Είναι πολύ εύκολη η συναισθηματική προσέγγιση απέναντι στην τοποθέτηση του κ. Χριστόφια, ότι δηλαδή «το γεγονός είναι ότι και οι δύο μητέρες πατρίδες εισέβαλαν στην Κύπρο». Πρόσφυγες, νεκροί, αγνοούμενοι, εγκλωβισμένοι, ΕΛΔΥΚ, τα χωριά και οι πόλεις μας, γυναίκες που βιάσθηκαν κτηνωδώς, μπορούν να διανθήσουν πολλά και πολύ φορτισμένα κείμενα για να  κατακεραυνωθεί η εξίσωση ευθυνών ανάμεσα σε Τουρκία και Ελλάδα για την Κυπριακή τραγωδία.

Από την άλλη βέβαια, επιχειρεί να σταθεί η θεωρία της «ισοπαλίας», για να δικαιολογήσει τέτοιου τύπου τοποθετήσεις. Η προσπάθεια δηλαδή να φέρουμε σε ίση μοίρα ευθυνών τις δύο μητέρες πατρίδες (και οι δύο «εισέβαλαν»), αλλά και τους Ελληνοκύπριους και τους Τουρκοκύπριους (και οι δύο «σκότωσαν»), προκειμένου να δημιουργήσουμε αισθήματα ενοχής στο λαό, ελπίζοντας ότι θα γίνει με αυτό τον τρόπο πιο ελαστικός στις θυσίες που απαιτεί μια λύση. Εξάρουν ορισμένοι τα δικά μας ιστορικά λάθη και υποτιμούν τις πράξεις της Τουρκίας, σε μια δήθεν «υπεράνω» στάση, Προσέγγιση που αποκτά χαρακτηριστικά «κουλτουριάρικης μόδας» από το 2004 και εντεύθεν.

Και οι δύο αυτές ματιές είναι κατά τη γνώμη μου εξίσου ακραίες. Το ζήτημα όμως είναι, ότι ενώ η «συναισθηματική» πλευρά έχει ως εκφραστές περιθωριακούς κυρίως ανθρώπους, η «ισοπεδωτική» σκοπιά έχει ως αρχηγό των ίδιο τον πρόεδρο της Δημοκρατίας. Ο οποίος όταν μιλά, ιδιαίτερα στο εξωτερικό, δεν εκφράζει απλά τον εαυτό του, αλλά όλους μας.  Το επίσημο κράτος.

 


Στην Κύπρο θα λέμε ότι το είπε πρώτα ο Μακάριος. Έξω από την Κύπρο όμως; 


Έχει αναλωθεί πολλή φαιά ουσία και θα συνεχίσει ακόμη πιο έντονα η αντιπαράθεση, για να κονταροκτυπηθούν μέχρι το αμήν τα δύο άκρα, προκειμένου να κερδιθούν οι εντυπώσεις στο εσωτερικό. Αυτή είναι μια μάχη που ζούμε 50 χρόνια τώρα, όση είναι και η ιστορία της «εορτάζουσας» δημοκρατίας μας.

Ελάχιστοι όμως είναι εκείνοι που μίλησαν, ή αντιλήφθηκαν, τις πραγματικές και ουσιαστικές προεκτάσεις της προεδρικής τοποθέτησης. Παρενέργειες καθόλου συναισθηματικές αλλά απόλυτα πρακτικές και που αφορούν την θέση μας σε Διεθνές επίπεδο. Αυτές λοιπόν, απαιτούν μια πιο «μαθηματική» αξιολόγηση.

  1. Ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, αναφερόμενος στα γεγονότα του 1974, «ξεκαθάρισε» ότι στην Κύπρο εισέβαλαν αμφότερες η Ελλάδα και η Τουρκία. Είχαμε δηλαδή Ελληνική και Τουρκική εισβολή.
  2. Αποτέλεσμα των δύο αυτών επεμβάσεων ήταν να πέσει η Χούντα στην Ελλάδα, προς όφελος του ελληνικού λαού και να παραμένει μέχρι και σήμερα η μισή Κύπρος υπό Τουρκική κατοχή, προς όφελος της Τουρκίας.
  3. Η Τουρκική επιχειρηματολογία όπως διατυπωνόταν από το 1974, βάση της οποίας η Τουρκική επέμβαση έγινε για να προστατευθεί η Τουρκοκυπριακή κοινότητα από την επέμβαση της Ελλάδας δικαιώνεται, εφόσον της Τουρκικής εισβολής προηγήθηκε αντίστοιχη Ελληνική.
  4. Το Κυπριακό δεν είναι πρόβλημα εισβολής και κατοχής της Τουρκίας στην Κύπρο, αλλά πρόβλημα δύο εισβολών. Οι ευθύνες ανήκουν εξίσου σε Ελλάδα και Τουρκία, ενώ τις συνέπειες τις πληρώνουν εξίσου Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι.

Τι σημαίνουν τα πιο πάνω; Ότι αύριο που θα πάμε στις Βρυξέλλες για να προσπαθήσουμε να αποτρέψουμε την υιοθέτηση του κανονισμού για το απευθείας εμπόριο, εμείς θα έχουμε ως επιχείρημα το κλασσικό, ότι η «δήθεν απομόνωση των Τ/Κ δεν οφείλεται σε εμάς αλλά στην επέμβαση της Τουρκίας και την κατοχή μέρους της επικράτειας μας». Οι υποστηριχτές της Άγκυρας λοιπόν θα μπορούν πλέον να μας απαντήσουν ότι στην Κύπρο είχαμε «πρώτα Ελληνική εισβολή και μετά Τουρκική όπως είπε ο πρόεδρός σας, άρα πρώτοι εσείς ευθύνεστε».

Μεθαύριο που θα πάμε στο Συμβούλιο της Ευρώπης για να πετύχουμε ψήφισμα ενάντια στην καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, στο επιχείρημα ότι ο λαός μας στερείται των δικαιωμάτων του, η απάντηση θα είναι ότι «πρώτοι οι Τ/Κ στερήθηκαν το ’74 των δικαιωμάτων τους ως απόρροια της Ελληνικής εισβολής». Παρόμοια επιχειρήματα θα ακούμε στην Ισλαμική διάσκεψη, τον ΟΗΕ και τα διάφορα άλλα διεθνή φόρα όπου συμμετέχει η Δημοκρατία ή άλλα σύνολα και οργανώσεις.

Ταυτόχρονα, αναμενόμενη είναι η έντονη αντίδραση των Ελλαδιτών, όταν ακούν εμάς να τους κατηγορούμε ότι εισέβαλαν στην Κύπρο, την ώρα μάλιστα που ο κ. Παπανδρέου δεν χάνει ευκαιρία να στηρίξει τον κ. Χριστόφια, ακόμη και όταν ολισθαίνει με πάταγο. Με τι μούτρα πλέον θα μας υποστηρίζουν διεθνώς οι διπλωμάτες και πολιτικοί της Ελλάδος; Ο κ. Παπούλιας ως τι επισκέπτεται την Κύπρο; Ως ο πρόεδρος του κύριου μας στηρίγματος ή ως ηγέτης της χώρας που εισέβαλε στην μεγαλόνησο;

Εντός Κύπρου, το ΑΚΕΛ και οι εκπρόσωποι του προέδρου επιχειρούν να δικαιολογήσουν το απίστευτο δώρο του Προέδρου στην Τουρκική Διπλωματία προτάσσοντας άλλα αποσπάσματα της προεδρικής τοποθέτησης, ή «αγώνες» του προέδρου. Το γεγονός όμως είναι ότι έξω από την Κύπρο αυτές οι φθηνές δικαιολογίες δεν περνούν. Ο κ. Χριστόφιας μίλησε σαφώς για Ελληνική εισβολή και αυτό ούτε αλλάζει, ούτε χαλαρώνει, ούτε μπορεί να ανακληθεί.

Ήδη, για να δικαιολογήθεί η απίστευτη γκάφα, προτάσσονται γλωσσικές και άλλες δυσκολίες του προέδρου. Είναι πιθανόν δε, ο κ. Χριστόφιας να ισχυρισθεί, στην γνωστή λογική του «δεν είμαι εγώ», ότι δεν είναι αυτός που το είπε πρώτος, αλλά ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος. Αλήθεια είναι αυτό. Το ολίσθημα Μακάριου βέβαια έδωσε απίστευτο επιχείρημα το ’74 στην Τουρκία για να αιτιολογήσει την εισβολή. Το ανεκδιήγητο ολίσθημα Χριστόφια, τι θα δικαιολογήσει άραγε;

Advertisements

Τον Απρίλιο του 2009 στην Πράγα, ενώπιον των Ευρωπαίων ηγετών, ο Δημήτρης Χριστόφιας με ένα φιδίσιο ελιγμό βρέθηκε μπροστά από τον νεοεκλεγέντα τότε Αμερικανό Πρόεδρο, Μπαράκ Ομπάμα, ανταλλάσσοντας μαζί του χειραψία. Πολλοί θα θυμούνται τη σκηνή με τον κ. Ομπάμα αποσβολωμένο και αρκετούς ηγέτες, την κ. Μέρκελ και τον κ. Μπερλουσκόνι κυρίως, να παρακολουθούν την «καταδρομική» του Προέδρου μας, με το ύφος του ανθρώπου που δεν ξέρει αν πρέπει να ξεκαρδιστεί στα γέλια ή να βάλει τα κλάματα. Όπως και τη βαρυσήμαντη δήλωση του κ. Χριστόφια μετά την «άψε-σβήσε» συνάντηση: «Είχα την ευκαιρία να του πω ότι πρέπει να ασκήσει την επιρροή του προς την Τουρκία για τερματισμό της κατοχής, όπως είχε διακηρύξει και προεκλογικά. Η ανταπόκρισή του ήταν θετική και πολύ εγκάρδια, όμως, από ’κεί και πέρα, πόσο αυτό μπορεί να λειτουργήσει θα φανεί στην πράξη».

Με αφορμή το τότε περιστατικό, επισημάναμε ότι το χειρότερο όλων ήταν η δημοσιοποίηση των όσων διαμείφθηκαν (ή όσων λέμε ότι διαμείφθηκαν) σε μία «συνάντηση» των 10-15 δευτερολέπτων. Διότι, αν βρεθείς με έναν ξένο ηγέτη στον διάδρομο και ανταλλάξεις δυο κουβέντες και μετά τρέχεις να περηφανευτείς για το τι λέχθηκε, αυτομάτως κάνεις τον διεθνή παράγοντα επιφυλακτικό για το τι θα σου λέει σε μη δημόσιες συναντήσεις. Εκ των πραγμάτων, χάνεις το δεδομένο της σοβαρότητας και της αξιοπιστίας.


η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ δεν είναι η Γέφυρα των Στεναγμών


Η καφενειακή λογική που διέπει τη διπλωματική μας δραστηριότητα τα τελευταία δυόμισι χρόνια δείχνει ωστόσο ατέλειωτη. Γιατί δεν εξηγείται αλλιώς η σπουδή του Προέδρου να σπεύσει μετά την προχθεσινή συνάντησή του με τον γ.γ. του ΟΗΕ και να δηλώσει περιχαρής ότι έλαβε δέσμευση από τον κ. Μπαν Κι Μουν ότι θα πιέσει την Τουρκία να φύγει από τα λόγια και να μπει στις πράξεις σε σχέση με το Κυπριακό. Δήλωση που απολύτως φυσιολογικά λίγο αργότερα έπεσε στο κενό, αφού ο Τούρκος Πρόεδρος έλαβε τα εύσημα από τον γ.γ. Την ενθάρρυνση, δηλαδή, για να συνεχίσει η Τουρκία να «βοηθά στη διατήρηση του μομέντουμ στις διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό».

Ας είμαστε καλόπιστοι και ας υποθέσουμε ότι ο κ. Μπαν πράγματι υποσχέθηκε στον κ. Χριστόφια να ενεργήσει προς αυτή την κατεύθυνση. Υπήρχε περίπτωση η Τουρκία, ακούγοντας τον κ. Χριστόφια, να κοκορεύεται ότι ο γ.γ. υιοθετεί τη θεωρία του «μόνο λόγια και όχι έργα» (για την προεδρεύουσα χώρα του Συμβουλίου Ασφαλείας μιλάμε), να μην παρέμβει ενοχλημένη, λέγοντας το πολύ απλό: «Κατηγορείτε εμάς, που ψηφίσαμε το Σχέδιο Ανάν, ότι είμαστε μόνο λόγια;». Υπήρχε περίπτωση να μην προβεί ο γ.γ. σε διορθωτικές ενέργειες, για να ελαφρύνει τη δημόσια έκθεση που απλόχερα του προκάλεσε ο κ. Χριστόφιας; Καμία.

Η κλασική αγωνία του Προέδρου μας, που κινδυνεύει να καταστεί ανέκδοτο, έδρασε και πάλι. Για να πούμε στην Κύπρο ότι κάτι πετύχαμε, λειτουργήσαμε εις βάρος της ουσίας της εθνικής υπόθεσης. Βάλαμε άλλη μια μουντζούρα στο κύρος της χώρας και κάναμε τον διεθνή παράγοντα ακόμη πιο επιφυλακτικό απέναντί μας.

Ο δικός μας Πρόεδρος όμως δεν καταλαβαίνει τίποτα και δεν σταματά πουθενά! Δεν φτάνει λοιπόν η ψυχρολουσία από την απρέπεια απέναντι στον γ.γ., ο κ. Χριστόφιας διαχειρίστηκε τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ ως τη Γέφυρα των Στεναγμών, όπου ο κάθε ηγέτης πάει για να βγάλει τα εσώψυχά του σε μια ομαδική ψυχοθεραπεία. Μόνο έτσι ερμηνεύεται το συνεχές κλαψούρισμα μετά από κάθε συνάντηση για τις βολές που δέχεται από το εσωτερικό μέτωπο. Το γιατί ενδιαφέρει αυτό τη διεθνή κοινότητα μόνο ο ίδιος μπορεί να το ξέρει. Το πασιφανές όμως είναι ότι κάθε σοβαρός συνομιλητής βλέπει τον δικό μας ηγέτη ως έναν καημένο άνθρωπο που από μόνος του δεν μπορεί να πετύχει τίποτα. Ούτως ή άλλως, όλοι οι αρχηγοί κρατών στους οποίους ο κ. Χριστόφιας απευθύνεται έχουν και εκείνοι αντιπολίτευση, συνήθως πολύ πιο σκληρή. Συμμετέχουν, δε, στον ΟΗΕ και όχι σε σύνοδο του Συμφώνου της Βαρσοβίας, όπου αυτά τα πράγματα ήταν εν πολλοίς άγνωστα…

Ας μην πάμε όμως μακριά, αλλά δίπλα, στην πολύ ταλαιπωρημένη Ελλάδα. Αν ο κ. Παπανδρέου, αντί να διαβεβαιώνει ότι ελέγχει την κατάσταση και να πείθει ότι έχει το θάρρος να προχωρήσει στις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις, μοιρολογούσε ότι ο κ. Σαμαράς τού επιτίθεται και ζητούσε δανεικά γι’ αυτόν τον λόγο, υπήρχε έστω και ένα ενδεχόμενο να κερδίσει οτιδήποτε; Κανένα…

Big Brother

19/09/2010

Τις τελευταίες δύο δεκαετίες και μετά την παγκόσμια απελευθέρωση των ΜΜΕ, οι πολιτικοί αντιμετωπίζουν πρόβλημα αμφισβήτησης και έλλειψης σεβασμού από τους πολίτες. Αιτία ασφαλώς το ότι έχει σπάσει η γυάλα όπου ήταν προστατευμένοι στο παρελθόν και είναι πλέον εκτεθειμένοι σε κριτική. Μετά την επανάσταση της ενημέρωσης, δημιουργήθηκαν τρεις κατηγορίες πολιτικών.

Στην πρώτη συγκαταλέγονται αυτοί που ό,τι και να κάνουν, δεν πετυχαίνουν να στρέψουν τη δημοσιότητα προς το μέρος τους. Στη δεύτερη αυτοί που από το πρωί μέχρι το βράδυ αγωνίζονται να τα έχουν καλά με τον Τύπο, για να εξασφαλίζουν δημοσιότητα μέσα από ένα ατέλειωτο «αλισβερίσι» πληροφοριών, διαρροών, κουτσομπολιών και ειδήσεων. Στην τρίτη κατηγορία βρίσκονται όσοι έχουν πετύχει – παρά την έκθεση στον Τύπο – να κερδίσουν τον σεβασμό, την εκτίμηση και την εμπιστοσύνη, τόσο των λειτουργών της ενημέρωσης όσο και των πολιτών.

Αν φύγουμε τώρα από την κατηγορία των μεμονωμένων πολιτικών και πάμε στο επίπεδο των θεσμών, θα δούμε ότι χωρίζονται σε δύο μέρη: Στους θεσμούς που ο πολίτης θεωρεί σοβαρούς, που επηρεάζουν τη ζωή του και σε εκείνους για τους οποίους δεν ενδιαφέρεται ποσώς και διερωτάται γιατί υπάρχουν και τον ταλαιπωρούν. Όπως δηλαδή τείνει να καταστεί το πομπώδες (σαν όνομα) Εθνικό μας Συμβούλιο.


Ενώ Ερτογάν και Έρογλου αλονίζουν στα Διεθνή φόρα, εμείς παίζουμε Αστυνόμο Σαίνη


Ακούγοντας ένας ξένος τη φράση «Εθνικό Συμβούλιο», θα θεωρεί μάλλον ότι αποτελεί όργανο που συνέρχεται, για να συζητήσει σε υψηλότατο επίπεδο το μέλλον του τόπου και προκλήσεις που αντιμετωπίζει στο εθνικό ζήτημα. Ακούγοντας όμως κάποιος Κύπριος την αντίστοιχη φράση, σκέφτεται ένα βοηθητικό γήπεδο, όπου οι παίκτες προπονούνται, για να αντιπαρατεθούν αργότερα στη δημόσια αρένα των ΜΜΕ.

Το πρόβλημα δεν είναι διαδικαστικό, όπως πιθανόν να ακούγεται. Το κυρίαρχο ζήτημα είναι ότι εδώ και χρόνια στο Εθνικό Συμβούλιο δεν συζητείται καμία ουσία. Αποφεύγουν όλη την ταμπακιέρα και συζητούν οτιδήποτε άλλο, παρά τις προοπτικές λύσης του Κυπριακού.

Για να μην παρεξηγηθώ, θεωρώ τις διαρροές απαράδεκτο φαινόμενο. Και δέχομαι ότι ο Πρόεδρος όφειλε να λάβει τα μέτρα του, ιδιαίτερα απέναντι σε όσους δίνουν στη δημοσιότητα κρίσιμα στοιχεία. Πιστεύω όμως ότι κάθε άλλο παρά αισθάνεται ο Κύπριος πολίτης ήσυχος, όταν η ηγεσία του το μόνο που κάνει είναι να κοκορομαχεί και να ασχολείται με τα μικρά, την ώρα που συμβαίνουν μεγάλα.

Παράδειγμα, η τελευταία συνεδρία που έγινε με ατζέντα τις προτάσεις της πλευράς μας για το Περιουσιακό. Ένα θέμα δηλαδή που αφορά τουλάχιστον το 1/3 του πληθυσμού, το οποίο κατέχει περιουσίες στα Κατεχόμενα. Ένα κεφάλαιο που είναι από τα πλέον κρίσιμα να συμφωνηθεί με τον πιο καλό τρόπο, αν θα μπορεί ο λαός να αποδεχθεί ένα σχέδιο λύσης.
Αντί λοιπόν το Σώμα να συζητήσει τις περιουσίες που ο κόσμος αποστερείται για 36 χρόνια, παρέπεμψε την ουσία στην υποεπιτροπή και αναλώθηκε στις διαρροές, στα σημαδεμένα έγγραφα και στις κατηγορίες εκατέρωθεν. Τουλάχιστον αυτό αντιληφθήκαμε όλοι και είναι με αυτό που μας απασχολούν εδώ και μέρες. Και να υπήρχε και λόγος, θα έλεγες ας είναι! Υπάρχει όμως; Θα αλλάξει κάτι; Θα τεθεί επιτέλους ζήτημα αλλαγής της λειτουργίας του θεσμού; Θα αποκτήσει η Κύπρος ένα σοβαρό και κορυφαίο όργανο που θα προκαλεί το σέβας και στο εσωτερικό και στο εξωτερικό;

Η απάντηση είναι μάλλον όχι. Διότι ο σημερινός τρόπος λειτουργίας βολεύει σχεδόν τους πάντες. Από τη μια, ο Πρόεδρος δεν έχει και σε ιδιαίτερη εκτίμηση οποιαδήποτε τρίτη γνώμη και το έχει αποδείξει. Αντί λοιπόν να συζητά τις προτάσεις που καταθέτει, βολεύεται στην «γκλαμουριά» που απορρέει από τις ικανότητές του ως ντετέκτιβ… Από την άλλη, οι πλείστοι των συμμετεχόντων δεν έχουν καμία διάθεση να τοποθετηθούν ουσιαστικά στο πραγματικό περιεχόμενο των διαπραγματεύσεων. Και δεν υπάρχει καλύτερη διαφυγή από το να μετατρέπουμε τη συνεδρία σε reality, να αποφεύγουμε την καυτή πατάτα και να δηλώνουμε ό,τι θέλουμε μετά.

Η τραγωδία είναι ότι ενώ Ερντογάν και Έρογλου αλωνίζουν στα διεθνή φόρα, εμείς επικεντρωνόμαστε στο να παίζουμε Αστυνόμο Σαΐνη, με τους πολιτικούς μας ταγούς να πιστεύουν ότι την κρίσιμη στιγμή θα βρουν τον τρόπο και τους πολίτες να παραμένουν σε απόγνωση…

Μια κλωστή

12/09/2010

Η 11η Σεπτεμβρίου του 2001 κληροδότησε στην υφήλιο μια νέα επικίνδυνη πραγματικότητα που ήδη έχει απειλήσει κάθε άνθρωπο, την ιδιωτικότητά του, την ποιότητα της ζωής του, αλλά και την προσωπική του ασφάλεια. Η διεθνής τάξη δεν αφορά πια μόνο τις σχέσεις μεταξύ κρατών, αλλά επεκτείνεται, για να καλύψει τις δραστηριότητες οργανώσεων, τρομοκρατικών ή άλλων συνόλων, ικανών να προκαλέσουν ακόμη και παγκόσμια σύγκρουση. Το περιβάλλον διεθνώς είναι τόσο εύθραυστο, που καθιστά ακόμη και ένα φαινομενικά μικρής σημασίας γεγονός ικανό να προκαλέσει παγκόσμια αναταραχή.

Αξιοσημείωτη είναι η υπόθεση του Αμερικανού πάστορα, ο οποίος αποφάσισε να πραγματοποιήσει φαντασμαγορική εκδήλωση καψίματος του Κορανίου. Ένα εντελώς αντιχριστιανικό καπρίτσιο ενός περιθωριακού ιερέα έγινε για μια βδομάδα πρώτη είδηση στον κόσμο και πυροδότησε αντιδράσεις τέτοιας έκτασης, που πριν το 2000 θα δημιουργούνταν μόνο αν ένα κράτος απειλούσε με πόλεμο ένα άλλο. Αρχηγοί κρατών, με προεξάρχων τον Αμερικανό Πρόεδρο, στρατοί και εκκλησίες έσπευσαν να τοποθετηθούν με τον πιο επίσημο και κατηγορηματικό τρόπο, για να «κατευνάσουν» τις εκδικητικές ορέξεις ενός κατά τ’ άλλα «αντιπροσώπου του Θεού». Από την άλλη, ήδη έχουν ξεκινήσει στις φανατικές ισλαμικές χώρες οι διαδηλώσεις κατά των ΗΠΑ, με τα παραδοσιακά πολεμοχαρή τους συνοδευτικά.

Το ενδιαφέρον σε αυτή την ιστορία δεν είναι το ότι πείσθηκε ο πάστορας να ματαιώσει τα σχέδιά του. Πολύ πιο σημαντική και άξια προβληματισμού εξέλιξη είναι η δυνατότητα που απέκτησε ένας μέσος ιερέας, με ποίμνιο μόλις 80 ανθρώπους, να προκαλεί δράσεις και ενέργειες σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης, λόγω μιας ηλιθιότητας που σκέφθηκε και την οποία έσπευσαν να μας κοινοποιήσουν οι ταγοί της παγκόσμιας ενημέρωσης.

Το άλλο κορυφαίο γεγονός της τελευταίας δεκαετίας είναι αδιαμφισβήτητα η οικονομική κρίση, η οποία ήρθε να διαταράξει τη λειτουργία κρατών και οργανισμών, αλλά και τις σχέσεις τους με τους πολίτες. Από την κρίση κινδύνευσε η συνοχή της Ε.Ε., οι ΗΠΑ και ένα σωρό άλλες χώρες, με πρώτη την Ελλάδα.

Θέλω να σταθώ στην υπόθεση των τσιγγάνων Ρομά που απασχολεί έντονα τη διεθνή κοινή γνώμη τις τελευταίες μέρες, αφότου ο Γάλλος Πρόεδρος αποφάσισε την απέλασή τους. Το «παιχνίδι» που παίζεται σε αυτή την ιστορία έχει τρομερό ενδιαφέρον, διότι οι προεκτάσεις του αφορούν την ίδια τη λειτουργία της Ε.Ε., αλλά και τον προσδιορισμό του τι είναι ανθρωπιστικό και τι είναι ελευθερία.


Στο νέο εκρηκτικό σκηνικό, να αντιληφθούμε και το πού στεκόμαστε ως Κύπρος


Οι αντιτιθέμενοι στις απελάσεις των Ρομά θεωρούν απάνθρωπη και εξευτελιστική την αντιμετώπιση των συγκεκριμένων Ευρωπαίων πολιτών από τη γαλλική κυβέρνηση και προτάσσουν την αποστέρηση της ελευθερίας διακίνησης εντός της Ε.Ε. Από την άλλη, όμως, υπάρχει ένας πολύ σημαντικός αντίλογος που δεν έχει φτάσει παρά ελάχιστα στα αυτιά του κόσμου. Ότι δηλαδή οι Ρομά αυτό που πετυχαίνουν με τη μετακίνησή τους σε χώρες όπως η Γαλλία είναι να απολαμβάνουν, χωρίς να κάνουν τίποτα το παραγωγικό, πιο πλουσιοπάροχα και ευρύτερα ωφελήματα. Να πληρώνονται δηλαδή από το υστέρημα του Γάλλου φορολογουμένου, για να «σουλατσάρουν» στη Γαλλία αντί στη Ρουμανία ή στη Βουλγαρία, όπου τα επιδόματα είναι μικρά.

Το τι τελικά είναι ανθρωπιστικό και ποια είναι η πραγματική ελευθερία και τα δικαιώματα των πολιτών ελέγχεται. Ασφαλώς, αυτοί που εμπνεύστηκαν την Ευρώπη και την ελεύθερη διακίνηση δεν είχαν στα υπ’ όψιν περιφερόμενους άεργους. Το ενδιαφέρον όμως είναι ότι χωρίς και πάλι να ενδιατρίψει κανείς στο θέμα, βλέπουμε σωρεία εκδηλώσεων και διαμαρτυριών σε όλη την Ευρώπη να επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο το δύσκολο – λόγω της κρίσης – κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον.

Ο λόγος που στέκομαι σε αυτά τα δύο γεγονότα είναι γιατί πιστεύω ότι εξηγούν τις πολύ λεπτές ισορροπίες που έχουν καθιερωθεί στη σύγχρονη διεθνή πραγματικότητα. Εκεί όπου η υπομονή, όχι μόνο των πολιτών, αλλά και πολλών κρατών και συντεταγμένων οργανισμών, εξαντλείται εν ριπή οφθαλμού, προκαλώντας γεγονότα που αλλάζουν παγκόσμιες ισορροπίες. Σε αυτό λοιπόν το εκρηκτικό σκηνικό, οφείλουμε να αντιληφθούμε και το πού στεκόμαστε ως Κύπρος με το επί έξι δεκαετίες εθνικό θέμα. Άμα το κατανοήσουμε, τότε ίσως καταλάβουμε και γιατί η διεθνής κοινότητα δεν δείχνει καμιά διάθεση να χάνει – όπως πιστεύει – χρόνο σε ομφαλοσκοπήσεις που εμείς κάνουμε για το Κυπριακό.

«Προφανώς, όταν ο ΔΗΣΥ βρισκόταν στην εξουσία, δεν υπήρχαν ούτε παιδιά ούτε εγγόνια, για να ανησυχεί για το μέλλον τους ο κ. Αβέρωφ Νεοφύτου», δήλωσε προχτές ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, θεωρώντας ότι «αποστομώνει» με αυτόν τον τρόπο την κριτική της αντιπολίτευσης για το πώς η κυβέρνηση χειρίστηκε τις αερομεταφορές. Θα μπορούσε δηλαδή να πει κάποιος, αστειευόμενος και παραποιώντας ελαφρά την πιο πάνω δήλωση, ότι η απάντηση της κυβέρνησης για όλα τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η Κύπρος και δέχεται η ίδια κριτική είναι ότι ο κ. Νεοφύτου απέκτησε παιδί μόλις πριν έναν μήνα και άρχισε να ανησυχεί για τις επόμενες γενιές… Θα μπορούσε και αυτή να είναι κυβερνητική θέση, με την ίδια ακριβώς λογική!

Η κυβέρνηση Χριστόφια στο επίπεδο των εσωτερικών ζητημάτων αντιμετωπίζει – και είναι πια αποδεδειγμένο – δύο πολύ σοβαρά προβλήματα. Το πρώτο, ασφαλώς, είναι η συνεχής διάψευση των προβλέψεων και των στρατηγικών, αλλά και η αποτυχία των στόχων της σε όλα τα επίπεδα. Στην οικονομία, με το που ακούς πρόβλεψη για τους δείκτες από τα χείλη του υπουργού, σκέφτεσαι το ακριβώς αντίθετο ως το πιθανότερο. Στην απασχόληση, με την κάθε εξαγγελία μέτρων, διερωτάσαι πόσο θα αυξηθεί η ανεργία. Στο ασφαλιστικό, πέραν της λογιστικής κοροϊδίας που παίχθηκε πριν δύο χρόνια, επιμένει η ίδια νιρβάνα. Στην υγεία περιμένουμε να τελειώσει η πενταετία, μπας και επιτέλους αλλάξει κάτι, ενώ ήδη μας έχει λεχθεί ότι ΓεΣΥ γιοκ. Στην παιδεία παρακολουθούμε για τρίτο συνεχόμενο καλοκαίρι να εξαγγέλλεται ένα μεγαλόπνοο μεταρρυθμιστικό πλάνο, το οποίο, όπως και τα προηγούμενα, αμφισβητείται και για την κατεύθυνση, αλλά και για το αν θα εφαρμοστεί.


Ακόμη και στο μισό της διαδρομής, η κυβέρνηση αδυνατεί να στηρίξει επιλογές της


Το ίδιο και στις αερομεταφορές. Το ότι κάτι έπρεπε να γίνει με το θέμα των Κυπριακών Αερογραμμών και της Eurocypria βοούσε από πολύ καιρό τώρα. Το κράτος λοιπόν απεφάσισε προ έξι περίπου μηνών να δανείσει τη Eurocypria με 35 εκατ. ευρώ, προκειμένου αυτή να διασωθεί και να ορθοποδήσει, όπως μας έλεγαν. Δεν πέρασε μισός χρόνος και το σχέδιο απέτυχε, όπως ακριβώς η αντιπολίτευση είχε προβλέψει. Η κριτική για την κυβερνητική επιλογή και πάλι αναπόφευκτη και – εκ των πραγμάτων – πάρα πολύ εύκολη. Για να οδηγηθούμε στο δεύτερο μεγάλο πρόβλημα της κυβέρνησης Δημήτρη Χριστόφια, τον τρόπο που στηρίζει τις επιλογές και τις αποφάσεις της, ο οποίος – εν πολλοίς – περιορίζεται σε δύο φράσεις: «Κυβέρνηση Κληρίδη» και πραξικόπημα.

Αυτό λοιπόν για ένα κυβερνητικό σχήμα, πέρα από κουραστικό και μονότονο, δείχνει αδυναμία και κατάντια. Ο κόσμος ψηφίζει κυβέρνηση, για να ασκήσει την εξουσία και όχι για να ακούει αντιπολίτευση στους προηγούμενους, τους προ-προηγούμενους κ.ο.κ.

Ιδιαίτερα από την ώρα που εμφανίζονται τα αποτελέσματα των δικών της αποφάσεων και ενεργειών, τότε οφείλει πρώτα να τις στηρίξει και μετά όλα τα άλλα. Να πει δηλαδή ότι στον τάδε τομέα παραλάβαμε μια «χ» κατάσταση και σήμερα είμαστε στην κατάσταση «ψ» λόγω των ενεργειών μας. Να παραθέσει ακόμη τον προγραμματισμό της για τις αμέσως επόμενες δράσεις που θα επιφέρουν ακόμη καλύτερα αποτελέσματα. Με λίγα λόγια, να σταθεί μπροστά στον πολίτη με σθένος και αυτοπεποίθηση, υποστηρίζοντας τις επιλογές της.

Στο μισό της διαδρομής, μια και αυτές τις μέρες κλείνουν 2,5 χρόνια διακυβέρνησης Δημήτρη Χριστόφια, η κυβερνητική επικοινωνία εμμένει στην προσπάθεια πρόκλησης αρνητικών αισθημάτων έναντι των άλλων, αντί θετικών απέναντι στην ίδια. Παραβλέποντας προκλητικά την ανάγκη του πολίτη να ακούσει απαντήσεις για αυτά που τον αφορούν σήμερα, εφόσον για τα προηγούμενα έχει ήδη τοποθετηθεί διά της ψήφου του.

Σε επίπεδο στρατηγικών αποφάσεων (διότι στα μικρά δεν παρουσιάζει το ίδιο πρόβλημα), το κυβερνητικό σχήμα λειτουργεί ακόμη ως αντιπολίτευση. Επιμένει να διαλέγει την πολιτική του «δεν είμαι εγώ», αγνοώντας ότι αυτή αφορά μικρά παιδιά που, αφού έσπασαν το βάζο της μαμάς, κρύβονται και άμα αποκαλυφθούν, θυμούνται τι είχε σπάσει κάποιος άλλος πριν χρόνια. Και μη λαμβάνοντας υπόψη ότι αν στην προσπάθεια παιδιών να απεκδυθούν ευθύνες γελάμε, στην αντίστοιχη μιας κυβέρνησης αυξάνεται επίφοβα ο βαθμός ανασφάλειας του λαού για το μέλλον.