Στις χώρες της Μεσογείου, η χρονιά δεν είναι η «ημερολογιακή», που ξεκινά από την 1η Ιανουαρίου, αλλά η «ακαδημαϊκή», που αρχίζει από το τέλος των θερινών διακοπών και του Αυγούστου. Το φθινόπωρο λοιπόν αποτελεί το ορόσημο συνήθως για το πώς θα πάει η χρονιά. Τόσο στο επίπεδο της οικονομίας, όσο και της εσωτερικής πολιτικής, αλλά και στο επίπεδο των εθνικών θεμάτων. Τομείς που είναι παραπάνω από προφανές ότι θα αντιμετωπίσουν κλυδωνισμούς και προβλήματα στο αμέσως επόμενο διάστημα.

Στην οικονομία, το φθινόπωρο θα δείξει αν θα έχουμε αυξημένους δείκτες ανεργίας ή αν θα εμφανιστεί επιτέλους ανάκαμψη και αύξηση των επενδύσεων. Το ότι ο τουρισμός φαίνεται να μας χρηματοδοτεί με περισσότερα έσοδα – και αυτό παρά τις μειωμένες αφίξεις – είναι στοιχείο θετικό. Οι συνέργειες ωστόσο του τουρισμού στην οικονομία θα φανούν το αμέσως επόμενο διάστημα, εφόσον στην Κύπρο οι επισκέπτες του καλοκαιριού ήταν πάντα κυρίαρχη πηγή εισροής κεφαλαίων προς άλλους τομείς, πολύ πέραν της αναψυχής.

Η μεγάλη ευκαιρία είναι να έχουμε τους επόμενους μήνες ανάπτυξη και επενδύσεις σε βαθμό που θα δημιουργούν, έστω, ένα πιο ελπιδοφόρο περιβάλλον. Τόσο στους τομείς που ήδη έχουμε καλά «στημένους» (χρηματοπιστωτικό σύστημα και ακίνητα), αλλά και σε νέους που θα μπορούσαμε να δημιουργήσουμε, αν επιτρέψουμε και ενισχύσουμε την επιχειρηματικότητα και την καινοτομία.

Ο μεγάλος κίνδυνος, από την άλλη, είναι να έχουμε τον Σεπτέμβρη-Οκτώβρη μεγάλο αριθμό «λουκέτων», μαζικών απολύσεων και μη εξυπηρετούμενων δανείων. Κάτι που παραμένει πολύ πιθανό, από την ώρα που αυτή η κυβέρνηση έχει χάσει τον έλεγχο στη διαχείριση της πραγματικής οικονομίας και δεν κάνει τίποτα για να δώσει όραμα ανάπτυξης σε ζωτικούς και νέους κλάδους. Ένα όραμα ανάπτυξης που ασφαλώς δεν εξυπηρετείται όταν το κράτος συμπεριφέρεται στους επιχειρηματίες λες και έχουν άπειρα χρήματα κρυμμένα σε μπαούλα, στα οποία αν «βάλει χέρι» θα σωθεί η οικονομία.

 


Μπαίνουμε στη νέα χρονιά δείχνοντας νευρικότητα και αδυναμία 


Παρόμοια κατάσταση βιώνουμε και στο Κυπριακό. Το πολιτικό σύστημα συμπεριφέρεται ως μια παράφωνη χορωδία που δίνει παράσταση σε ένα ωδείο μικρό και άδειο από θεατές. Και οι Κύπριοι, αλλά και οι ξένοι έχουν κουραστεί από την πολυγλωσσία και το μικροπολιτικό παιγνίδι που παίζεται γύρω από το εθνικό θέμα. Λογικά αμφισβητείται και η θέλησή μας για λύση, αλλά και το είδος της λύσης που θα αποδεχόμασταν.

Δεν θα μπορούσε βέβαια να είναι διαφορετικά από την ώρα που ο ίδιος ο Πρόεδρος Χριστόφιας δείχνει να έχει πολύ παραπάνω έγνοια στο να απαντά τις επικρίσεις από όπου κι αν τις δέχεται στο εσωτερικό, παρά να είναι και να δείχνει ότι είναι ένας πολιτικός που ξέρει τι θέλει και πιστεύει ότι έχει τον τρόπο να φτάσει σε αυτό.

Ποιος λόγος άραγε υπήρχε για τον Πρόεδρο να τα «βάλει» με τον δήμαρχο της Αμμοχώστου και τον ηγέτη των αποδήμων; Τι κερδίσαμε ως Κύπρος από τη δημόσια εσωτερική αντιπαράθεση; Γιατί ο δικός μας Πρόεδρος πρέπει να δείχνει εντός και εκτός ότι πάσχει από έλλειψη αυτοπεποίθησης και αγωνιά πρωτίστως να διαφυλάξει τη δική του εικόνα; Ότι περιμένει την παραμικρή αφορμή για να επιτεθεί στην προσπάθεια να αποδείξει τη δική του ορθότητα έναντι των άλλων.

Αλλά και τι κερδίζουμε ως Κύπρος από την αγωνιώδη προσπάθεια των πολιτικών ηγετών να προβαίνουν καθημερινά – ακόμη και τον Αύγουστο – σε βαρύγδουπες δηλώσεις που μόνο στόχο έχουν το να πιστωθούν πόντους στο εσωτερικό; Ασφαλώς τίποτα…

Όλα δείχνουν ότι ο διεθνής παράγοντας ευρύτερα, αλλά και η Ευρώπη, αυτό που θέλουν είναι να πάψει το Κυπριακό να αποτελεί βραχνά στη λειτουργία τους αλλά και σε ευρύτερές τους επιδιώξεις, που σχεδόν τίποτα δεν έχουν να κάνουν με την ίδια την Κύπρο. Και όσο δείχνουμε εμείς να μην μπορούμε να διαχειριστούμε μόνοι μας το πρόβλημα, τόσο θα αυξάνουν οι πιέσεις για να αλλάξει ουσιαστικά κάτι.

Δεν ξέρω αν είναι αυτός ο λόγος που προκαλεί τη μεγάλη και καθημερινή ένταση στον Δημήτρη Χριστόφια. Το σίγουρο όμως είναι ότι το φθινόπωρο θα είναι κρίσιμο σε πολλά επίπεδα και όσο ο ηγέτης της χώρας δείχνει νευρικός και αδύναμος να το διαχειριστεί, τόσο μικρότερες είναι και οι πιθανότητες να το περάσουμε με επιτυχία.

Μπορεί, ημερολογιακά, κάθε χρόνος να τελειώνει 31 Δεκεμβρίου, στην πράξη όμως και σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής, το έτος τελειώνει τον Αύγουστο και αρχίζει ξανά τον Σεπτέμβρη. Ειδικά στους λαούς της Μεσογείου, όπως είναι και ο δικός μας, ο Αύγουστος είναι ο μήνας που θα δώσει χρόνο για συναναστροφή με προσφιλή πρόσωπα, αλλά και ευκαιρίες για συλλογισμό και προβληματισμό, τόσο κοιτάζοντας πίσω, όσο και προσδοκώντας σε μια καλύτερη επόμενη χρονιά.

Σε μια παραλία συνήθως, πέραν των χαλαρών και χωρίς νόημα συζητήσεων και αναγνώσεων των lifestyle περιοδικών για να ξεκουραστεί και το μυαλό, προκύπτει πάντα και η κουβέντα για ζητήματα όπως ο αθλητισμός, η κοινωνία, η οικονομία αλλά και η πολιτική. Επιμένω στο τελευταίο, διότι την πολιτική τη συζητά είτε άμεσα είτε έμμεσα ο καθένας, έστω και αν δεν το παραδέχεται. Ιδιαίτερα φέτος, που αποδείχθηκε ότι οι αποφάσεις του πολιτικού συστήματος δεν μπορούν να είναι κάτι ξένο, αλλά αφορούν τον καθένα, τη δραστηριότητα και την ποιότητα της ζωής του, πολύ περισσότερο από όσο θεωρούσε προηγουμένως.

Η πολιτική φέτος είχε την ευκαιρία της. Σε μια χρονιά που η οικονομική κρίση γονάτισε την ανάπτυξη και την ευημερία, θα μπορούσε το πολιτικό σύστημα να αναδείξει νέες ιδέες και κατευθύνσεις. Μέσα από τις δυσκολίες, άλλωστε, προκύπτουν και οι μεγάλες προκλήσεις και ευκαιρίες.

Δυστυχώς όμως αυτό δεν έγινε σε κανένα επίπεδο. Η Κύπρος δείχνει να χάνει το τρένο στους περισσότερους από τους τομείς. Και κυρίως στους τρεις βασικούς πυλώνες: στο Κυπριακό, στην οικονομία και στη δομή και ποιότητα του πολιτικού συστήματος.

 


Είναι ανιαρό οι παλινωδίες στο ΔΗΚΟ να είναι το πιο ενδιαφέρον θέμα συζήτησης 


Στο Κυπριακό, τη χρονιά που πέρασε, είχαμε πρώτα την απεγνωσμένη προσπάθεια της κυβέρνησης αλλά και άλλων να συνδράμουν στην επανεκλογή του κ. Ταλάτ. Ο σύντροφος του Προέδρου όμως απέτυχε, δίνοντας τροφή στη θεωρία του αδιάλλακτου Έρογλου, ο οποίος θα ήταν τόσο άτεγκτος στις ακραίες του θέσεις που όχι μόνο δεν θα επέτρεπε πρόοδο, αλλά θα μας απάλλασσε και από το βάρος να αποδείξουμε ότι την ευθύνη της μη προόδου τη φέρει η άλλη πλευρά. Το σενάριο αυτό προέτρεξαν να συμμερισθούν τόσο ο κ. Χριστόφιας, όσο και ολόκληρο το πολιτικό σύστημα. Κάνοντας ακόμη πιο εύκολη την προσπάθεια της Τουρκίας να εξωραΐσει τον Ντερβίς Έρογλου και να συνεχίσει να παρουσιάζεται ως η κατ’ εξοχήν πλευρά που θέλει λύση.

Το φθινόπωρο θα είναι θερμό για το εθνικό θέμα. Έχουμε κουράσει τον κόσμο όλο, πολύ περισσότερο όταν δείχνουμε με κάθε τρόπο ότι δεν ξέρουμε τι θέλουμε. Είναι άγνωστο το μέχρι πού θα φτάσει η διεθνής κοινότητα για να πιέσει για εξελίξεις. Όπως επίσης άγνωστο είναι αν η δική μας πλευρά έχει διάθεση να αναλάβει πραγματικές πρωτοβουλίες που δεν θα επιτρέπουν στην Τουρκία να συνεχίζει να εμφανίζεται και να κερδίζει τον χαρακτηρισμό της διαλλακτικής.

Στην οικονομία τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα. Συνεχίζουμε να πιπιλούμε την καραμέλα της ψυχολογίας, λες και με γιουρούσια μικροειδήσεων θα καταφέρουμε να γυρίσουμε το αρνητικό κλίμα. Ασφαλώς και επί μέρους θετικές εξελίξεις υπάρχουν. Εκείνο όμως που συνεχίζει να απουσιάζει είναι ένα στρατηγικό πλάνο δομικών αλλαγών στο Δημόσιο και αναθέρμανσης και εκ νέου ανάπτυξης της κυπριακής οικονομίας. Ακόμη και στη σχεδόν χρεοκοπημένη Ελλάδα, βλέπεις μια πολύ σοβαρή προσπάθεια που σιγά-σιγά δίνει αξιοπιστία και ελπίδα στην αγορά. Στην Κύπρο, παρακολουθείς την αδιέξοδη αποθέωση της λογικής του «σιωπάτε και πάλι θα περάσουμε»…

Και εδώ είναι που μπαίνει και το πολιτικό σύστημα. Η αδυναμία της κυβέρνησης να έχει σαφή κατεύθυνση και ευδιάκριτους άξονες κυβερνητικής πολιτικής, δεν έχει δυστυχώς απαντηθεί με απόλυτα πολιτικούς όρους. Με εναλλακτικά σχέδια δράσης που θα προσφέρουν τουλάχιστον την ελπίδα νέων λύσεων. Τα οποία, ακόμη και αν υπάρχουν, δεν είναι ευδιάκριτα στην κοινωνία των πολιτών. Αντιθέτως, κυριαρχεί μια βαρετή και ανούσια κοκορομαχία σε όλα τα επίπεδα. Είναι πολύ ανιαρό να αποτελούν οι παλινωδίες στο ΔΗΚΟ το πιο ενδιαφέρον θέμα πολιτικής συζήτησης, σε περίοδο κρίσης. Όπως και η αντιπαράθεση όλη να βασίζεται σε ρουσφέτια.

Στη φετινή παραλία, η πολιτική συζήτηση δεν θα μπορεί να είναι πλούσια για τον πολίτη. Μπορεί όμως να είναι δημιουργική για τους πολιτικούς. Μπαίνουμε και σε προεκλογική σεζόν, όλο και κάτι νέο μπορεί να ακούσουμε. Ας ελπίσουμε!

Έχω την αίσθηση ότι, πλην πολύ ελαχίστων εξαιρέσεων, ο κάθε πολίτης παρακολουθεί με πολύ ανάμικτες σκέψεις όλη αυτή την ιστορία της αναξιοκρατίας και των ρουσφετιών. Γελόκλαμα πρέπει να μας πιάνει, διότι τέτοιο δούλεμα από όλους προς όλους σε τόσο σύντομο χρόνο δεν έχει προηγούμενο. Και εξηγούμαι:

Υποκρισία μέγιστη είναι να θεωρείται ένας κατάλογος με αιτήματα για μετακινήσεις στον στρατό μέγα ζήτημα. Δεν θέλω να είμαι απόλυτος, αλλά δεν υπάρχει πολιτικό πρόσωπο που δεν έχει ζητήσει τέτοιες «ανθρωπιστικές βοήθειες», όπως και δεν υπάρχει κυπριακή οικογένεια που στέλνει τον γιο της στον στρατό και δεν ψάχνει τρόπο να τον «βολέψει» όσο καλύτερα γίνεται. Την ώρα που υπάρχουν εύλογες υποψίες για σκάνδαλα και διαφθορά εκατομμυρίων, προσλήψεις, προαγωγές, χαλαρώσεις, αναθέσεις, κακοδιαχείριση και ουδείς ασχολείται, δεν μπορούμε να αντιμετωπίζουμε το συγκεκριμένο φαξ ως «κεραυνό εν αιθρία» και ως γεγονός που δεν αντικατοπτρίζει την κυπριακή καθημερινότητα. Ο κ. Γεωργίου έκανε απλά τη δουλειά που του είχε ανατεθεί.

Το γέλιο βέβαια που προκάλεσε η ιστορία με τη γραμματέα, δεν περιγράφεται. Το ότι δεν την έχαψε κανείς, είναι δεδομένο. Διερωτώμαι πώς άντεξε και κράτησε την ψυχραιμία του ο κυβερνητικός εκπρόσωπος ενώ διηγείτο το παραμύθι. Αυτό που δεν αντιλαμβάνομαι, ωστόσο, είναι το γιατί να θεωρείται η «πρωτοβουλία» της γραμματέως που έχεις στο γραφείο σου να εκμεταλλευθεί το δικό σου όνομα και να ζητά εκ μέρους σου ποινικά κολάσιμες πράξεις, καλύτερο σενάριο από το να τις ζητάς μόνος σου. Δεν είναι χειρότερο να ξέρουν οι πολίτες ότι, στο Προεδρικό, αυτοί που έχουμε για να μας κυβερνήσουν, δεν ξέρουν καν τι κάνουν οι βοηθοί τους και δεν μπορούν να ελέγξουν ούτε το ίδιο το γραφείο τους;

 


Η ιστορία με τα ρουσφέτια θυμίζει τα σικέ παιγνίδια στο ποδόσφαιρο 


Υποκρισία εκ μέρους του Προέδρου και του ΑΚΕΛ είναι η συνέχιση της προσπάθειας να μας παρουσιάζουν τον εαυτό τους και τους ψηφοφόρους τους ως μονίμως αδικημένους. Μια χαρά ήταν είτε εντός είτε στις παρυφές όλων των κυβερνήσεων – με εξαίρεση τη δεκαετία Κληρίδη – και δεν υπάρχει σύντροφός τους έξω στην κοινωνία που να μην περηφανεύεται για την προθυμία των στελεχών του κόμματος πάντα να «βοηθήσουν». Το παραμυθάκι του «κατατρεγμένου» τούς έχει γίνει τόσο βίωμα, που ακόμη και σήμερα που κυβερνούν, επιμένουν να τα βλέπουν όλα ως προσωπικές επιθέσεις και συνωμοσίες και να εμφανίζουν τους εαυτούς τους ως «καημένους». Είναι ενδιαφέρουσα πρόκληση να δούμε αν, μέχρι το τέλος της πενταετίας, το ΑΚΕΛ θα παραδεχθεί ότι είναι κυβερνών κόμμα και ο κ. Χριστόφιας θα αντιληφθεί ότι είναι Πρόεδρος Δημοκρατίας και άρα αυτός έχει το πάνω χέρι και όχι οι άλλοι. Όπως και το ότι σήμερα το πάρτι των ημετέρων έχει χρώμα κόκκινο.

Συμφωνώ με το ότι η αντιπολίτευση που φωνάζει δεν είναι και αθώα περιστερά στο συγκεκριμένο θέμα. Όπως και δεν είναι κανένα κόμμα σε αυτό τον τόπο. Αυτό που αλλάζει κάθε φορά που έχουμε διαφοροποίηση στην εξουσία είναι ο βαθμός και το εύρος που λαμβάνει η αναξιοκρατία.

Είναι όμως η συνενοχή συγχωροχάρτι; Είναι το ότι το είχαν κάνει και άλλοι, η κολυμβήθρα του Σιλωάμ για ό,τι κακό συμβαίνει; Είναι η ασυλία των πολιτικών τόσο ευρεία που καταργεί τους νόμους που οι ίδιοι μόλις πριν από λίγο καιρό ψήφισαν; Αυτό είναι το ερώτημα σε αυτή την ιστορία, όπου οι «ένοχοι» πιάστηκαν στα πράσα. Διότι, κατά τη δική μου γνώμη, ο θεσμός που έχει πληγεί περισσότερο δεν είναι ούτε η κυβέρνηση, ούτε ο Πρόεδρος, ούτε καν η αξιοκρατία. Η δικαιοσύνη και η ισονομία των πολιτών έναντι των πολιτικών είναι που έχουν πληγεί ανεπανόρθωτα.

Η ιστορία με τα ρουσφέτια θυμίζει πολύ τα σικέ παιγνίδια στο ποδόσφαιρο. Όλοι ξέρουν ότι γίνονται και όλες οι ομάδες έχουν κατά καιρούς εμπλακεί. Τεράστια είναι η επιθυμία και η αποφασιστικότητα των αρμοδίων να τα καταπολεμήσουν, αλλά η μόνιμη επωδός που τους αποτρέπει είναι ότι δεν υπάρχουν αποδείξεις και στοιχεία. Αν λοιπόν σήμερα είχαμε το email της γραμματέως ενός προέδρου σωματείου με τηλεφώνημα παράγοντα άλλης ομάδας για να «κανονιστεί» ο διαιτητής ενός ματς και ένα φαξ του γενικού αρχηγού της ομάδας με παίκτες που θα «αγοράσουμε» για να έχουν μειωμένη απόδοση, θα είχαμε κινηθεί άραγε κ. εισαγγελέα για να σώσουμε την αξιοπρέπεια του κυπριακού ποδοσφαίρου ή θα λέγαμε ότι αυτά πάντα συμβαίνουν;