Ο κανένας

26/12/2010

Ασφαλώς δεν είναι κυπριακό φαινόμενο η επιλογή του «κανενός» ως του καταλληλότερου να διαχειριστεί τα πράγματα, όπως καταγράφεται σε έρευνες κοινής γνώμης ή ακόμη και μέσω της αποχής σε εκλογές. Στις δυτικές δημοκρατίες παρατηρείται εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Φυσιολογική η συγκεκριμένη αντίδραση και στη χώρα μας, από την ώρα που η αστοχία στο Κυπριακό είναι συνεχής, ενώ ειδικότερα φέτος η αδυναμία στη διαχείριση της οικονομικής κρίσης κατέδειξε πόσο επηρεάζει η πολιτική διεργασία την καθημερινότητα των πολιτών.

Φυσιολογική λοιπόν η αντίδραση. Είναι όμως και λογική; Αυτό το καίριο ερώτημα οφείλει ο κάθε πολίτης, αλλά και το σύγχρονο δημοκρατικό πολίτευμα να το απαντήσουν, ιδιαίτερα τη στιγμή που παρατηρείται κλονισμός σε πάρα πολλά επίπεδα εξουσίας απ’ άκρη σε άκρη της γης.

Στις ΗΠΑ ο Πρόεδρος Ομπάμα δεν δείχνει να υπηρετεί με προσήλωση την αλλαγή πολιτικής που υποσχέθηκε, κάτι που έχει ως αποτέλεσμα να απογοητεύει τους υποστηρικτές του από τη μια, αλλά και να μην κατευνάζει τους αντιπάλους του από την άλλη. Στην Ευρώπη παρατηρείται και πάλι το κενό εξουσίας που προκύπτει από την ανυπαρξία εκλεγμένης ηγεσίας. Η ευρωπαϊκή οικονομία, το θεμέλιο πάνω στο οποίο κτίσθηκε ολόκληρο το ευρωπαϊκό οικοδόμημα, κινδυνεύει, εφόσον ο κάθε ηγέτης απευθύνεται κύρια στον λαό στον οποίον λογοδοτεί (τους πολίτες της χώρας του δηλαδή) και όχι στο σύνολο των Ευρωπαίων.


Στοίχημα για πολιτικούς και πολίτες να αποτάξουν την πολιτική του manual


Στις ευρωπαϊκές χώρες το σύνολο σχεδόν του πολιτικού συστήματος περνά περίοδο μεγάλης αμφισβήτησης. Λανθασμένες αποφάσεις, κούφιες υποσχέσεις, αλλά και διαπλοκή και διαφθορά κυριαρχούν σε συζητήσεις, σε στιγμές κρίσιμης οικονομικής δυσπραγίας για πολίτες και κράτη, με τρόπο μάλιστα τόσο ισοπεδωτικό, που ο διάλογος μηδενίζει τους πάντες και τα πάντα. Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι ακόμη και τη βιαιοπραγία κατά του Κωστή Χατζηδάκη στην Αθήνα, ενός πολιτικού που το όνομά του δεν συνδέθηκε με διαφθορά ή κακοδιαχείριση, βρέθηκαν μάλλον περισσότεροι να τη δικαιολογήσουν παρά να την καταδικάσουν.

Υπάρχει η θεωρία ότι το παγκόσμιο φαινόμενο της απογοήτευσης από την πολιτική δεν μπορεί να ανατραπεί, από την ώρα που το σύστημα εξουσίας πολιτικών, μέσων μαζικής ενημέρωσης και οικονομικών συμφερόντων δεν επιτρέπει την ανάπτυξη διαφορετικών πολιτικών φωνών. Αυτή είναι η δικαιολογία των πολιτών, όταν «ελέγχονται» για τις επιλογές της ψήφου τους.

Υπάρχει και η άλλη θεωρία, που λέει ότι την «αλλαγή» ως έννοια και θεωρία όλοι την ερωτεύονται, αλλά τη μισούν θανάσιμα, όταν γίνεται πράξη που τους αγγίζει. Αυτή είναι η δικαιολογία των πολιτικών, για να αιτιολογήσουν την ατολμία και την απραξία.

Προσωπικά δεν υιοθετώ καμία από τις δύο θεωρίες. Πολιτικοί και πολίτες είναι απολύτως συνυπεύθυνοι για τις επιλογές και τις πράξεις στη δημοκρατία. Θεωρώ μάλιστα ότι αυτή τη στιγμή, τόσο σε παγκόσμιο όσο και σε τοπικό επίπεδο, βιώνουμε τα αποτελέσματα μιας μόδας που ήθελε τους πολιτικούς «συγυρισμένους» και «στρογγυλοποιημένους», όπως προστάζει το σύγχρονο επικοινωνιακό εγχειρίδιο (manual), αφήνοντας πολλές φορές εντελώς στο περιθώριο την πολιτική ουσία.

Έχουμε δηλαδή και στην πολιτική αυτό που συμβαίνει στα πλείστα επαγγέλματα. Μια βιομηχανία «κοπής» στελεχών πολύ παρόμοιων μεταξύ τους, που υπηρετούν ένα συγκεκριμένο μοντέλο εικόνας, που τις πλείστες φορές πρέπει να μην έχει γωνίες, να μην προκαλεί, να μην τοποθετείται, να μη συγκρούεται, να μην έχει το θάρρος της γνώμης.

Αποτέλεσμα; Όπως στην οικονομία βρεθήκαμε με αναρίθμητους οικονομολόγους που έλεγαν το ένα και το αυτό και φτάσαμε στην κρίση, έτσι και στην πολιτική αποκτήσαμε πολλούς να λένε ένα περίπου «τίποτα», προκειμένου να τα έχουν με όλους καλά. Και αυτοί είναι που απολαμβάνουν πολλές φορές την ψήφο των πολιτών. Με λίγα λόγια, ο ίδιος ο κόσμος ψηφίζει τον «κανέναν» και διαμαρτύρεται μετά, ζητώντας πάλι τον «κανέναν»!

Από την ώρα που η δημοκρατία είναι το μόνο πολίτευμα που εξασφαλίζει τη συμμετοχή των πολιτών και τη νομιμοποίηση, η μπάλα της αλλαγής στον τρόπο άσκησης της εξουσίας ανήκει ισάξια σε πολίτες και πολιτικούς. Αυτό θα γίνει, αν και οι δύο πλευρές του δημόσιου βίου προσχωρήσουν στη λογική της πολιτικής με ουσία, αποκτήσουν το θάρρος της γνώμης τους, με πραγματική ηγεσία και νόημα. Πρώτη προϋπόθεση είναι οι πολίτες να επιβραβεύουν τη λογική αυτή.

Advertisements

Παρακολουθώντας την τριήμερη συνεδρία της Βουλής για τους προϋπολογισμούς, ο πολίτης ένα πράγμα μπορεί να συμπεράνει στα σίγουρα. Ότι στην Κύπρο μπορεί να συμβαίνουν πολλά, να έχουμε προβλήματα εθνικά, ψυχολογικά, ηθικοπλαστικά και άλλα, αλλά οικονομική κρίση είναι βέβαιο ότι δεν υπάρχει! Όλα βαίνουν καλώς, η οικονομία ανθεί και ο λαός ευημερεί…

Το πρόβλημα της Κύπρου είναι αν ο κ. Θεμιστοκλέους παραφέρθηκε, σχολιάζοντας τον Πρόεδρο και αν αυτό αποτελεί προσβολή στον θεσμό, αν ο υπουργός Οικονομικών είναι απόφοιτος του Ιδρύματος Χρίστου Στέλιου Ιωάννου, ποιοι είναι πλουτοκράτες και ποιοι χαμηλών αντιστάσεων. Δεν μπορεί να είναι αλλιώς, από την ώρα που οι εφημερίδες, οι εκπομπές και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος με αυτά ασχολούνται ως κυρίαρχα θέματα. Ο πολίτης, η χώρα και το μέλλον τους δεν έχουν καμία σημασία…

Δεν τιμά δυστυχώς ούτε το πολίτευμα ούτε τον πολιτικό μας πολιτισμό αυτό που έγινε τις τελευταίες μέρες. Ειδικά φέτος που δεν είναι μια οποιαδήποτε, αλλά μια πολύ κρίσιμη χρονιά για τη χώρα και τους πολίτες. Κρισιμότητα που δεν προέρχεται από την παντοτινή εκκρεμότητα του Κυπριακού, αλλά από τον κίνδυνο που για πρώτη φορά μετά το ’74 αντιμετωπίζει η οικονομική κατάσταση και η ποιότητα ζωής του καθενός από εμάς.


27000 άνεργοι και 67000 μικρομεσαίες δεν χαριεντίζονται με τις κοκορομαχίες στη Βουλή…


Όταν η χώρα έχει 7% ανεργία, όταν ένας στους τρεις που απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα φοβούνται ότι θα χάσουν τη δουλειά τους τους επόμενους 12 μήνες, όταν τα νοικοκυριά μας είναι τα πιο χρεωμένα στην Ευρώπη και οι πολίτες δυσκολεύονται να αντεπεξέλθουν στις υποχρεώσεις τους, η κοινοβουλευτική διαδικασία των προϋπολογισμών δεν μπορεί να γίνεται μουσείο παραπολιτικής. Ούτε και η έμφαση να δίνεται σε ατάκες και τοποθετήσεις καφενείου. Είτε από τους ίδιους τους πολιτικούς είτε από τα ΜΜΕ. Ιδιαίτερα αυτά, εφόσον έχουν υποχρέωση να πληροφορούν τον κόσμο πρώτα για τα προβλήματα και μετά για τις λεκτικές, ανούσιες ασκήσεις πυγμαχίας και τα παραλειπόμενα…

Τα παραλειπόμενα που θριάμβευσαν τις τρεις αυτές ημέρες. Τσαλαπάτησαν την αγωνία για το αύριο και την ανάγκη για να αποκτήσει επιτέλους η Κύπρος στρατηγική εξόδου και επανάκαμψης από την κρίση, προσβάλλοντας τον πολιτικό διάλογο και επιδεικνύοντας αδυναμία στην πληροφόρηση των πολιτών για τα πραγματικά ζητήματα.

Η Ολομέλεια της Βουλής σπάνια συνεδριάζει με τρόπο που να πραγματοποιείται πραγματική συζήτηση. Συνήθως αυτή περιορίζεται στις επιτροπές. Οι συνεδρίες για τους προϋπολογισμούς είναι η κορυφαία στιγμή του νομοθετικού σώματος. Δεν επιτρέπεται να ευτελίζεται, είτε λόγω κακής προετοιμασίας είτε επειδή είναι ο εύκολος δρόμος. Δεν είναι σωστό να απουσιάζουν αρκετοί σχεδόν από το σύνολο της διαδικασίας ούτε και να δείχνουν κατά την ψηφοφορία εικόνα μη αντάξια της αποστολής του νομοθετικού σώματος.

Επιβεβαιώνεται, δυστυχώς, το φαύλο γαϊτανάκι. Οι δημοσιογράφοι περιμένουν την καυστική αποστροφή χωρίς περιεχόμενο, που θα προκαλέσει καυγά, για να «βγει θέμα». Κάποιοι βουλευτές ψάχνουν με αγωνία αυτή την ατάκα, θεωρώντας εύλογα ότι αν μιλήσουν ουσιαστικά και με σοβαρότητα, κανείς δεν θα τους ακούσει. Βολεύονται και οι δύο, μιας και ο καυγάς δεν χρειάζεται ούτε γνώση ούτε και προετοιμασία. Γίνεται πρώτο θέμα ο καυγάς, για να έρθουν μετά οι προαγωγοί του (εκείνοι οι δημοσιογράφοι δηλαδή που τον δοξάζουν) και να επικρίνουν την ποιότητα της πολιτικής διεργασίας. Με αυτό το ταγκό υποκρισίας, όμως, ο πολίτης νιώθει ακόμη πιο πολύ μόνος απέναντι στα προβλήματα και απαξιώνει ακόμη περισσότερο την ήδη ψυχομαχούσα πολιτική.

Στη συζήτηση για τον προϋπολογισμό, μόλις πέντε-έξι βουλευτές έκαναν ουσιαστικές τοποθετήσεις για την οικονομία, ανεξάρτητα με το αν κάποιος συμφωνεί ή διαφωνεί μαζί τους. Αυτοί είναι εκείνοι που κερδίζουν τον λαό μακροπρόθεσμα και όχι όσοι τοποθετούνται λες και συζητάμε πόσα πέναλτι δόθηκαν διαχρονικά υπέρ του ΑΠΟΕΛ και πόσα υπέρ της Ομόνοιας. Αυτά είναι ωραία στα καφενεία και στις αθλητικές εκπομπές στα ραδιόφωνα. Στην πραγματική ζωή, οι 27.000 άνεργοι και οι 67.000 μικρομεσαίες επιχειρήσεις που δυσκολεύονται, μάλλον σε κατάθλιψη έπεσαν μετά τις κοκορομαχίες στη Βουλή…

We are angry

13/12/2010

«We will keep going until we stop being angry. We are Anonymous. We are Legion. We do not forgive. We do not forget. We will be heard. Expect us»*

Η πολεμική ιαχή δεν ανήκει σε επαναστατική οργάνωση του Μεσαίωνα ή σε αντιεξουσιαστικά κινήματα. Δεν ανήκει καν σε ανθρώπους που έχουν έντονες ιδεολογικές αναζητήσεις ή ιδιαίτερα πιστεύω, όπως θα άρμοζε σε «κινηματίες». Αντιθέτως, αποτελεί «υπογραφή» των δεκάδων χιλιάδων νεαρών που ανέλαβαν να κτυπήσουν τις ιστοσελίδες της Visa, της Mastercard, του Amazon και του Paypal, με αφορμή ενέργειες εναντίον του WikiLeaks. Και λέω με αφορμή, γιατί οι συζητήσεις των συγκεκριμένων ανθρώπων υποδηλώνουν ότι ο ηλεκτρονικός τους ανταρτοπόλεμος δεν αφορά και πολύ τη διπλωματία και τις πρόσφατες αποκαλύψεις, αλλά κυρίως την ελεύθερη ανταλλαγή απόψεων, στοιχείων και ιδεών στο Διαδίκτυο.

Αυτή ακριβώς είναι η άλλη διάσταση της υπόθεσης WikiLeaks, που μπορεί να εξελιχθεί σε πιο σημαντική και ενδιαφέρουσα, ακόμη, από τις αναφορές των διπλωματών που αποκαλύπτονται. Εφόσον ο κίνδυνος είναι να γίνει αυτή η ιστορία αφορμή για προσπάθεια πλήρους ελέγχου του Διαδικτύου, εις βάρος κάθε μορφής ιδιωτικότητας και ελευθερίας, όπως σήμερα συμβαίνει στις αερομεταφορές και στις επικοινωνίες, με αφορμή την 11η Σεπτεμβρίου.


Οι νέοι άνθρωποι αισθάνονται καταπίεση ακόμη και μπροστά από την οθόνη του υπολογιστή τους


Οι νέοι σήμερα και ανά το παγκόσμιο, αλλά και στην Κύπρο είναι θυμωμένοι και έχουν κάθε λόγο να αισθάνονται έτσι. Οι προοπτικές δημιουργίας και επαγγελματικής επιτυχίας φαντάζουν μηδαμινές μέσα στην οικονομική κρίση. Η παιδεία δείχνει κατευθυνόμενη προς συγκεκριμένες κατευθύνσεις, που αντί να ανοίγει ορίζοντες, μάλλον τους περιορίζει. Η πολιτική ως διεργασία φαίνεται τόσο αποξενωμένη, ασχολούμενη με ζητήματα που δεν αφορούν και πολύ τις νέες γενιές. Ιδιαίτερα στην Κύπρο, όπου το Κυπριακό οφείλει μεν να είναι το κυρίαρχο, αλλά δεν μπορεί να παραμένει το πέπλο που κρύβει τις ανησυχίες και τις προκλήσεις που οι νεότεροι αντιμετωπίζουν.

Οι νέοι στον δυτικό κόσμο δεν βλέπουν κατακτητές μέσα στον δρόμο να επιβάλλουν κέρφιου και να απαγορεύουν ένα σωρό δραστηριότητες. Βιώνουν, όμως, μια άλλη μορφή καταπίεσης κάθε στιγμή της ημέρας. Την καταπίεση από την απόγνωση για το μέλλον, την καταπίεση από την αίσθηση της παρακολούθησης σε κάθε δημόσια ή ηλεκτρονική δραστηριότητα και τέλος την καταπίεση που προκύπτει από την πλήρη έλλειψη της αίσθησης του δικαίου. Καμιά «τυφλή δικαιοσύνη», άλλωστε, δεν νοείται να φυλακίζει αυτόν που δημοσιογραφικά αποκάλυψε τα έγγραφα των ΗΠΑ, επειδή έκανε έρωτα με γυναίκα που ναι μεν τον ήθελε, αλλά αυτός δεν έβαλε προφυλακτικό…

Αναμφίβολα οι αποκαλύψεις του WikiLeaks προκαλούν τεράστια ζημιά στις ΗΠΑ και στις εξωτερικές σχέσεις της χώρας. Την ευθύνη όμως την έχουν οι ίδιες οι ΗΠΑ που απέτυχαν να διαφυλάξουν τα αρχεία τους και όχι ο αγγελιοφόρος που τα αποκαλύπτει, όπως στο παρελθόν θα έκαναν οι παραδοσιακές εφημερίδες. Και εδώ χρειάζεται προσοχή. Γιατί ο τυφλός έλεγχος και η λογοκρισία στο Διαδίκτυο τον 21ο αιώνα είναι αντίστοιχη πράξη με το κλείσιμο εφημερίδων που επιβαλλόταν από τις δικτατορίες σε φασιστικά ή κομμουνιστικά καθεστώτα στον 20ό.

Η επόμενη μέρα της ιστορίας του WikiLeaks θα βρει αναμφίβολα έναν κόσμο διαφορετικό από αυτόν που ζούμε σήμερα, έστω και αν αυτό δεν είναι αντιληπτό στην παραδοσιακή καθημερινότητα. Η παγκοσμιοποίηση και η επανάσταση της πληροφορίας επέτρεψαν σε όλο τον κόσμο να επικοινωνεί, να πληροφορείται και να ανταλλάσσει απόψεις σε χρόνο μηδέν. Αν επιχειρηθεί να λογοκριθεί τυφλά αυτή η δυνατότητα, η αντίδραση θα είναι αντίστοιχη με εκείνες των νέων ανθρώπων που επαναστατούσαν εναντίον σωρείας ολοκληρωτικών καθεστώτων. Απλά αυτή τη φορά, αντί όπλων και κρησφύγετων, θα έχουμε φόρουμς και ηλεκτρονικό πόλεμο.

Η διεθνής πολιτική σκηνή έχει επιλογή. Να αντιληφθεί τι συμβαίνει και να κατοχυρώσει τα ηλεκτρονικά δικαιώματα του ατόμου, μέσα από έναν αναθεωρημένο χάρτη ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Τότε ίσως θα έχει ανταποκριθεί στην ανάγκη των νέων ανθρώπων να νιώσουν για πρώτη φορά ψήγματα του αισθήματος της ελευθερίας, για το οποίο πολύ περηφανεύονται όλες οι παλαιές γενιές, αλλά ελάχιστα επιθυμούν να το προσφέρουν στις επόμενες, αδυνατώντας να αντιληφθούν ότι και οι νέες γενίες θυμώνουν.

*Μετάφραση: Θα συνεχίσουμε μέχρι να πάψουμε να είμαστε θυμωμένοι. Είμαστε ανώνυμοι. Είμαστε πλήθος. Δεν συγχωρούμε. Δεν ξεχνούμε. Θα ακουστούμε. Να μας περιμένετε.

Η πολιτική έχει διάφορες λειτουργίες. Και η αντιπαράθεση και ο λαϊκισμός και οι κορώνες και η υποστήριξη αρχών, αλλά και η διαμόρφωση και η κατάθεση προτάσεων είναι μέρος της πολιτικής διεργασίας. Πλείστα των πιο πάνω είναι θεμιτά, ενώ άλλα είναι ανεκτά στον βαθμό που δεν παραγίνονται. Αυτή είναι η δημοκρατία.

Μέρος όμως της πολιτικής διεργασίας είναι και η λήψη αποφάσεων που έχουν άμεσες επιπτώσεις στην πορεία της χώρας και στην καθημερινή ζωή των πολιτών. Αυτό είναι κάτι που ναι μεν συνέβαινε πάντοτε, αλλά έγινε πολύ πιο κατανοητό σε ολόκληρη την κοινωνία τα τελευταία χρόνια, με αφορμή την οικονομική κρίση. Ένα δεδομένο που απαντά στην απαξίωση της πολιτικής, εφόσον σήμερα όλοι αντιλαμβάνονται ότι την ηγεσία δεν την εκλέγουμε απλά και μόνο για να μπορούν ορισμένοι να «πλακώνονται» καλύτερα για το Κυπριακό. Ένα δεδομένο όμως που πρέπει να αντιληφθούν κυβέρνηση, κόμματα και κοινωνικοί εταίροι, αν θέλουν η απαξίωση να μη μετατραπεί σε έχθρα.

Σήμερα στην Κύπρο υπάρχουν αδιαμφισβήτητα δεδομένα που καθορίζουν την κατάσταση στην οικονομία.

Κατ’ αρχήν έχουμε επιτέλους την ομοφωνία όλων ανεξαιρέτως των παραγόντων για το γεγονός ότι υπάρχει πρόβλημα. Κάτι εξαιρετικά θετικό, εφόσον για δυόμισι χρόνια είχε επικρατήσει η άποψη του να κρύβουμε το πρόβλημα κάτω από το χαλί, μπας και ταΐσουμε την οικονομία με ψευδοψυχολογία.


Είμαστε η μόνη χώρα όπου η αντιπολίτευση ζητά μέτρα και η κυβέρνηση αρνείται


Στην Κύπρο όλοι πλέον συμφωνούν ότι πρέπει να ληφθούν μέτρα επιτέλους. Και εδώ είναι που σήμερα βρίσκεται μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση. Γιατί είμαστε η μόνη χώρα στην οποία ο δημόσιος διάλογος για οικονομικά μέτρα είναι ακριβώς αντίστροφος από εκείνον που γίνεται σε κάθε άλλο κράτος.

Έχουμε δηλαδή την κυβέρνηση να αντιστέκεται σε διαρθρωτικές αλλαγές που περιορίζουν την κρατική σπατάλη και διασώζουν ταμεία, όπως αυτά των Κοινωνικών Ασφαλίσεων και έχουμε την αντιπολίτευση να πιέζει, για να περιοριστεί το κράτος και να ληφθούν μέτρα που θα δυσκολέψουν ομάδες πολιτών.

Παγκοσμίως αυτό αποτελεί μοναδικό πολιτικό παραλογισμό. Είναι αλήθεια ότι όλες οι πλευρές έχουν δίκιο σε κάποιο σημείο. Κάθε πρόταση που γίνεται, όμως, έχει τη δική της βαρύτητα και τη δική της θέση στη λίστα προτεραιοτήτων. Η ΠΑΣΥΔΥ για, παράδειγμα, ορθώς ζητά να καταπολεμηθεί η φοροδιαφυγή. ΚΕΒΕ και ΟΕΒ ορθώς επισημαίνουν ότι δεν μπορεί να φορολογηθεί περαιτέρω ο παραγωγικός τομέας της οικονομίας, μόνο και μόνο για να δοθούν αυξήσεις στο Δημόσιο σε περίοδο μεγάλης οικονομικής πίεσης.

Η κυβέρνηση ορθά επισημαίνει ότι πρέπει να απευθυνθεί και προς τους πιο εύρωστους οικονομικά. Και η αντιπολίτευση ασφαλώς έχει δίκιο να μην αποδέχεται τη λογική του να μην αντιμετωπίζεται το πρόβλημα στην έκτασή του, αλλά και να μην αγγίζεται καθόλου η αδηφάγα κρατική και ημικρατική μηχανή.

Σε αυτή την κατάσταση, που θυμίζει πύργο της Βαβέλ, οφείλει το πολιτικό και οικονομικό μας σύστημα να βάλει τα πράγματα κάτω και να δώσει ουσία στον ρόλο του ως μηχανισμός λήψης αποφάσεων. Να βάλει προτεραιότητες και να συμφωνήσει σε ένα πακέτο που θα είναι επωφελές για τον Κύπριο πολίτη μακροπρόθεσμα και όχι μέχρι τις επόμενες εκλογές.

Οι προτεραιότητες είναι εκεί και είναι μπροστά μας, όπως και οι ευκαιρίες που δημιουργήθηκαν στην κρίση, εφόσον ποτέ άλλοτε δεν μπορούσαν να είναι τόσο αποδεκτές ριζικές αλλαγές στην οργάνωση και στον τρόπο λειτουργίας του Δημοσίου. Απλά για να γίνουν, χρειάζεται ανοικτό μυαλό και αποφασιστικότητα από τον έχοντα το γενικό πρόσταγμα, αλλά και τη θέληση που θα οδηγήσει το πολιτικό σύστημα και τους εταίρους στην ευρύτερη δυνατή συμφωνία.

Σήμερα λοιπόν και εν όψει των προϋπολογισμών, πέρα από ώρα πολιτικής αντιπαράθεσης, είναι και ώρα ευθύνης. Το να σταματήσει το γαϊτανάκι εκεί όπου ο ένας ζητά από τον άλλον να πληρώσει τα σπασμένα, είναι κάτι που μπορεί να γίνει μόνο αν η κυβέρνηση Χριστόφια υπερβεί τον εαυτό της και προχωρήσει με τόλμη σε ένα πολυεπίπεδο σχέδιο: Θα αναδιαρθρώνει το Δημόσιο, θα ξεφορτώνει από τις πλάτες του φορολογουμένου άδικα βάρη, όπως άχρηστοι και ζημιογόνοι οργανισμοί, την ώρα που μπορούν ακόμη να πωληθούν αντί να δωριστούν, όπως η Eurocypria, θα ανακόπτει την πορεία του κρατικού μισθολογίου και θα αντιμετωπίζει τη φοροδιαφυγή, χωρίς να εμποδίζει την ανάπτυξη. Αυτό γίνεται. Και σε αυτό ουδείς θα μπορεί να διαφωνήσει.