Συνέντευξη στο περιοδικό «must»

Advertisements

Έχει τρομερό ενδιαφέρον να αναλύσει κάποιος το γιατί άνθρωποι με πιο ελεύθερη από την παραδοσιακή σκέψη αποφεύγουν τα κοινά και θεωρούν τα κόμματα μια κατάσταση decadence και τους πολιτικούς demode. Και έχει άλλο τόσο ενδιαφέρον να αναλυθεί γιατί η απαξίωση γίνεται πράξη με την έχθρα προς το πολιτικό σύστημα και με την αποχή. Ειδικά στους νέους.

Οι νέοι της Κύπρου, όπως και κάθε χώρας, έχουν δίκαιο όταν αντιδρούν στη βρόμικη και σκοτεινή πλευρά της πολιτικής. Αυτή που προάγει τη διαφθορά, το ρουσφέτι, το μικροπολιτικό παιχνίδι. Αυτή που υποκαθιστά τη δύσκολη πολιτική ουσία με την εύκολη και κενή επικοινωνία. Αυτή που θέλει τις τύχες τους να αποφασίζονται πίσω από κλειστές πόρτες και μέσα από περίεργες συμφωνίες συναλλαγής. Με αποφάσεις που δεν βασίζονται σε καμιά ηθική αξία.

Είναι αλήθεια ότι οι πλείστοι πολιτικοί στέκουν απέναντι στους νέους όπως τις αλεπούδες. Δεν τους φτάνουν και τους κάνουν κρεμαστάρια. Και επειδή δεν τους καταλαβαίνουν, τους «σκαρτάρουν», μιλώντας για τη νέα γενιά με υποτίμηση και προβάλλοντας τη δήθεν διαπίστωση ότι οι νέοι δεν ασχολούνται με τα κοινά. Το πιο άσχημο, δε, είναι ότι ακόμα και μεγάλος αριθμός νέων σε ηλικία πολιτικών ανταγωνίζονται σε παλαιοκομματισμό τους μαθουσάλες. Έτσι οι νέοι βλέπουν δίπλα τους ακόμη και συνομήλικούς τους να γίνονται απόμακροι και να συμπεριφέρονται παράξενα για να φορέσουν το weird πολιτικό κοστούμι.


Δεν είναι το ζητούμενο να ξέρει ένας πολιτικός πώς παίζεται το farmville, το world of warcraft, τι είναι τα elves και τα orcs


Οι νέοι άνθρωποι, ωστόσο, ασχολούνται με την πολιτική, ακόμη και αν δεν το αντιλαμβάνονται. Κατ’ αρχήν, ξέρουν τι γίνεται στον κόσμο. Έχουν μελετήσει πολύ περισσότερες λεπτομέρειες για την Ιαπωνία και το τσουνάμι, ξέρουν πολύ καλύτερα από τους μεγαλύτερους τους δείκτες και τα στοιχεία της οικονομίας και γνωρίζουν τι σημαίνει κρίση στην Ευρωζώνη. Γοητεύονται από πολιτικούς όπως ο Σαρκοζί και η Μέρκελ. Ζητούν ευκαιρίες, εκμεταλλεύονται τα αγαθά της Ευρώπης, συζητούν και κρίνουν πολιτικές, όχι μόνο τοπικές αλλά και διεθνείς.

Αυτό που δεν έχουν συνήθως μπροστά τους ξεκάθαρα, είναι βήμα μαζικής έκφρασης των αγωνιών τους. Ιδιαίτερα του πολύ δικαιολογημένου φόβου που έχουν σήμερα. Ότι είναι πιθανόν η νέα γενιά να κληθεί να πληρώσει τον λογαριασμό για λάθη όλων των προηγούμενων. Όπως δυστυχώς συμβαίνει αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα.

Δεν είναι το ζητούμενο να ξέρει ένας πολιτικός πώς παίζεται το farmville, το world of warcraft, τι είναι τα elves και τα orcs και τι σημαίνουν οι άπειρες συντομογραφίες στο facebook. Πράγματα δηλαδή με τα οποία οι νέοι απασχολούν πολύ από τον ελεύθερο τους χρόνο. Το ζήτημα είναι να κατανοεί ότι οι νέοι άνθρωποι έχουν άλλους τρόπους επικοινωνίας και συναναστροφής. Να αντιλαμβάνεται την ανάγκη τους να προσαρμόζονται με τον σύγχρονο δικό τους κόσμο. Και το κορυφαίο, να μπορεί να μιλά μαζί τους και να καταλαβαίνει τη δική τους γλώσσα.

Να μπορεί να τους προσφέρει μια ιδέα, ένα όραμα, κάτι για το οποίο θα προσδοκούν. Να προτείνει για το γρήγορο και φτηνό διαδίκτυο, τη δυνατότητά τους να διασκεδάζουν αξιοπρεπώς, να αθλούνται, το πώς άνδρες και γυναίκες θα έχουν ίσες ευκαιρίες. Να δίνει διέξοδο στο πνίξιμο που νιώθουν μέσα στο νέο ανταγωνιστικό περιβάλλον, αλλά και στο αίσθημα του ελέγχου και του κατατρεγμού από τη νέα μόδα των μυστικών υπηρεσιών που θέλουν να φακελώνουν τα πάντα. Να νιώσουν ότι το κράτος πράγματι νοιάζεται για τη νεανική και τη γυναικεία επιχειρηματικότητα. Θέλουν από κάποιον να τους δώσει τη δυνατότητα να δημιουργήσουν.

Αυτό για το οποίο οι νέοι υπόκεινται σε κριτική είναι το γεγονός ότι την απογοήτευση τη μετατρέπουν καμιά φορά σε πλήρη αδιαφορία και κατ’ επέκταση σε αποχή. Εγώ θα συμφωνήσω μαζί τους ότι η δημοκρατία έχει πολλά τρωτά. Είναι όμως ταυτόχρονα και το μόνο σύστημα στο οποίο εκφράζεται η βούληση των πολιτών και επιτρέπεται η εναλλαγή και η αλλαγή κάθε πέντε χρόνια. Αν ψηφίσεις, συμμετέχεις. Έχοντας στη μια πλευρά της ζυγαριάς την απογοήτευση και στην άλλη τουλάχιστον την ελπίδα. Αν όχι, απλά παραχωρείς τη δυνατότητα σε άλλους να αποφασίσουν για σένα.

Για να μπορούν να ψηφίσουν σφάζονται σήμερα άνθρωποι στη Λιβύη. Που αν είχαν το δικαίωμα να εγγραφούν σε εκλογικούς καταλόγους, θα έκαναν συλλαλητήριο για το ποιος θα το πράξει πρώτος.

Η ομιλία στο Ξενοδοχείο Χίλτον κατά την παρουσίαση των στόχων της υποψηφιότητας μου στις βουλευτικές εκλογές.

Video με αποσπάσματα από την εκδήλωση μπορείτε να δείτε εδώ.

 

Φίλοι μου,

Σας ευχαριστώ ειλικρινά που είστε εδώ μαζί μου σήμερα.

Στο ξεκίνημα ενός νέου πολιτικού αγώνα.

Στη μάχη των βουλευτικών εκλογών, στην οποία έχω μπει με πολλή διάθεση και πολλή αισιοδοξία. Με τη βεβαιότητα του ανθρώπου που πιστεύει ότι αγωνίζεται για τις σωστές αξίες.

Είμαι όμως εδώ για να δώσω ένα νέο μήνυμα. Ότι η πολιτική είναι αλλιώς! Κάτι πολύ διαφορετικό από αυτό που η σιωπηρή πλειοψηφία των συμπολιτών μας, σήμερα αποστρέφεται. Κάτι πολύ πιο ουσιαστικό.

Οι περισσότεροι από σας με γνωρίζετε. Έχουμε συναντηθεί στον επαγγελματικό, τον κοινωνικό, κυρίως στον πολιτικό στίβο. Επιτρέψετε μου όμως απόψε να ξανασυστηθώ. Να μιλήσω για τα βιώματα, τις εμπειρίες μου, τις ιδέες μου. Για τις πολιτικές μου αρχές.

Γιατί μέσα από αυτή την πορεία, θέλω να παρουσιάσω το όραμα της δικής μου γενιάς. Μιας γενιάς που νοιώθει ότι έχουμε μείνει πίσω. Ότι είμαστε παθητικοί παρατηρητές των εξελίξεων στον κόσμο. Ότι τις αλλαγές που συμβαίνουν γύρω μας, τρέχουμε ξωπίσω να τις προλάβουμε. Ότι δρούμε κοντόφθαλμα, χωρίς σχέδιο, χωρίς στρατηγική.

Μιας γενιάς που έχει κουραστεί να απογοητεύεται, βλέποντας προσδοκίες να διαψεύδονται, ευκαιρίες να χάνονται, οράματα να ξεφτίζουν.

Το 1974, τη χρονιά που σημάδεψε δραματικά τη νεώτερη ιστορία της πατρίδας μας, ήμουν δυο χρονών.

Μεγάλωσα με το όραμα μιας ελεύθερης και ενωμένης Κύπρου. Αλλά και με ένα αίσθημα αδικίας απέναντι στην πατρίδα μας, από τους ισχυρούς της γης.

Μάθαμε από τους γονείς μας, όπως και εγώ από τους δικούς μου γονείς, να αγαπάμε την πατρίδα και να διαφυλάσσουμε την Ελληνικότητα μας. Να μην περιμένουμε να πάρουμε, αλλά να δίνουμε στον τόπο μας.

Εμπνευστήκαμε από το όραμα και την προσωπικότητα του Γλαύκου Κληρίδη.

Ανδρωθήκαμε πολιτικά μέσα στον Δημοκρατικό Συναγερμό, περήφανοι για την παράταξη που πιστεύει στην αξία της ελευθερίας και τις αρχές της πραγματικής δημοκρατίας. Τη συζήτηση, τον προβληματισμό, την κριτική, την ανοχή στην άλλη άποψη.

Το Κυπριακό και οι συνέπειες του, καθόρισαν και επηρέασαν κάθε έκφανση της ζωής μας. Τις σκέψεις μας, τις φιλίες μας, ακόμη και την επαγγελματική και κοινωνική μας διαδρομή. Την οπτική που αντιμετωπίζουμε τα πράγματα.

Τα χρόνια πέρασαν, η κοινωνία άλλαξε, η Κύπρος ωρίμασε και έβρισκε το βηματισμό της.

Στην πορεία νοιώσαμε τη χαρά της εθνικής επιτυχίας, με την ένταξή μας στην Ε.Ε. Ήταν η μεγαλύτερη διπλωματική νίκη της πατρίδας μας, μετά από ήττες και αλλεπάλληλα λάθη που σημάδεψαν την πορεία της.

Ήταν μια τεράστια επιτυχία που έχει τη σφραγίδα της δικής μας παράταξης!

Του προέδρου Κληρίδη, του Ιωάννη Κασουλίδη και τόσων άλλων. Πάνω απ’ όλα, μια επιτυχία που δείχνει τι μπορούμε να πετύχουμε Ελλάδα και Κύπρος, όταν δουλεύουμε πραγματικά μαζί.

Μέσα στην Ευρώπη αποκτήσαμε μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση.

Αισθανθήκαμε ότι μπορούμε επιτέλους να βρούμε τη θέση μας στον σύγχρονο κόσμο. Να ξεφύγουμε από την μιζέρια του μικρού και κατατρεγμένου κράτους.

Η γενιά μας δραστηριοποιείται πλέον, σε ένα νέο τοπίο. Με διαφορετικές προκλήσεις, διαφορετικές αναζητήσεις.

Θέλει περισσότερα, Διεκδικεί περισσότερα.
Αξίζει να κατακτήσει περισσότερα!

Φίλοι μου,

Σε όλη αυτή την πορεία ένοιωθα ότι ως κοινωνία κινούμαστε σε δύο παράλληλους κόσμους.

Από τη μία μεριά, ήταν ο κόσμος της πολιτικής. Που στην πλειοψηφία του έμαθε να επιβιώνει μέσα από το λαϊκισμό και τις κορώνες γύρω από το εθνικό μας θέμα. Δεκαετίες να ακούμε τα ίδια συνθήματα, που αμφιβάλω σήμερα, αν τα καταλαβαίνουν πλέον αυτοί που ακόμα τα αναμασούν… Που κούρασαν και εμάς και κυρίως κούρασαν τον έξω κόσμο.

Ζήσαμε την πολιτική να ασκείται με υψηλούς πολιτικούς τόνους. Με δαιμονοποίηση προσώπων και παρατάξεων. Με κόμματα που παζάρευαν πεισματικά θέσεις εξουσίας, αναπαράγοντας διαρκώς την πελατεία ενός παρηκμασμένου συστήματος.

Από την άλλη μεριά, ήταν η κοινωνία που άλλαζε. Που προχωρούσε μπροστά.

Οι Κύπριοι που δούλευαν, προόδευαν και άλλαζαν τη ζωή τους προς το καλύτερο.Οι άνθρωποι της εργασίας, οι οποίοι μακριά από μηχανισμούς εξουσίας, κατάφεραν να στήσουν την πατρίδα μας ξανά στα πόδια της. Που μέσα από την εξωστρέφεια τους πέτυχαν να κτίσουν γέφυρες με ολόκληρο σχεδόν το σύγχρονο κόσμο.

Φτάσαμε λοιπόν σήμερα, οι δύο αυτοί κόσμοι να μην επικοινωνούν σχεδόν καθόλου μεταξύ τους.

Η πολιτική και η κοινωνία να έχουν αποκοπεί. Η κοινωνία να έχει ξεφύγει μπροστά και η πολιτική να μην μπορεί καν να ακολουθήσει. Η οικονομία, η κοινωνία, η επιχειρηματικότητα να προχωρούν, να δημιουργούν και να αναπτύσσονται, δίνοντας λίγη σημασία στο ποιοι και πως την εκπροσωπούν.

Όλα αυτά όμως μέχρι την οικονομική κρίση.

Το ότι η χώρα μας περνά μόνιμα κρίσιμες στιγμές, είχε καταντήσει μια πολύ βαρετή επανάληψη. Σήμερα ωστόσο, η κρισιμότητα των στιγμών είναι πολύ διαφορετική απ’ ότι έχουμε συνηθίσει.

Η κρίση και οι επιπτώσεις της, υπενθύμισε σε όλους μας ότι η πολιτική δεν είναι κάτι ξένο, μακρινό, που ασχολείται σχεδόν αποκλειστικά με το Κυπριακό. Αντιθέτως, η πολιτική επηρεάζει σημαντικά την καθημερινότητα και την επαγγελματική και κοινωνική δραστηριότητα όλων μας.

Οι εξελίξεις χτυπούν έντονα την πόρτα μας και τις αισθανόμαστε. Οι επιπτώσεις στην οικονομία είναι σημαντικές. Η κρίση της ευρωζώνης είναι σαφές ότι μας επηρεάζει.

Έχουμε να αντιμετωπίσουμε πολύ διαφορετικά προβλήματα, όπως η παράνομη μετανάστευση που εξελίσσεται στο πρώτο κοινωνικό ζήτημα. Η σημερινή επιδοματική πολιτική που απαγορεύει την εργασία και προάγει την ανεργία και τα κυκλώματα στους μετανάστες, προκαλεί το αίσθημα της αδικίας. Ο μετανάστης γίνεται αντικείμενο ρατσισμού και ο Κύπριος πολίτης αισθάνεται πολίτης δεύτερης κατηγορίας.

Η τεχνολογία αλλάζει τελείως τα δεδομένα της εκπαίδευσης, της εργασίας και της ζωής μας. Οι πηγές ενέργειας που έχουμε ανάγκη, ανοίγουν νέο κεφάλαιο στην οικονομία, τη διπλωματία και την ασφάλειά μας.

Έχουν μπει νέες έννοιες στον πολιτικό διάλογο. Το δημόσιο χρέος και τα ελλείμματα, αποτελούσαν ξύλινους αριθμούς που αφορούσαν πολύ λίγους στο παρελθόν. Σήμερα μας αφορούν όλους.

Το Κυπριακό, αντί ως Εθνικό ζήτημα που πρέπει να αντιμετωπιστεί με προσοχή και με μια ελάχιστη εθνική συναίνεση, μετατρέπεται συχνά σε όχημα δημαγωγίας που επάνω του κτίζονται πολιτικές καριέρες.

Όλοι μας, εκεί που πιστεύαμε ότι η οικονομία της χώρας μας πάει καλά, ακούμε σήμερα να υπάρχει πρόβλημα με τη βιωσιμότητα των συνταξιοδοτικών ταμείων. Ότι το κράτος θα κινδυνεύει να μην μπορεί να πληρώσει συντάξεις σε 10–15 χρόνια. Έχει χρεοκοπήσει ήδη ένας ημικρατικός οργανισμός και κινδυνεύουν άλλοι.

Πάνω απ’ όλα όμως, είναι η ανεργία και η αβεβαιότητα. Η έλλειψη ανάπτυξης και στρατηγικών που θα φέρουν επενδύσεις και θα δημιουργήσουν θέσεις εργασίας.

Ο δικαιολογημένος φόβος της νέας γενιάς, ότι θα κληθεί να πληρώσει το λογαριασμό για αδυναμίες και λάθη όλων των προηγούμενων.

Οι σημερινές προκλήσεις είναι πολλές, διαφορετικές και πολύ απαιτητικές.

Όταν λοιπόν σε αυτές τις συνθήκες, ο πολίτης νοιώθει αδύναμος και εγκαταλελειμμένος, όταν αισθάνεται μόνος να στην προσπάθεια να λύσει τα δικά του προβλήματα, τότε η απαξίωση στην πολιτική γιγαντώνεται. Όταν μάλιστα δημιουργούνται σκιές διαφθοράς και διαπλοκής την ώρα της οικονομικής δυσπραγίας, ο καθένας κυριεύεται από αγανάκτηση και επαναστατεί.

Και όταν η πολιτική αποτυγχάνει να ανταποκριθεί στα βασικά ζητούμενα, δεν έχουμε απλά απαξίωση, έχουμε έχθρα απέναντι στο πολιτικό σύστημα. Και πρέπει να το αντιληφθούμε αυτό για να μπορέσουμε να το αντιμετωπίσουμε.

Έχει ήδη εμφανιστεί στην Κύπρο έχθρα απέναντι στο πολιτικό σύστημα.

Φίλες και φίλοι,

Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, πρέπει να εμπνεύσουμε ξανά τους πολίτες. Να δυναμώσουμε την ελπίδα και την αισιοδοξία. Πρέπει επιτέλους να αρχίσουμε να αντιμετωπίζουμε την Κύπρο ως μέρος ενός κόσμου που αλλάζει και όχι ως ένα απομονωμένο χωριό που ζει στις δικές του αυταπάτες.

Η πολιτική έχει υποχρέωση να δώσει ξανά συλλογικούς στόχους και οράματα. Να ηγηθεί και όχι να ακολουθεί τις εξελίξεις. Να μην καθορίζει τις προτάσεις της με βάση την κοινή γνώμη. Να διαμορφώνει την κοινή γνώμη. Να ενώνει όλους μας σε κοινούς σκοπούς.

Για μένα αυτή είναι η ουσία της πολιτικής. Αυτή είναι η πραγματική της διάσταση.

Δεν είναι μόνο παζάρι, ρουσφέτι, ξύλινα λόγια και διαγωνισμός αδιαλλαξίας στο Κυπριακό.

Δεν είναι μόνο οι γάμοι και οι αμέτρητες κοινωνικές συναθροίσεις που καλείται να παρευρίσκεται ο κάθε πολιτικός.

Πολιτική είναι η παραγωγή προτάσεων και η χάραξη στρατηγικών που θα φέρουν την πραγματική πρόοδο. Είναι προτάσεις για την καθημερινότητα.

  • Προτάσεις για την τόνωση της οικονομίας και την ανάπτυξη.
  • Για τη δραστήρια γήρανση και για τη γυναικεία επιχειρηματικότητα.
  • Για την αξιοκρατία στο δημόσιο τομέα.
  • Την πράσινη ανάπτυξη.
  • Την ανάγκη η Λευκωσία να αποκτήσει επιτέλους έργα.
  • Την έρευνα και την καινοτομία.
  • Είναι η στήριξη των ασθενέστερων τάξεων με ουσιαστικές πολιτικές δράσεις και όχι με επιδόματα ελεημοσύνης.
  • Είναι προπαντός η δημιουργία ευκαιριών για τον μέσο πολίτη. Τον μέσο εργαζόμενο και τον μικρομεσαίο επιχειρηματία που σήμερα πιέζονται και κανείς δεν ασχολείται μαζί τους.
  • Είναι η φροντίδα για την Κυπριακή οικογένεια που δυσκολεύεται να ανταποκριθεί στις πολλές της υποχρεώσεις.
  • Είναι οι νέοι, που νοιώθουν να τους κόβονται τα φτερά της δημιουργίας.

Είναι η αντιμετώπιση των πραγματικών διλημμάτων στο Κυπριακό. Σε μια εποχή που έχουμε καταντήσει να θεωρείται το “εκείνοι απ’ εκεί και εμείς απ’ εδώ”, το να μείνουμε δηλαδή με μισή πατρίδα, θέση “πατριωτική”. Δεν είναι πατριωτισμός να απεμπολείς εδάφη για να μην διαταράσσεται η καθημερινότητα σου. Πρέπει να βρίσκουμε το θάρρος να το πούμε, να πείσουμε γι αυτό.

Πολιτική είναι πάνω απ’ όλα η επένδυση στις αυτονόητες αρχές που της δίνουν διαχρονικά αξία. Ειλικρίνεια. Διαφάνεια. Συνεργασία. Σύνθεση.

Είναι να αντιμετωπίζεις τον κάθε ψηφοφόρο ως μέτοχο του κράτους. Ως πολίτη, όχι ως πελάτη ενός ξεπερασμένου παζαριού εξουσίας!

Γι’ αυτά είναι που δεσμεύομαι να εργαστώ. Με αυτή την υπόσχεση είναι που στέκομαι απέναντί σας.

Αυτό είναι που εννοώ όταν υποστηρίζω ότι η πολιτική είναι αλλιώς. Διότι πιστεύω ότι η πολιτική είναι ουσία.

Ξέρετε, ρωτάω καμιά φορά αυτούς που κυβερνούν και όσους τους υποστηρίζουν, ποιος είναι ο στόχος αυτής της χώρας; Που θέλετε να πάτε την Κύπρο;

Κανείς τους δεν μπορεί να απαντήσει. Δεν έχουν απάντηση. Από τον καιρό που μπήκαμε στην Ευρώπη και την ζώνη του ευρώ, αυτή η χώρα δεν ξέρει που θέλει να πάει.

Υπάρχει όμως ένα όραμα που όλοι μαζί μπορούμε να υπηρετήσουμε.

Είναι η ανάγκη να πάει η Κύπρος μπροστά. Να γίνει το σύγχρονο Ευρωπαϊκό κράτος που μας αξίζει.

Μια χώρα με κύρος και αξιοπρέπεια στον έξω κόσμο. Ένα κράτος δημιουργίας, ανάπτυξης και ευημερίας στο εσωτερικό.

Και είναι η υπηρέτηση αυτής της ανάγκης πρώτα απ’ όλα, που καθιστά τις ερχόμενες βουλευτικές εκλογές, εκλογές τεράστιας πολιτικής σημασίας.

Φίλες και φίλοι,

Στις 22 Μαίου, θα προκύψει μια νέα δυναμική που θα καθορίσει τις εξελίξεις για την 10ετία που μόλις ξεκίνησε.

Ένα είναι το σίγουρο.

Η Κυβέρνηση Χριστόφια και όσοι τη στηρίζουν, δεν μπορούν να δώσουν λύσεις. Δεν μπορούν να δημιουργήσουν μια σύγχρονη Κύπρο. Ήταν ανέκαθεν οι δυνάμεις της πραγματικής συντήρησης. Χωρίς στόχους, χωρίς ρεαλιστικό όραμα.

Έχουμε μια Κυβέρνηση που είναι λίγο με την Ευρώπη, λίγο έξω από αυτήν. Λίγο με τα μέτρα αναδιάρθρωσης της οικονομίας, λίγο με τα ιδεολογικά κολλήματά της. Λίγο με τις μεταρρυθμίσεις, λίγο με τα κατεστημένα του δημοσίου και της γραφειοκρατίας.

Έχουμε μια κυβέρνηση χαμηλών προσδοκιών και μηδαμινών επιτευγμάτων.

Θυμίζουν κάποιον που προσπαθεί να ισορροπήσει σε πολλές βάρκες. Μόνο που όποιος πατάει σε πολλές βάρκες, συνήθως πέφτει στο νερό. Προσπαθούν να τους έχουν όλους ευχαριστημένους και δεν ικανοποιούν κανένα. Και αυτό ακριβώς έχει πάθει η Κυβέρνηση Χριστόφια: Λυπάμαι που το λέω, αλλά τα έχει κάνει θάλασσα.

Στο Κυπριακό, η θεωρία της λύσης στη βάση της φιλίας και συντροφικότητας των κυρίων Χριστόφια και Ταλάτ, έχει καταρρεύσει με πάταγο. Τα διεθνή ζητήματα δεν μπορούν να λυθούν με συνταγές παρέας. Δεν υπήρχε πλάνο που να λαμβάνει υπόψη την αλλαγή στην ηγεσία των Τουρκοκυπρίων. Προχωρήσαμε σε σημαντικές παραχωρήσεις χωρίς ανταλλάγματα και χωρίς να πιστωθούμε με καλή θέληση. Σήμερα, φτάσαμε να προσπαθούμε ξανά να επαναβεβαιωθεί η βάση των συνομιλιών.

Η Ευρώπη παραμένει μια χαμένη ευκαιρία. Και – δυστυχώς – αυτό ήταν κάπου αναμενόμενο… Για τη σημερινή Κυβέρνηση η ένταξη στην ΕΕ ήταν μια δυσάρεστη υποχρέωση. Οι άνθρωποι δεν το κρύβουν… Δεν πιστεύουν στις αξίες της Ε.Ε. Χάνουν ευκαιρίες που θα αναβάθμιζαν διεθνώς τη θέση μας και προσπαθούν να ταυτιστούν με συμφέροντα που εναντιώνονται στην Ευρώπη.

Κρατούν με δική τους εμμονή την Ευρώπη μακριά από τις διαπραγματεύσεις, την ώρα που στο ευρωπαϊκό γήπεδο έχουμε σημειώσει τις μεγαλύτερες επιτυχίες μας! Κρατούν την Ελλάδα μακριά.

Στην οικονομία, δυόμιση χρόνια μετά την κρίση, συζητάμε ακόμη για διαρθρωτικά μέτρα που ακούμε αλλά δεν βλέπουμε. Η ευκαιρία να εκσυγχρονιστεί το κράτος χάνεται ανεπιστρεπτί. Η επιχειρηματικότητα βάλλεται ως εχθρός, η γραφειοκρατία καλπάζει. Το κέρδος αντί να θεωρείται πηγή ευημερίας, ανάπτυξης και απασχόλησης, αντιμετωπίζεται ως δαίμονας. Ως εχθρός της κοινωνίας.

Πως μπορεί όμως να υπάρχει ανάπτυξη όταν οι επιχειρήσεις δεν κερδίζουν; Πως μπορούν αλλιώς να δημιουργηθούν δουλειές;  Και τι σχέση μπορούν να έχουν αυτές οι νοοτροπίες, με ένα λαό που έμαθε να δουλεύει και να παράγει; Που στήριξε την πρόοδό και την ανάκαμψή του στην επιχειρηματικότητα, στο δαιμόνιο της δημιουργίας, στην αναζήτηση ευκαιριών.

Τι σχέση έχουν με τη νέα γενιά των Κυπρίων, που μακριά από ξεπερασμένες κρατικίστικες λογικές, δίνει καθημερινά το δικό της αγώνα δημιουργίας ή επιβίωσης;

Η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση κατέληξε να έχει ως μοναδικό αντικείμενο την αλλαγή της ιστορίας. Έχουν ακόμη την ισοπεδωτική προσέγγιση ότι μπορεί να συμβιώσουν οι δύο κοινότητες στην Κύπρο, όχι με βάση τον σεβασμό του ενός προς τον άλλο, αλλά με την αυτοαναίρεση και των δύο. Δεν γίνονται όμως αυτά τα πράγματα! Για την προοπτική να γίνει η Κύπρος το σύγχρονο εκπαιδευτικό κέντρο της νοτιοανατολικής μεσογείου, ούτε λόγος. Ο ίδιος ο Υπουργός μας μίλησε για όνειρα θερινής νυκτός…

Ακόμα και σήμερα παραμένουμε η μόνη χώρα στην Ευρώπη χωρίς Εθνικό Σύστημα Υγείας. Κανείς δεν ασχολείται με αυτό, την ώρα που η Κύπρος θα μπορούσε να καταστεί περιφερειακό κέντρο παροχής υπηρεσιών υγείας.

Σε όλη την Ευρώπη τα θέματα του περιβάλλοντος και της αειφόρου ανάπτυξης αποτελούν μείζονες προτεραιότητες. Στην Κύπρο, το περιβάλλον συνεχίζει να αποτελεί το φτωχό συγγενή που περιφέρεται ανάμεσα σε υπηρεσίες και υπουργεία. Όταν μιλάς για πράσινη ανάπτυξη, είναι λες και μιλάς για πράσινα άλογα…

Είμαστε χώρα υπηρεσιών και η έρευνα και η τεχνολογία που θα έπρεπε να είναι στο επίκεντρο της προσοχής, αποτελούν τον πρώτο στόχο της κάθε περικοπής. Το διαδίκτυο παραμένει ακριβό.

Η πολιτική για προσέλκυση ξένων επενδύσεων αρχίζει και τελειώνει στην εξής μία: Αυτή του Κατάρ.

Το κυριότερο όμως είναι η διαφθορά και η αδιαφάνεια που αφήνουν τη σκιά τους σχεδόν παντού, όπου υπάρχουν δημόσια χρήματα και ζητήματα που απαιτούν αξιοκρατία. Έχουμε μια κυβέρνηση που αντί να παίρνει μέτρα υπέρ της διαφάνειας, αντι να επιδιώκει το να είναι όλα στο φως, ζήτησε ακόμη και να μην προσβάλλονται οι αναθέσεις των έργων…

Λυπάμαι που το λέω, αλλά στόχος των κυβερνώντων και των συμμάχων τους δεν είναι μια δίκαιη κοινωνία πολιτών. Είναι η αναπαραγωγή των εξαρτημένων πελατών του ίδιου χρεωκοπημένου συστήματος…

Είναι η επένδυση στο διχασμό για την κομματική επιβίωση. Δεν εξηγείται αλλιώς η προσπάθεια επαναφοράς του φανατισμού για να καλυφθούν οι κυβερνητικές ανεπάρκειες. Η κατασκευή εχθρών και φαντασμάτων, ο διάλογος με τα άκρα, προκειμένου η κυβέρνηση να έχει αντιπάλους. Η συνωμοσιολογία και η προσπάθεια να δαιμονοποιηθεί η κριτική ακόμη και όταν γίνεται από τον αρχηγό της αντιπολίτευσης.

Ο πρόεδρος σε μια δημοκρατία όμως δεν είναι «ιερή αγελάδα», για να μην μπορεί ο κ. Αναστασιάδης να της εξασκεί κριτική!

Ζούμε δυστυχώς ένα μεγάλο κεφάλαιο, στασιμότητας, αμηχανίας και παρακμής. Αυτό το κεφάλαιο πρέπει να κλείσει. Και μόνο εμείς μπορούμε να το κλείσουμε.

Η Κυβέρνηση και όσοι τη στηρίζουν πρέπει να πάρουν ένα ηχηρό μήνυμα καταδίκης. Και το ηχηρό αυτό μήνυμα μπορεί να σταλεί, μόνο αν ο ΔΗΣΥ καταγράψει μεγάλη άνοδο και καθαρή πρωτιά.

Οι δυνάμεις της ελευθερίας, της δημιουργίας, των μεγάλων κοινών στόχων, πρέπει να βγουν από τις εκλογές του Μαΐου ενισχυμένες.

Αυτός είναι ο στόχος μας. Γι αυτόν τον στόχο πρέπει να ενώσουμε δυνάμεις. Γι’ αυτόν τον στόχο όλοι μαζί θα αγωνιστούμε!

Με αφετηρία τις εκλογές του Μαΐου χρειάζεται να καταγραφεί μια νέα πολιτική πλειοψηφία. Ένα νέο ρεύμα ανανέωσης και εκσυγχρονισμού χρειάζεται να δημιουργηθεί.

Έχουμε υποχρέωση ως Δημοκρατικός Συναγερμός, ως η πραγματική δύναμη προόδου, να ηγηθούμε της προσπάθειας να πάει η Κύπρος μπροστά. Να αποτελέσουμε τον κεντρικό πυλώνα της αλλαγής του πολιτικού σκηνικού.

Είναι μια μάχη που πρέπει να δώσουμε. Και σε αυτή τη μάχη δεν περισσεύει κανείς, ακόμα και αν το κόμμα μας τον έχει καμιά φορά πικράνει.

Φίλοι μου,

Στη μάχη των βουλευτικών θα είμαι κι εγώ παρών. Από την πρώτη γραμμή, ως υποψήφιος βουλευτής στην Επαρχία Λευκωσίας.

Είμαι υποψήφιος, όχι επειδή το θεωρώ τη φυσιολογική πορεία ενός ανθρώπου που από μικρό παιδί ασχολείται με την πολιτική. Πολιτική γίνεται από πολλά μετερίζια.

Κάποια στιγμή όμως, η ώρα των διαπιστώσεων τελειώνει και αρχίζει η ώρα που πρέπει να αποδεικνύεις στην πράξη ότι αυτά που λες τα εννοείς. Ότι μπορείς πράγματι να πολιτευτείς διαφορετικά.

Όσο και αν είναι δύσκολο να μιλά κάποιος για τον εαυτό του, στο ερώτημα αν «μπορώ να βοηθήσω», απαντώ: «Ναι, μπορώ». Το πιστεύω.

Αν και νέος έχω μια αρκετά πλούσια πολιτική διαδρομή.

Ως πρόεδρος της Μαθητικής Κίνησης, το νεαρότερο μέλος που είχε ποτέ το Ανώτατο Συμβούλιο του ΔΗΣΥ, σε ηλικία 16 ετών, ευτύχησα να ηγούμαι των μαθητών μας την πρώτη περίοδο στην ιστορία, που μέλη μας προέδρευσαν των μαθητικών συντονιστικών οργάνων.

Ως Οργανωτικός και Πρόεδρος της ΦΠΚ Πρωτοπορία στην Αθήνα, πετύχαμε να γίνουμε για πρώτη φορά η πρώτη φοιτητική δύναμη. Ως πρόεδρος όλων των Πρωτοποριών αργότερα, ευτύχησα να ζήσω μαζί με εκατοντάδες συναγωνιστών μου, την κατάκτηση του ιστορικά μεγαλύτερου ποσοστού της παράταξης.

Δεν έλειψα από καμία εκλογική αναμέτρηση. Ήμουν υπεύθυνος για καθόδους ψηφοφόρων, υπεύθυνος στο επιτελείο των δυνάμεων πέραν του ΔΗΣΥ, που υποστήριζαν τον Πρόεδρο Κληρίδη το 2003.

Η μεγαλύτερη όμως πρόκληση ήταν η εμπιστοσύνη που μου έδειξε στις τελευταίες προεδρικές ο Ιωάννης Κασουλίδης. Να διευθύνω το γραφείο του, να συντονίζω το εκλογικό του επιτελείο. Δώσαμε τότε όλοι μαζί ένα αγώνα πολύ διαφορετικό από τα συνηθισμένα. Με όπλο τις καινοτόμες προτάσεις μας για την Κύπρο του 21ου αιώνα.

Με ένα ξεκάθαρο μήνυμα εκσυγχρονισμού της χώρας μας. Με ένα όραμα που ενέπνευσε την κοινωνία των πολιτών. Που δημιούργησε ξανά, ένα τεράστιο κοινωνικό ρεύμα γύρω από την παράταξη και τις θέσεις μας.

Ηγεσία και στελέχη του ΔΗΣΥ, έχοντας δίπλα την κοινωνία των πολιτών, κερδίσαμε τον πρώτο γύρο, κόντρα σε όλες τις προβλέψεις που μας έδειχναν τρίτους. Διασφαλίσαμε την ενότητα της παράταξής μας και αποφύγαμε πολύ δύσκολες περιπέτειες που θα αντιμετωπίζαμε αν – όπως οι δημοσκοπήσεις έδειχναν – μέναμε εμείς έξω από το Β’ γύρο.

Τη δεύτερη Κυριακή, δώσαμε τη μάχη μόνοι εναντίον όλων. Πλησιάσαμε την ολική ανατροπή, πηγαίνοντας πολύ καλύτερα από ό,τι και οι πιο αισιόδοξοι περίμεναν.

Και αν δεν το πετύχαμε, έγινε διότι κάποιοι δεν μπόρεσαν να αρθούν στο ύψος των περιστάσεων.

Κάποιοι που δεν δικαιώθηκαν την τριετία που πέρασε. Και αυτό, η ιστορία θα τους το χρεώσει…

Φίλοι μου,

Όποιο πολιτικό ρόλο και αν ανέλαβα πιστεύω ότι τα πήγα καλά. Αυτό κάτι δείχνει…

Όλα αυτά τα χρόνια όμως, εργάζομαι καθημερινά σε ένα δύσκολο και απαιτητικό επαγγελματικό χώρο. Την πολιτική τη βίωσα και τη βιώνω και ως μάχιμο πολιτικό στέλεχος, αλλά και ως μάχιμος επαγγελματίας, που ξέρει καλά τις αγωνίες, ξέρει τι αλλαγές χρειάζονται.

Πιστεύω σε μια πολιτική φιλοσοφία σύγχρονη και διαφορετική. Στην πολιτική ουσία και όχι την επιφάνεια.

Αυτά είναι που θέλω να προωθήσω.
Γι’ αυτά είναι που ζητώ τη στήριξή σας.

Την δική σας επιλογή και στον Μιχάλη. Όχι μόνο στο Μιχάλη.
Και θέλω να το τονίσω αυτό, ειδικά απευθυνόμενος στους πολύ καλούς μου φίλους. Μονοσταυρίες δεν θέλω να ζητήσει κανείς για εμένα.

Υπάρχουν πολύ αξιόλογοι άνθρωποι που είναι συνυποψήφιοι μου. Εγώ ο ίδιος, θα εξαντλήσω όλους μου τους σταυρούς.

Με την αξία μας μάθαμε να κερδίζουμε εκλογές, αυτό είναι που θα κάνουμε και το Μάη!

Φίλοι μου,

Όλους εμάς μας ενώνουν μεγάλες στιγμές και έντονες συγκινήσεις.

Αρκετές πίκρες, αλλά και στιγμές μοναδικής εθνικής και παραταξιακής περηφάνιας.

Είναι το αόρατο νήμα που συνδέει τις ζωές και τις διαδρομές μας.

Αυτό το νήμα, σας καλώ σήμερα, να ξετυλίξουμε λίγο ακόμα.

Να προχωρήσουμε μαζί. Όχι επειδή είμαι φίλος σας, ή επειδή έχω προσφέρει.

Αλλά επειδή συμμεριζόμαστε τις ίδιες ιδέες, τον ίδιο ενθουσιασμό να αλλάξουμε τα πράγματα.

Να πάρουμε την Κύπρο μπροστά!

Να αποδείξουμε ότι η πολιτική είναι αλλιώς.

Μπορούμε να το πετύχουμε.

Φτάνει να το πιστέψουμε. Φτάνει να το προσπαθήσουμε.

Σας ευχαριστώ.

Μιχάλης Σοφοκλέους
Χίλτον – 17/3/2011

Ο Πρόεδρος Χριστόφιας και το ΑΚΕΛ απέτυχαν να πείσουν ότι μπορούν να κυβερνήσουν. Η πολιτική τους στο Κυπριακό αποδείχθηκε ανεπαρκής. Επένδυσαν τα πάντα στη θεωρία της «φιλίας» με τον κ. Ταλάτ. Στα εσωτερικά ζητήματα, οι ιδεολογικές τους αγκυλώσεις κρατούν την Κύπρο πίσω. Δεν πιστεύουν και δεν τολμούν να προχωρήσουν στις τομές που ο τόπος σήμερα χρειάζεται. Διαχειρίζονται την χώρα λες και είναι το κόμμα…

Το χειρότερο είναι ότι η σημερινή εξουσία φαίνεται ανήμπορη να στηρίξει τις επιλογές της. Ρίχνει πάντα τις ευθύνες στους προηγούμενους, στα κόμματα, στην Ευρώπη. Προσπαθεί να κατασκευάσει εχθρούς και φαντάσματα. Απευθύνεται στα άκρα για να έχει αντιπάλους. Φαντασιώνεται συνωμοσίες, για να αυτοπαρουσιάζεται ως καημένη και κατατρεγμένη.

Κορυφαία παραδείγματα είναι η οικονομία μαζί με τον εταιρικό φόρο και ο συνεταιρισμός για την Ειρήνη.

Ο εταιρικός φόρος και το χαμηλό του επίπεδο αποτελεί για την Κύπρο θέμα οικονομικής επιβίωσης. Σήμερα, ενώνουμε όλοι μαζί τις δυνάμεις μας για να μην αυξηθεί στο 17%, με βάση τις επιθυμίες της Γαλλίας και της Γερμανίας.


ο “δολοπλόκος” Συναγερμός και η μεγάλη χαμένη ευκαιρία


Σε μια εποχή που η ανάπτυξη και η επιχειρηματικότητα θα έπρεπε να είναι το κυρίαρχο ζητούμενο για να μπορεί να επιτευχθεί οικονομική ανάκαμψη, η χειρότερη κίνηση θα ήταν η αύξηση της φορολογίας των εταιρειών. Ακόμη περισσότερο, μια τέτοια κίνηση θα έστελνε το δυσμενέστερο δυνατό μήνυμα στην Ευρώπη και θα υπονόμευε την προσπάθεια μας για να μην εφαρμοστεί η κοινή Ευρωπαϊκή φορολογική πολιτική.

Η κυβέρνηση όμως επιμένει να θεωρεί την μη ψήφιση της αύξησης του φόρου “βόμβα” στα θεμέλια της Δημοκρατίας. Ότι την υποκαθιστά η βουλή. Ότι τα μέτρα για την αντιμετώπιση της κρίσης δεν προχώρησαν, επειδή το ένα και μοναδικό που εισηγήθηκε, δεν πέρασε.

Με λίγα λόγια, προσπαθεί να μετακυλήσει την αποτυχία της οικονομικής πολιτικής οπουδήποτε αλλού. Στις τράπεζες, τις οποίες κατηγορεί για τις συνεχείς υποβαθμίσεις. Αδιαφορώντας αν αυτές γίνονται επειδή η ίδια δεν λαμβάνει μέτρα και υπονομεύοντας την καλή φήμη του χρηματοπιστωτικού μας συστήματος.  Κυρίως όμως στο κοινοβούλιο. Κατηγορώντας το ότι ενεργεί αντιδημοκρατικά, επειδή άσκησε τον θεσμικό του ρόλο. Χωρίς κανένα σεβασμό στα κόμματα και την δημοκρατία.

Η κατάσταση είναι δραματικά χειρότερη στο θέμα του συνεταιρισμού. Το ζήτημα είναι πολύ απλό:

Είναι δεδομένο και πασιφανές ότι μια αίτηση για ένταξη στον ΣτγΕ, μόνο καλό μπορεί να προκαλέσει στην Κύπρο. Το πιο πιθανόν είναι η Τουρκία να εξασκήσει βέτο. Πράξη που θα απαλλάξει εμάς από την πίεση του λόγου για τον οποίο δεν προχωρά ο διάλογος Νατο – ΕΕ και θα την μεταφέρει πάνω στην Τουρκία. Αν από την άλλη η Τουρκία δεν εξασκήσει βέτο, τότε εμείς θα έχουμε βοηθήσει να λυθεί ένα πολύ ενοχλητικό ευρωατλαντικό πρόβλημα.

Το ΑΚΕΛ αυτοεγκλωβίστηκε από πολύ νωρίς – από τον καιρό της προεδρίας Παπαδόπουλου – στην μονοκόμματη απόρριψη του συνεταιρισμού, εξαιτίας της Νατοϊκής προέλευσης του προγράμματος. Με ξεροκεφαλιά και γινάτι υποστήριξε αυτή τη θέση. Λογικά, δεν μπορεί να κάνει εύκολα πίσω.

Το ψήφισμα της βουλής όμως, της έδωσε τη χρυσή ευκαιρία. Να έλεγε για παράδειγμα: “ως κυβέρνηση διαφωνούμε αλλά επειδή όλοι οι υπόλοιποι συμφωνούν, θα υποβάλουμε την αίτηση”. Με αυτό τον τρόπο, ο πρόεδρος Χριστόφιας θα πιστωνόταν άπειρους πόντους και στο εσωτερικό και στο εξωτερικό.

Όμως όχι. Ακόμη και όταν δόθηκε ο δρόμος διαφυγής, έμειναν εκεί κολλημένοι. Προτίμησαν να συνεχίσουν την διαφύλαξη των “αρχών” του ψυχρού πολέμου, από το να λειτουργήσουν υπέρ του τόπου.

Και ως αν να μην έφτανε αυτό, ξεκίνησαν να μιλάνε για συνωμοσίες. Για τον “δολοπλόκο” Συναγερμό, που παρέσυρε στελέχη του ΔΗΚΟ και της ΕΔΕΚ, για να ψηφίσουν μαζί του την “κοινοβουλευτική βόμβα” κατά του Συντάγματος. Κατηγορεί με λίγα λόγια το ΑΚΕΛ την αντιπολίτευση, ότι συνωμοτεί εις βάρος της δημοκρατίας. Λες και δεν είναι δουλειά της αντιπολίτευσης σε μια δημοκρατία, να προσπαθεί να δημιουργηθεί πλειοψηφικό ρεύμα για τις απόψεις της! Προσβάλλει όμως παράλληλα ΔΗΚΟ και ΕΔΕΚ, υποστηρίζοντας ότι “δεν έχουν μυαλό” και παρασύρονται από τους “μάγιστρους” του ΔΗΣΥ.

Πιο απλά; Επαναφέρει στην Κύπρο το φάντασμα του φανατισμού και της συνωμοσιολογίας. Με μόνο σκοπό να συσπειρώσει το ΑΚΕΛ τους οπαδούς του. Και αδιαφορώντας πλήρως ότι μας παίρνει πίσω. Στον διχασμό προηγούμενων δεκαετιών που τόσο πληρώσαμε και πληρώνουμε ακόμη.

 

Στην εισβολή, το 1974, ήμουν 2 μόλις ετών και ασφαλώς λίγα πράγματα θυμάμαι. Αυτό που δεν μπορεί όμως να ξεχάσει κανείς από όσους γεννηθήκαμε από εκείνη την εποχή και μετά είναι ότι όλη η ζωή μας, η παιδεία μας, οι δραστηριότητές μας, η πολιτική ζωή του τόπου μας, η οικονομία, η δουλειά μας, οι παρέες και οι φίλοι μας, όλα μα όλα, κάποια άμεση ή έμμεση σχέση έχουν με το εθνικό πρόβλημα.

Σε όλη μας τη ζωή έρχονται νέες πρωτοβουλίες που κατά κάποιους θα λύσουν το πρόβλημα και κατ’ άλλους θα ξεπουλήσουν τον τόπο. Στο τέλος κάθε διαδικασίας και την ώρα της απόφασης του εκάστοτε νέου αδιεξόδου, πέραν των πολιτικών τοποθετήσεων, πρωταγωνιστούν πολλές φορές ο λαϊκισμός και άλλες σκοπιμότητες. Με λίγα λόγια, το Κυπριακό, για εμάς τους νεότερους, είναι όπως ήταν παλαιότερα τα Windows. Όλο έβγαιναν νέες εκδόσεις («πάτσιες» πάνω στις προηγούμενες) που διαφήμιζαν ότι έλυσαν τα προβλήματα και όλο και περισσότερο ή ιό θα έπιαναν ή θα κολλούσαν (crash-αραν). Από την άλλη, όμως, κανένας μας δεν μπορούσε να ζει χωρίς αυτά.

Τα πιο πάνω δεν γράφονται για να υποβαθμίσουν το πρόβλημα. Κάθε άλλο. Σημειώνονται για να υπερτονίσουν ότι κανένας μας δεν μπορεί να ζει χωρίς πατρίδα. Και ασφαλώς το να ζει σε μισή πατρίδα είναι ημίμετρο, δεν είναι λύση που αντέχει στον χρόνο. Το ζητούμενο είναι ακριβώς ένα σταθερό λειτουργικό σύστημα για ολόκληρη την πατρίδα μας, που θα την ενώνει και δεν θα κολλά σε διαδικασίες που θα δημιουργούν δαιδαλώδη και δυσεπίλυτα αδιέξοδα. Και πάνω απ’ όλα, ένα σύστημα, την αξιοπιστία του οποίου θα αμφισβητεί η μικρότερη δυνατή μερίδα των πολιτών.


Το Κυπριακό είναι όπως ήταν τα Windows. Όλο έβγαιναν νέες εκδόσεις και όλο και περισσότερο crash-άραν…


Το θέμα λοιπόν που προκύπτει δεν είναι αυτή η επιδίωξη, που είναι κατ’ εξοχήν πατριωτική και αναντίρρητα αποτελεί πρώτη προτεραιότητα. Το δυστύχημα για την Κύπρο και για το εθνικό της πρόβλημα είναι ότι καταντά πολλές φορές το Κυπριακό το πέπλο κάτω από το οποίο κρύβονται ένα σωρό αδυναμίες και προβλήματα του κράτους και της καθημερινότητας των πολιτών.

Καθίσταται με αυτόν τον τρόπο το Κυπριακό η δικαιολογία, για να εξηγηθούν οι ελλείψεις της πολιτικής μας ζωής και η αστοχία στην αντιμετώπιση σύγχρονων ζητημάτων. Βολεύονται να εξαντλούνται μόνο στο Κυπριακό οι περισσότεροι πολιτικοί, ακόμη και οι πλείστοι δημοσιογράφοι. Πραγματοποιούνται μακρόσυρτες συζητήσεις, απλά για να διαπραγματευόμαστε μεταξύ μας. Ο πολίτης νιώθει να παραμένει στο σκότος, σε ό,τι αφορά την πραγματική ουσία. Η Κύπρος παραμένει μια χώρα αβάστακτα μονοθεματική. Στο όνομα του Κυπριακού κτίζονται εργολαβικά πολιτικές καριέρες, που το μόνο που έχουν να προσφέρουν είναι λαϊκισμό, κινδυνολογία και εύηχα συνθήματα.

Όσο λοιπόν άνθρωποι με σύγχρονες αντιλήψεις αισθάνονται ότι η χώρα τους μένει πίσω εξαιτίας αυτής της αγκύλωσης, τόσο περισσότερο νιώθουν κουρασμένοι και απηυδισμένοι από το εθνικό πρόβλημα. Και όσο σήμερα τα προβλήματα της οικονομίας, της παιδείας, της υγείας, της ανεργίας, της μετανάστευσης, του περιβάλλοντος, των νέων τεχνολογιών, της έρευνας και της καινοτομίας και τόσα άλλα παραμένουν στην απ’ έξω, τόσο περισσότερο ο πολίτης απαξιώνει την πολιτική και εχθρεύεται τους πολιτικούς. Διεργασία που στο πρώτο που επιφέρει αρνητικές επιπτώσεις είναι στο ίδιο το εθνικό θέμα.

Το χειρότερο, δε, είναι ότι αυτή η κόπωση δεν είναι φαινόμενο που παραμένει εντός Κύπρου. Το Κυπριακό έχει κουράσει και εκτός. Τον ΟΗΕ, την Ευρώπη, τους παράγοντες που μπορούν να παίξουν κάποιον σημαντικό ρόλο για να επιλυθεί. Που επίσης βλέπουν να καθηλώνονται, εξαιτίας του Κυπριακού, σημαντικά δικά τους ζητήματα.

Την ουσιαστική συζήτηση για το τι πραγματικά θέλουμε στο Κυπριακό είναι προφανές ότι δεν την έχουμε κάνει στ’ αλήθεια. Από τη στιγμή που εμείς δεν είμαστε σαφής, ούτε ο διεθνής παράγοντας μπορεί να είναι. Και από την ώρα που στην Κύπρο παρατηρείται κούραση, αυτή φυσιολογικά είναι πολύ μεγαλύτερη στο εξωτερικό. Στοιχεία που καταγράφονται με μεγάλη σαφήνεια στην τελευταία έκθεση του γ.γ. Όπως και με σαφήνεια εμφανίζονται νέα χρονοδιαγράμματα.

Αν θέλουμε λοιπόν να βοηθήσουμε τη χώρα μας, θα πρέπει να συζητήσουμε πραγματικά το εθνικό μας ζήτημα. Και αν θέλουμε από τους πολίτες να σέβονται το πολιτικό μας σύστημα, θα πρέπει αυτό να σέβεται εξίσου τα καθημερινά τους προβλήματα. Αλλιώς θα έχουμε αποτύχει και στα δύο.

Τον Ιούλιο του 2007 ο κ. Δημήτρης Χριστόφιας, με την εξαγγελία της υποψηφιότητάς του, διόρθωσε μια μεγάλη αγκύλωση, καταργώντας τον άγραφο νόμο, που ήθελε το ΑΚΕΛ να αυτοεξαιρείται της διεκδίκησης του ύπατου πολιτειακού αξιώματος. Το ΑΚΕΛ, ο ένας από τους δύο μεγάλους πολιτικούς πόλους, αντιπαρατάχθηκε υπό περίεργες συνθήκες στην αρένα των προεδρικών εκλογών και υπό ακόμη πιο περίεργες συνθήκες ο κ. Χριστόφιας εξελέγη Πρόεδρος της Δημοκρατίας.

Η κυβέρνηση Χριστόφια, με την εκλογή της, είχε ουσιαστικά τέσσερεις παράλληλες αποστολές:

Η πρώτη ήταν να αλλάξει το κλίμα στο Κυπριακό και να είναι το εθνικό πρόβλημα πιο κοντά στη λύση. Η ευθύνη για τη μη λύση θα έπρεπε να βαρύνει ξανά τις πλάτες της Τουρκίας. Ο Πρόεδρος, δυστυχώς, επέλεξε να βασίσει όλη την πολιτική του πάνω στη φιλία που τον συνέδεε με τον κ. Ταλάτ. Μια λογική που έχει εντελώς αποτύχει. Δεν υπήρχε πλάνο που να λαμβάνει υπ’ όψιν την εκλογή του κ. Έρογλου. Προχωρήσαμε σε σημαντικές παραχωρήσεις, χωρίς ανταλλάγματα και χωρίς να πιστωθούμε με καλή θέληση. Περιμέναμε απλά να μας ανταποδώσει κάποια στιγμή ο «σύντροφος» Ταλάτ. Επέλεξε, δυστυχώς, ο Πρόεδρος να κρατά σημαντικούς παράγοντες, όπως η Ελλάδα και η Ευρώπη, μακριά. Σήμερα φτάσαμε να προσπαθούμε ξανά να επαναβεβαιωθεί η βάση των συνομιλιών.


έχουμε μια διαχειριστική κυβέρνηση χαμηλών προσδοκιών και πολύ λιγών επιτευγμάτων


Η δεύτερη αποστολή ήταν να έχουμε αυξημένο κύρος ως χώρα και να αντιμετωπίσουμε τα σύγχρονα προβλήματα της οικονομικής κρίσης, της ανεργίας και της λαθρομετανάστευσης. Η κυβέρνηση δεν πέτυχε να προσαρμοστεί ούτε καν να αντιληφθεί περί τίνος πρόκειται. Έχουμε μια ακαθόριστη πολιτική συμμαχιών, που, αφού αναλώθηκε για δυο χρόνια μεταξύ Κούβας και Βενεζουέλας, σήμερα κάνει γύρους, μπας και πετύχει καμιά δήλωση που να της επιτρέπει να επαίρεται για κάτι. Επικρατούν ακόμη ξεπερασμένοι όροι του περασμένου αιώνα σε απλά θέματα, όπως ο Συνεταιρισμός για την Ειρήνη. Δύο χρόνια μετά την κρίση συζητάμε ακόμη για τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν. Ανάπτυξη που να δημιουργεί θέσεις εργασίας δεν προκαλείται. Δεν αποτελεί καν προτεραιότητα της κυβέρνησης. Η λαθρομετανάστευση μετατρέπεται στο πρώτο κοινωνικό ζήτημα, που τείνει να λάβει ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Σήμερα δαιμονοποιείται το κέρδος και για πρώτη φορά βλέπουμε αντιπαλότητα μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, τη στιγμή ακριβώς που έχουμε τεράστια ανάγκη να πορεύονται δίπλα-δίπλα.

Η τρίτη αποστολή ήταν να προχωρήσει σε πρωτοβουλίες που θα βελτίωναν σημαντικά την ποιότητα ζωής των πολιτών, αλλά και το επιχειρηματικό πλαίσιο. Και εδώ όμως ο πολίτης δεν βλέπει να βελτιώνονται τομείς όπως η υγεία, η παιδεία, το περιβάλλον. Ούτε η ποιότητα των υπηρεσιών που προσφέρει το κράτος στον πολίτη. Για έρευνα και τεχνολογία ούτε λόγος. Το να γίνει η Κύπρος κέντρο παροχής πολλαπλών υπηρεσιών παραμένει όνειρο απατηλό.

Η τέταρτη αποστολή ήταν να γίνει πράξη η δίκαιη κοινωνία που επαγγελλόταν ο Πρόεδρος. Να έχουμε δηλαδή πρόνοια για τις ασθενέστερες τάξεις των πολιτών και ευκαιρίες για τη μεσαία τάξη που διαρκώς συμπιέζεται. Για τους ασθενέστερους ακολουθήθηκε η επιλογή των επιδομάτων μιας χρήσης, που πλέον δεν μπορούν να δοθούν. Τα πλεονάσματα εξανεμίστηκαν πριν καν εμφανιστεί η κρίση. Για τον μέσο πολίτη, τον μέσο εργαζόμενο και τον μικρομεσαίο επιχειρηματία, που πιέζονται δραματικά, δεν λαμβάνεται καμία σχεδόν πρόνοια. Η αναξιοκρατία επισημοποιήθηκε με ντοκουμέντα, όπως ηλεκτρονικά μηνύματα και φαξ. Οι προσφορές και οι «δουλειές» που κλείνει το Δημόσιο ακολουθούν διαδικασίες που κάθε άλλο παρά αξιοπιστία εκπέμπουν.

Το χειρότερο όλων, όμως, είναι η διχαστική πολιτική που μετέρχεται πολλές φορές η κυβέρνηση. Μαζί με το δεδομένο ότι ούτε την κριτική δέχεται, αλλά ούτε και με την ελευθερία του λόγου αισθάνεται άνετα. Ενδυναμώνοντας τα άκρα και να επαναφέροντας στην Κύπρο το φάντασμα του εθνικού διχασμού, που τόσο πληρώσαμε τις δεκαετίες μετά την ανεξαρτησία.

Τρία χρόνια τώρα, η κυβέρνηση Χριστόφια έχει πείσει όλους μας για ένα πράγμα. Ότι δυστυχώς δεν λειτουργεί ως η πολιτειακή εξουσία όλων των Κυπρίων. Προτιμά αυτό που ξέρει. Να χειρίζεται ολόκληρη την Κύπρο με τον ίδιο τρόπο που έμαθε να χειρίζεται ένα αριστερό κόμμα. Κάνοντας ό,τι μπορεί για να μείνει στην ιστορία ως μια κυβέρνηση διαχειριστική και όχι μεταρρυθμιστική. Μια κυβέρνηση χαμηλών προσδοκιών και πολύ λίγων επιτευγμάτων.

Η χώρα μας περνά πολύ διαφορετικές στιγμές από ότι έχουμε συνηθίσει. Η παγκόσμια οικονομική κρίση και οι επιπτώσεις της, μας υπενθύμισε ότι η πολιτική δεν είναι κάτι ξένο, μακρινό, που ασχολείται σχεδόν αποκλειστικά με το Κυπριακό. Αντιθέτως, η πολιτική επηρεάζει σημαντικά την καθημερινότητα και την επαγγελματική και κοινωνική δραστηριότητα όλων.

Οι εξελίξεις χτυπούν έντονα την πόρτα μας και τις αισθανόμαστε όλοι. Στην οικονομία, οι αγορές έχουν γίνει πολύ δύσκολες και μας ειδοποιούν με πολύ αρνητικά σημάδια. Η κρίση της ευρωζώνης είναι σαφές ότι μας επηρεάζει. Έχουμε να αντιμετωπίσουμε πολύ διαφορετικά προβλήματα, όπως η παράνομη μετανάστευση. Η τεχνολογία αλλάζει τελείως τα δεδομένα της εκπαίδευσης, της εργασίας και της ζωής μας. Οι πηγές ενέργειας που έχουμε ανάγκη ανοίγουν νέο κεφάλαιο στην οικονομία, τη διπλωματία και την ασφάλειά μας. Το δημόσιο χρέος, οι συντάξεις, η βιωσιμότητα ημικρατικών οργανισμών και πάνω απ? όλα η ανεργία, προκαλούν πρωτόγνωρη ανησυχία. Οι σημερινές προκλήσεις πολλές, διαφορετικές και πολύ απαιτητικές.


H πολιτική είναι κάτι άλλο από αυτό που ο πολίτης σήμερα αποστρέφεται


Σήμερα η απαξίωση στην πολιτική μετατρέπεται σε έχθρα απέναντι στο πολιτικό σύστημα. Ο πολίτης νοιώθει συχνά αδύναμος και εγκαταλελειμμένος, μόνος να προσπαθεί να λύσει τα δικά του προβλήματα. Συλλογικοί στόχοι και οράματα δεν δείχνουν να υπάρχουν. Το Κυπριακό, αντί ως Εθνικό ζήτημα που πρέπει να αντιμετωπιστεί με προσοχή και εθνική συναίνεση, μετατρέπεται συχνά σε όχημα δημαγωγίας που επάνω του κτίζονται πολιτικές καριέρες.

Το γύρισμα της πλάτης στο πολιτικό σύστημα, δεν μπορεί να είναι λύση σε μια δημοκρατία. Λύση μπορεί να είναι μόνο, μια καινούργια πολιτική πρακτική, που να ανταποκρίνεται στις σημερινές απαιτήσεις. Πολιτικές στρατηγικές και προτάσεις, που να οδηγούν και όχι να ακολουθούν τις εξελίξεις. Να αντιλαμβάνονται την Κύπρο ως μέρος ενός κόσμου που αλλάζει και όχι ως ένα απομονωμένο χωριό που ζει στις δικές του αυταπάτες. Να μπορούν να πάρουν την Κύπρο μπροστά.

Σήμερα ακόμη περισσότερο, από την ώρα που βρισκόμαστε απέναντι σε μια Κυβέρνηση που είναι ξεκάθαρο ότι δεν στοχεύει σε μια σύγχρονη Κύπρο. Που είναι σαφές ότι παραμένει η δύναμη της ουσιαστικής συντήρησης και των
γκρίζων πολιτικών στόχων.

Μια Κυβέρνηση που είναι λίγο με την Ευρώπη, λίγο έξω από αυτήν. Λίγο με τα μέτρα αναδιάρθρωσης της οικονομίας, λίγο με τα ιδεολογικά στερεότυπα. Λίγο με τις μεταρρυθμίσεις, λίγο με τα κατεστημένα. Λίγο με τις ασθενέστερες τάξεις και καθόλου με την μικρομεσαία επιχείρηση και το μέσο εργαζόμενο.

Έχουμε την κυβέρνηση των χαμηλών προσδοκιών και των μηδαμινών επιτευγμάτων.

Ακόμη και στο Κυπριακό, η θεωρία της λύσης στη βάση της φιλίας και συντροφικότητας των κ.κ. Χριστόφια και Ταλάτ, έχει καταρρεύσει με πάταγο. Η πλευρά μας συνεχίζει να μη θεωρείται ως η εποικοδομητική και η Τουρκία συνεχίζει να απολαμβάνει την αποστασιοποίηση από τις ευθύνες στο Κυπριακό. Ακόμη και αν μόνο εμείς προχωρήσαμε σε ένα σωρό πολύ σημαντικές παραχωρήσεις.

Διανύουμε δυστυχώς ένα μεγάλο κεφάλαιο, στασιμότητας, αμηχανίας και παρακμής. Αυτό το κεφάλαιο λοιπόν, πρέπει να κλείσει.

Για να προχωρήσει η Κύπρος και να γίνει το κράτος που μας αξίζει, υπάρχει η ανάγκη μιας φιλοσοφίας διαφορετικής. Μιας φιλοσοφίας που θέλει την πολιτική να εξασκείται στη βάση αρχών, οραμάτων, επιχειρημάτων και προτάσεων. Μιας προσέγγισης που να μπορεί να αποτελέσει το ρεύμα της πολιτικής αλλαγής και ανανέωσης που τόσο έχει ανάγκη ο τόπος.

Για να κλείσει το πολύ άσχημο κεφάλαιο που σήμερα διανύουμε, χρειάζονται καινούργιες πολιτικές και καινούργια μυαλά. Να εμπλουτιστεί η πολιτική μας ζωή με ανθρώπους που πολιτεύονται διαφορετικά από ότι έχουμε συνηθίσει. Που δεν θα γενικολογούν, αλλά που θα αναδεικνύουν συγκεκριμένα θέματα και θα φέρνουν νέες, σύγχρονες ιδέες στην πολιτική. Που θα μπορούν να αφουγκραστούν τις έγνοιες μιας γενιάς που κινδυνεύει να πληρώσει το λογαριασμό από λάθη όλων των προηγούμενων.

Που θα μπορούν να πείσουν ότι η πολιτική είναι κάτι άλλο από αυτό που ο πολίτης σήμερα αποστρέφεται. Που θα μπορούν να πείσουν ότι η πολιτική είναι αλλιώς.