην Αθήνα τις τελευταίες μέρες, όσο και αν ακούγεται παράξενο, μπορεί να εξελιχθεί και σε καλό. Ο σχηματισμός μιας κυβέρνησης εθνικής ενότητας που σε βάθος χρόνου θα μπορούσε να κάνει όλα όσα μια μονοκομματική κυβέρνηση φοβάται, θα ήταν χωρίς καμία αμφιβολία το βέλτιστο. Από την ώρα που δεν έγινε, προέκυψε μια σειρά αξιοσημείωτων γεγονότων.

Το πρώτο αφορά την ίδια την Ελλάδα, όπου υπάρχει σήμερα μια κυβέρνηση πολύ πιο «πολιτική» από την προηγούμενη. Τα πολιτικά προβλήματα χρειάζονται πολιτικές λύσεις. Και η οικονομία είναι ένα αμιγώς πολιτικό ζήτημα, όσο και αν αυτό ακούγεται σε κάποιους παράδοξο.

Το δεύτερο αφορά την Ευρωζώνη. Χρειάστηκαν 20 μήνες κρίσης του ελληνικού χρέους για να παραδεχθούν επιτέλους οι πάντες, της γερμανικής κυβέρνησης και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου συμπεριλαμβανομένων, ότι δεν μπορούν να συνεχίσουν να παίζουν με την πορεία του ευρώ. Όλοι συμφωνούμε ότι η οικονομική πολιτική των ελληνικών κυβερνήσεων ήταν άθλια και καταστροφική. Αυτή η πραγματικότητα όμως δεν μπορεί να αλλάξει με λογικές εκβιασμών. Γι’ αυτό και τη στιγμή που έδειχναν να καταρρέουν τα πάντα, ακόμη και το ίδιο το πολιτικό σύστημα, έτρεχαν όλοι να προσφέρουν «αβλεπί» την οικονομική βοήθεια στην Ελλάδα.


Ο μηχανισμός στήριξης μάλλον αριστερίζων συντηρητικός αποδεικνύεται


Το τρίτο αφορά τη δύναμη των πολιτών, όταν αυτή χρησιμοποιείται μέσα στα πλαίσια της λογικής. Είναι προφανές ότι οι διαμαρτυρίες των Ελλήνων πολιτών στην πλατεία Συντάγματος προκάλεσαν εξελίξεις. Και στο εσωτερικό με τον ανασχηματισμό, αλλά και διεθνώς. Για πρώτη φορά αναγκάστηκαν Μέρκελ και Σαρκοζί να μιλήσουν για τους Έλληνες πολίτες και την ανάγκη να τους δοθεί περιθώριο «αναπνοής».

Θεωρώ το κίνημα των αγανακτισμένων την πιο αξιοθαύμαστη διαμαρτυρία που έγινε στη μεταπολιτευτική Ελλάδα. Ακριβώς για τον λόγο ότι προτάσσεται ως «μη σοβαρή», όντας χωρίς συγκεκριμένη πολιτική απαίτηση. Άνθρωποι από όλες τις τάξεις διαμαρτύρονται ειρηνικά για την αδυναμία του πολιτικού συστήματος να βρει λύσεις. Δεν προτείνουν λύσεις που θα καταστρέψουν τη χώρα, όπως παραδοσιακά γινόταν σε τέτοιες εκδηλώσεις. Δεν καταστρέφουν περιουσίες. Αντιθέτως, απαιτούν από το πολιτικό σύστημα να δώσει το ίδιο τις απαντήσεις και πιέζουν τις εξελίξεις με σύγχρονο –έστω «ανάλαφρο» πολλές φορές– τρόπο. Αποτελούν μάλιστα τους μόνους οι οποίοι όρθωσαν το ανάστημά τους απέναντι στους «κουκουλοφόρους».
Το τέταρτο και κυριότερο σημείο είναι ο ίδιος ο μηχανισμός στήριξης, ο οποίος κάθε άλλο παρά φιλελεύθερος ήταν. Μάλλον αριστερίζων συντηρητικός απεδείχθη. Ήθελε να λύσει τα αδιέξοδα του κράτους μέσα από το ίδιο το κράτος, έστω και στην ευρωπαϊκή του υπόσταση.

Ναι, κάθε κράτος οφείλει να εξορθολογιστεί και να περιοριστεί. Δεν μπορεί να κατατρώει τις παραγωγικές δυνάμεις της κάθε χώρας. Ούτε και είναι δίκαιο να ζουν οι ευνοούμενοι του χρεοκοπημένου συστήματος εις βάρος όλων των υπολοίπων. Κυρίως, δεν μπορεί σε μια χώρα να είναι ο καλύτερος πελάτης για κάθε επιχείρηση το κράτος, όπως ήταν στην Ελλάδα. Το μόνο αποτέλεσμα είναι να μην υπάρχει πραγματική οικονομία που να παράγει. Να μη δημιουργείται πλούτος και να ζουν όλοι με δανεικά.
Εξυγίανση όμως δεν μπορεί να υπάρχει πουθενά χωρίς ανάπτυξη. Την οποία ανάπτυξη και τον πλούτο τους δημιουργεί μόνο η αγορά μέσω των συναλλαγών που αυξάνουν το πλεόνασμα του παραγωγού και του καταναλωτή, του πωλητή και του αγοραστή. Αυτό το πλεόνασμα, που το δημιουργεί ο μηχανισμός της αποτελεσματικής κατανομής των πόρων, αυξάνει τον συνολικό πλούτο της κοινωνίας. Έπειτα το κράτος μπορεί, μέσω της αναδιανεμητικής πολιτικής του, να μοιράσει μέρος αυτού του πλούτου, ο οποίος όμως θα πρέπει πρώτα να δημιουργηθεί. Όσες περισσότερες συναλλαγές λαμβάνουν χώρα σε μια κοινωνία, τόσο πιο πλούσια είναι αυτή, με περισσότερες δυνατότητες για κοινωνική πολιτική.

Δουλειά του κράτους είναι να δημιουργεί σύγχρονο πλαίσιο, να δίνει κίνητρα, να ελέγχει και να βοηθά για να μπορεί να στηρίζεται, να αναπτύσσεται και να λειτουργεί πιο εύκολα, πιο γρήγορα και με μίνιμουμ κόστος η επιχειρηματικότητα. Αλλιώς, όσα έξοδα και αν κοπούν, οι προϋπολογισμοί δεν καλύπτονται. Αυτό το λάθος , έστω και καθυστερημένα, μάλλον το αντιλήφθηκαν στην Ελλάδα και την Ευρώπη. Εδώ;

Τα εκλογικά παιγνίδια δεν τελείωσαν όπως πολλοί ίσως να νομίζουν. Αντιθέτως, μόλις τώρα ξεκίνησαν. Ούτως ή άλλως οι βουλευτικές κάθε φορά στην Κύπρο αποτελούν το εναρκτήριο λάκτισμα του πολιτικού ματς. Ενός ματς που αρχίζει με τις βουλευτικές, συνεχίζεται με τις δημοτικές και κορυφώνεται στις προεδρικές εκλογές.

Είναι μία παγκόσμια πραγματικότητα, ότι σε προεκλογικές περιόδους δυσάρεστα μέτρα δεν μπορούν να ληφθούν. Η περίοδος πραγματικής και ουσιαστικής ευκαιρίας για κάθε κυπριακή κυβέρνηση να κάνει αντιδημοφιλή πράγματα, κλείνει λίγο μετά από το μισό της θητείας της. Για τον κ. Χριστόφια λοιπόν, η «χαλαρή» περίοδος τελείωσε τον Δεκέμβριο του περασμένου χρόνου. Χαλαρή εντός εισαγωγικών, γιατί μάλλον αποτελεί την περίοδο με τη μεγαλύτερη ενδοκυβερνητική ένταση.

Ο λόγος που τα αναλύω αυτά είναι η κατάσταση στην οικονομία και η προοπτική να γίνει επιτέλους κάτι. Διότι, πλέον δεν χωράει καμία αμφισβήτηση, έχουμε πρόβλημα. Και το πρόβλημα είναι ήδη μεγάλο και αποδεδειγμένα γίνεται εξαιρετικά επικίνδυνο. Το γιατί, θα επιχειρήσω να το εξηγήσω βάζοντας απέναντι από τα επιχειρήματα της κυβέρνησης τις αδυσώπητες σημερινές πραγματικότητες.

Οι εκπρόσωποι της Κυβέρνησης και του ΑΚΕΛ σε όλη την προεκλογική εκστρατεία έκαναν σημαία τη δήλωση ενός Ευρωπαίου Επιτρόπου, θέλοντας να πείσουν ότι είμαστε σε καλό δρόμο. Σήμερα, ολόκληρη η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μας ζητά να εφαρμόσουμε ένα μίνι μνημόνιο σωτηρίας.


Το αμέσως επόμενο, είναι το μόνο διάστημα για να σωθεί η οικονομία


Οι εκπρόσωποι της Κυβέρνησης και του ΑΚΕΛ σε όλη την προεκλογική εκστρατεία ήθελαν να πείσουν τους πολίτες ότι διέσωσαν το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων και ότι δεν υπάρχει σοβαρό πρόβλημα στο συνταξιοδοτικό. Σήμερα, η καλά κρυμμένη για μήνες έκθεση Μουχάννα δείχνει ότι το πρόβλημα είναι ακόμη μεγαλύτερο και απ’ αυτό που παρουσιαζόταν σαν κασσανδρολογία.

Οι εκπρόσωποι της κυβέρνησης και του ΑΚΕΛ σε όλη την προεκλογική εκστρατεία ήθελαν να μας πείσουν για την ανταγωνιστικότητα των κρατικών ομολόγων και χρεογράφων. Έκρυβαν τον συνεχή δανεισμό για να καλυφθούν προεκλογικές και άλλες εξαγγελίες.

Σήμερα, ανάγκασαν τη Cyta, μέρα Σάββατο, να συνεδριάσει για να αγοράσει αμάν αμάν τα κυβερνητικά χρεώγραφα που έμειναν αδιάθετα –στην εγχώρια παρακαλώ– αγορά.

Οι εκπρόσωποι της κυβέρνησης και του ΑΚΕΛ σε όλη την προεκλογική εκστρατεία μιλούσαν για θετικό πρόσημο ανάπτυξης, μείωση της ανεργίας και μείωση της δημόσιας υπηρεσίας παρά τις ξεκάθαρες περί του αντιθέτου διαπιστώσεις της Στατιστικής Υπηρεσίας.

Σήμερα, ο ρυθμός ανάπτυξης είναι μηδέν, η ανεργία 25% αυξημένη σε σχέση με τον περσινό Μάιο, το κράτος αναγκάζεται να παγώσει 540 νέες θέσεις στο Δημόσιο που προκηρύχθηκαν προεκλογικά…

Όλα αυτά δεν τα λέω για να δικαιωθεί καμία προεκλογική επιχειρηματολογία. Λίγη σημασία θα είχε κάτι τέτοιο μετά τις εκλογές. Τεράστιας σημασίας όμως είναι η άποψη ότι τα όσα διαφάνηκαν τις τελευταίες δύο εβδομάδες αποτελούν το ύστατο καμπανάκι του κινδύνου. Το σκάφος μπάζει από παντού νερά – δεν λέω ότι βυθίζεται. Χρειάζεται όμως επιτέλους θάρρος για να μην οδηγηθεί εκεί.

Ο τρόπος που επέλεξε η σημερινή κυβέρνηση να διαχειριστεί την οικονομική κρίση για τρία σχεδόν χρόνια, ήταν απλά να προσδοκά καλύτερες ημέρες. Την ώρα που η κοινωνία ήταν πιο έτοιμη από ποτέ να υποστεί ελεγχόμενα μέτρα δεν έγινε τίποτα. Μία μονότονη επιχείρηση για να κρύβονται τα προβλήματα κάτω από το χαλί.

Επένδυσαν τα πάντα και η κυβέρνηση και άλλοι –όπως όλα σχεδόν τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης– στις κενές περιεχομένου διακηρύξεις και ανακοινώσεις που ήθελαν να τις χρησιμοποιούν ως ενέσεις ψυχολογίας. Η ψυχολογία όμως, επαναλαμβάνω, δεν τρώγεται και δεν λύνει οικονομικά προβλήματα.

Η κυβέρνηση Χριστόφια ήθελε να γραφτεί στην ιστορία ως η κυβέρνηση των εργαζομένων και της δίκαιης κοινωνίας. Άρχισε όμως να κινδυνεύει να καταντήσει η κυβέρνηση της ατολμίας και τη χρεοκοπίας. Έχασε όλο το κρίσιμο διάστημα για διαρθρωτικές αλλαγές και τολμηρά μέτρα που μπορούν να προκαλέσουν ανάπτυξη.

Τις μένουν μόνο τρεις μήνες. Και πρέπει να το καταλάβει αυτό. Αν δεν γίνει κάτι μέχρι τον Σεπτέμβριο, αν δεν γίνει κάτι καλοκαίρι που είναι και πιο εύπεπτο, μετά θα έχουμε δημοτικές, προεδρία της Ε.Ε. και προεδρικές. Πώς θα είναι η κατάσταση όμως τότε;

Από την ημέρα που ο ΔΗΣΥ αποφάσισε τη στήριξη του κ. Ομήρου για την προεδρία της Βουλής, το επίσημο ΔΗΚΟ διαρρηγνύει τα ιμάτιά του προτάσσοντας πλεκτάνες και συνωμοσίες που απεργάζονταν οι πολέμιοί του. Ιδιαίτερα μετά που ο κ. Ομήρου εξελέγη με τον τρόπο που εξελέγη, αυτή η προσέγγιση έγινε ακόμη πιο δυνατή και αποτελεί σήμερα την αιχμή του δόρατος της επιχειρηματολογίας των εκπροσώπων της επίσημης γραμμής.

Δεν έχω σκοπό να μπω στη συνωμοσιολογία που σερβίρεται από συνήθεια στην Κύπρο για να καλύψει μεγάλες ήττες, όπως αυτή της πολιτικής του κ. Καρογιάν. Στόχος μου είναι να αναδείξω δύο κορυφαίες πολιτικές αντιφάσεις που, στον τόπο μας, αντί να είναι εξ υπαρχής καταδικαστέες, έχουν καταλήξει να επικρατούν πολλές φορές ως κυριαρχούσα αντίληψη.

Η πρώτη αντίφαση είναι το να παραπονιέσαι επειδή έχασες στο παιγνίδι που εσύ έχεις λανσάρει, εσύ έχεις βάλει τους κανόνες και εσύ ζητάς να το ακολουθούν όλοι. Αναφέρομαι στη θεωρία του «ρυθμιστικού ρόλου». Μόνο στην Κύπρο υπάρχει κόμμα που ζητά από τους ψηφοφόρους να το στηρίξουν προκειμένου να λάβει λευκή επιταγή για να την ανταλλάξει με εξουσία κατά το δοκούν. Και μόνο εδώ υπάρχει κόμμα που ζητά αυτόν τον ρόλο αποκλειστικά για τον εαυτό του, θεωρώντας ότι δεν έχει τέτοιο δικαίωμα κανείς άλλος.


Το να απαιτείς την πίτα σωστή και τον σκύλο χορτάτο είναι παγκόσμια πρωτοτυπία


Η Βουλή λοιπόν προχτές έπαιξε με λογική ΔΗΚΟ. Εξελέγη στην προεδρία υποψήφιος από τα κόμματα που βρίσκονται μεταξύ των δύο μεγάλων, στην προοπτική συμμαχίας και συνεργασίας. Όπως ακριβώς θέλει το ΔΗΚΟ, άφησαν οι δύο μεγάλοι κατά μέρος δικές τους υποψηφιότητες και υποκλίθηκαν στη θεωρία των ρυθμιστών. Η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, έγινε τόσο ισχυρή που κανείς σχεδόν, είτε προεκλογικά είτε μετεκλογικά, δεν ασχολείται με προτάσεις και θέσεις.

Έχει εμποτιστεί ακόμη και η κοινωνία με τη γοητεία και την προσήλωση στη σκακιέρα των κομματικών συναλλαγών. Τόσο πολύ που θεωρήθηκε εξαιρετικά ελκυστικό το γεγονός ότι το ΔΗΚΟ κατέβαινε στις εκλογές όχι με μία, αλλά με δύο σημαίες. Υπήρχε το συμπολιτευόμενο και το αντιπολιτευόμενο ΔΗΚΟ.

Όλοι να δουλεύουν για το κομματικό ποσοστό, ο καθένας όμως να θέλει να το χρησιμοποιήσει διαφορετικά. Σαν δύο αντιμαχόμενα κόμματα στη συσκευασία του ενός, μάζεψαν όλους τους ψηφοφόρους στην κάλπη, δεν μαζεύονταν όμως όλοι οι βουλευτές την επόμενη μέρα. Το εξαιρετικά βολικό των δύο σημαιών πριν τις εκλογές, έγινε εφιάλτης, την ώρα που ο κ. Κουλίας παρέμεινε να ανεμίζει τη δική του σημαία και μετά από αυτές. Συνέχισε δηλαδή να παίζει το παιγνίδι που έδωσε στον κ. Καρογιάν το δικαίωμα να πανηγυρίζει το βράδυ των εκλογών.

Αυτά ακριβώς μας οδηγούν στη δεύτερη αντίφαση, η οποία κατά την άποψή μου είναι εξαιρετικά πιο σημαντική. Διότι αφορά την αντίληψη περί πολιτικής ευθύνης και πολιτικού κόστους. Έννοιες που φάνηκε να είναι ανύπαρκτες.

Το ΔΗΚΟ, όπως και να το κάνουμε, είναι κυβέρνηση. Εξέλεξε με τις ψήφους του τον κ. Χριστόφια, έχει υπουργούς και συνεχίζει να τη στηρίζει. Αυτό στο δικό μου μυαλό είναι τόσο απλό και δεδομένο, όσο και το 1+1=2. Το να στηρίζεις μια κυβέρνηση είναι πολιτική πράξη μεγάλης σημαντικότητας και ουσίας σε όλο τον κόσμο.

Για το ΔΗΚΟ όμως όχι. Θεωρείται από αυτό το sui generis κόμμα πολύ λογικό να είναι μονίμως η πολύφερνη νύφη, την οποία όλοι θα φλερτάρουν αδιάκοπα και δεν θα βλέπουν πουθενά αλλού. Έτσι ο κ. Καρογιάν είχε την απαίτηση από το ΑΚΕΛ να τον υποστηρίξει –λογικά– αλλά την ίδια ώρα είχε την απαίτηση να τον υποστηρίξει και ο ΔΗΣΥ! Με ποια λογική; Ότι θα έπρεπε ο κ. Αναστασιάδης να τον καλοκρατεί, μπας και τον συμπαθήσει κάποια στιγμή αργότερα! Με αυτό δηλαδή το κορυφαίο πολιτικό επιχείρημα…

Τόσο πολύ το πίστευαν, μάλιστα, που «έπεσαν από τον ουρανό» όταν ο ΔΗΣΥ αποφάσισε το αυτονόητο. Ότι δηλαδή ανήκει εις την αντιπολίτευση!

Αν κάτι κέρδισε η Κύπρος την περασμένη Πέμπτη, είναι ότι επανήλθε επιτέλους η έννοια του πολιτικού κόστους. Το να έχουν επιπτώσεις οι πραγματικές πολιτικές επιλογές. Έχασε το διπλοπόρτι και είναι μια από τις σπάνιες περιπτώσεις που συμβαίνει αυτό. Σε μια παρτίδα, μάλιστα, που στήθηκε από τους ίδιους τους διδάκτορές του.