Ο αείμνηστος Τάσσος Παπαδόπουλος, είναι πανθομολογούμενο, δεν είχε και τις καλύτερες σχέσεις με τη διεθνή κοινότητα και ιδιαίτερα με όσους είχαν ανάμειξη στο Κυπριακό. Είτε τον θεωρούσαν εχθρικό είτε απίστευτα πεισματάρη είτε πολιτικό μιας άλλης εποχής είτε απελπιστικά νομικιστή είτε άνθρωπο που δεν επιθυμούσε τη λύση, ο τέως Πρόεδρος είχε απομονωθεί σημαντικά και μαζί του το Κυπριακό έπεσε εν πολλοίς στην απραξία και στην ανυπαρξία ενδιαφέροντος, μετά το φιάσκο του 2004.

Τα πιο πάνω ασφαλώς δεν γράφονται για τον μακαρίτη τέως Πρόεδρο. Κάθε άλλο. Είναι για τον νυν. Διότι το κοντράστ των πολιτικών – όπως επιχειρήθηκε από τον ίδιο τον κ. Χριστόφια να παρουσιαστεί στην αρχή – δημιούργησε στη διεθνή κοινότητα μεγάλες προσδοκίες ότι το Κυπριακό θα έβγαινε από το τέλμα. Προσδοκίες που συνεπικουρούνταν από σημαντικές αρχικές κινήσεις του Προέδρου στο Κυπριακό που οφείλουν όλοι να αναγνωρίσουν. Με την εκλογή του, λοιπόν, ο Δημήτρης Χριστόφιας έφερε κινητικότητα, επανέφερε το ενδιαφέρον και έβαλε μπροστά μια διαδικασία. Το ζήτημα όμως είναι αν η υπεραισιοδοξία που ο ίδιος ο Πρόεδρος δημιούργησε πριν από δύο χρόνια θα αποδειχθεί εν τέλει ωφέλιμη ή θα μας κτυπήσει ως μπούμερανγκ.

Δυστυχώς, μάλλον το δυσάρεστο δεύτερο σενάριο είναι που δείχνει να επικρατεί. Κι αυτό γιατί οι πρώτες κινήσεις Χριστόφια (σωστές ή λανθασμένες) δεν είχαν συνέχεια, δεν είχαν συνέπεια και δεν πείθουν πλέον τη διεθνή κοινότητα ότι συνοδεύονται από πραγματική ουσία και επιθυμία για λύση. Για να μην παρεξηγηθώ, δεν αμφισβητώ επ’ ουδενί τη βούληση του κ. Χριστόφια να λυθεί το Κυπριακό. Αμφισβητώ όμως τη μεθοδολογία, τη στρατηγική και την εν γένει αντίληψη που διαθέτει για το πώς παίζεται το διεθνές διπλωματικό παιχνίδι.


Το να είσαι εχθρικός είναι πιθανόν λιγότερο επιβλαβές παρά να είσαι αναξιόπιστος


Οι αστοχίες του Προέδρου έχουν αναφερθεί και αναλυθεί αρκετά. Περιόρισε την ανάγκη λύσης του Κυπριακού σε προσωπικό θέμα μεταξύ του ιδίου και του κ. Ταλάτ και ζήτησε και πέτυχε να μην αναμειγνύεται κανείς άλλος. Έβαλε μια δική του διαδικασία διαπραγματεύσεων, την οποία όλοι αποδέχθηκαν. Έκανε σημαντικές και σοβαρότατες υποχωρήσεις, χωρίς ούτε να πάρει κάποιο αντάλλαγμα, αλλά ούτε και να πετύχει αναγνώριση της πρωτοβουλίας και της γενναιοδωρίας του. Το πιο πρόσφατο και εξαιρετικά σοβαρό ήταν ο τρόπος αντιμετώπισης πρώτα της πιθανότητας και τελικά της εκλογής Έρογλου. Όπου η βεβαιότητα ότι θα δήθεν θα επικρατούσε στην άλλη πλευρά η σκληρή γραμμή, οδήγησε τη δική μας σε σκληρότερη…

Όλα αυτά φαίνονται στα μάτια των ξένων πολύ ευτράπελα, σε βαθμό που κινδυνεύουμε σοβαρά να μας βαρεθούνε όλοι. Και αν βάλουμε τον εαυτό μας στη θέση τους, μάλλον δεν θα τους βρούμε και πολύ άδικο. Τόσα χρόνια, όλος ο κόσμος θεωρούσε ότι ξέραμε τι θέλαμε και πού ελπίζαμε και προσέκρουε στην τουρκική αδιαλλαξία και στα συμφέροντα που έπρεπε να εξυπηρετηθούν. Τα τελευταία έξι-επτά χρόνια, όμως, εμείς διαλαλούμε με κάθε τρόπο ότι δεν ξέρουμε τι ζητάμε.

Άλλα λέμε στο εσωτερικό, άλλα στο εξωτερικό. Αμφισβητούμε διαδικασίες που οι ίδιοι έχουμε προτείνει. Έχουμε δυστυχώς καταφέρει να παρουσιάζεται ακόμη και ο κ. Έρογλου πιο διαλλακτικός από εμάς, αφήνοντας μονίμως την πρωτοβουλία στην άλλη πλευρά, που θεωρούμε ότι όλος ο κόσμος θα θεωρούσε αδιάλλακτη και δίνοντας διαρκώς την εντύπωση ότι εμείς είμαστε που δεν θέλουμε λύση.

Το να είσαι εχθρικός είναι πιθανόν λιγότερο επιβλαβές παρά να είσαι αναξιόπιστος. Κάτι τέτοιο κινδυνεύουμε να πάθουμε σήμερα, με μόνη διέξοδο να φαίνεται το στίγμα που έδωσε προχθές ο κ. Παπανδρέου, βασισμένος στην πρόταση Χριστόφια για διαγώνια διαπραγμάτευση, Αμμόχωστο και εμπόριο και διεθνή διάσκεψη υπό προϋποθέσεις. Να βγούμε εμείς επιτέλους ένα βήμα μπροστά στην πρωτοβουλία. Και να το προωθήσουμε κιόλας.

Για να το κάνουμε όμως, απαιτείται να ξεκολλήσουμε από τις αγκυλώσεις μας. Να μιλήσουμε ξανά στον έξω κόσμο, είτε δυτικούς είτε ανατολικούς. Να αντιληφθούμε τη θέση μας στην Ευρώπη, χωρίς αγκυλώσεις και σύνδρομα. Και αυτό είναι σήμερα το στοίχημα του Προέδρου. Για να σώσει την παρτίδα και ταυτόχρονα και την αξιοπιστία του, θα πρέπει να θυσιάσει πράγματα πολύ παλιά και όχι και τόσο σοβαρά για τον υπόλοιπο – πλην ΑΚΕΛ – κόσμο.

Advertisements

Πολύ ενδιαφέρον έχουν οι τεχνητές κρίσεις ΑΚΕΛ-ΔΗΚΟ που κατά καιρούς συμβαίνουν, για να δώσουν ουσιαστικά άλλο ένα φιλί ζωής στην περίεργη αυτή συνεργασία. Με πιο χαρακτηριστική βέβαια και ιδιαίτερη την τελευταία. Αυτή που προηγήθηκε της καθιερωμένης συνάντησης Χριστόφια-Καρογιάν, η οποία κάθε φορά γίνεται, για να εκτονωθεί η έκρυθμη κατάσταση. Ιδιαίτερη, μια και το ΑΚΕΛ αποφάσισε να μην αφήσει τον συνέταιρό του μόνο στην αμφισβήτηση της κοινής τους πορείας, αλλά επέλεξε να παίξει και το ίδιο στο επικοινωνιακό παιχνίδι. Θέλησε να ρίξει και το ίδιο καμιά τουφεκιά, μη αντέχοντας προφανώς να κάθεται συνέχεια στην άμυνα…

Τις τελευταίες βδομάδες, λοιπόν, πάρθηκαν από το κυβερνών ΑΚΕΛ δύο πολύ σημαντικές πρωτοβουλίες-κινήσεις προς την ίδια κατεύθυνση. Η πρώτη, να επιχειρήσει να διαχωριστεί από το Προεδρικό και τον κ. Χριστόφια ως ένα διαφορετικό κέντρο λήψης αποφάσεων και πρωτοβουλιών. Η δεύτερη, να αποτελέσει ξεχωριστή πηγή στη διαρροή πληροφοριών προς τα ΜΜΕ – και κατ’ επέκταση προς την κοινωνία – και να εμφανίζεται σε συγκεκριμένα θέματα (όπως το ζήτημα της συνεργασίας με το ΔΗΚΟ), πιο ακραίο και πιο πιεστικό από όσο ο ίδιος ο Πρόεδρος.

Με αυτή τη λογική, η Κεντρική Επιτροπή του ΑΚΕΛ αποφάσισε να θέσει στην ατζέντα της θέμα για τη συμπεριφορά του ΔΗΚΟ. Θέλοντας να πείσει ότι μπορεί να συζητήσει το θέμα αυτό μόνη της, χωρίς την ανάμειξη του Προεδρικού, διέρρεε το ΑΚΕΛ για εβδομάδες ότι θα θέσει θέμα στον Πρόεδρο. «Ως εδώ και μη παρέκει», έλεγαν οι εκπρόσωποι του κόμματος. «Δεν μπορεί να συνεχίσει αυτή η κατάσταση. Δεν μπορεί να θέλουν μόνο, πρέπει να δίνουν κιόλας. Δεν μπορούν να είναι με το ένα εντός και το άλλο εκτός κυβέρνησης. Δεν μπορούν να απολαμβάνουν τα καλά και να μη συμμετέχουν στα κακά».

 


Ο κ. Χριστόφιας μιλά στον κ. Καρογιάν από θέση ελάχιστης ισχύος 


Ασφαλώς, το θέμα ποτέ δεν συζητήθηκε στην Κεντρική Επιτροπή και ποτέ δεν τέθηκε στον Πρόεδρο. Γιατί πολύ απλά δεν θα μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο. Προεδρικό και ΑΚΕΛ είναι ένα και το αυτό. Δεν μπορεί να λειτουργεί ο ένας μακριά από τον άλλον. Ούτε και είναι στη νοοτροπία του ΑΚΕΛ να παίζει το ακραίο, σε ό,τι αφορά θέματα σχέσεων με εκείνα τα κόμματα, στη συνεργασία των οποίων πάντοτε προσβλέπει. Ακόμη και αν το ΔΗΚΟ έφτασε να καταψηφίζει και να κατακεραυνώνει στη Βουλή τα οικονομικά νομοσχέδια, το ΑΚΕΛ μόνο φραστικές κορώνες τόλμησε να εκστομίσει.

Η σημερινή κυβέρνηση έχει πολλά προβλήματα. Απέτυχε η πολιτική της στο Κυπριακό, με αποτέλεσμα να μας έχει βαρεθεί ο κόσμος όλος. Προσπάθησε να ισορροπήσει σε δύο βάρκες και κινδυνεύει να πνιγεί. Στην οικονομία πάει από το κακό στο χειρότερο, αποδεικνύοντας καθημερινά ότι δεν ξέρει και δεν μπορεί να τη διαχειριστεί. Στην εσωτερική διακυβέρνηση ζούμε μια – ως επί το πλείστον – βαρετή και ανιαρή ακινησία, με πολλές εξαγγελίες, αλλά λίγες πράξεις, πέρα από την έντονη αίσθηση διαπλοκής που επικρατεί σε κάποιους τομείς.

Σε όλα αυτά τα βάρη, λοιπόν, η κυβέρνηση Χριστόφια έχει ακόμη ένα. Ότι δεν μπορεί και δεν αντέχει να είναι μόνη. Ήδη νιώθει ότι δεν πάει καλά και αυτό φαίνεται από την αγωνία των κομματικών στελεχών να δικαιολογούνται καθημερινά. Πού να αντέξουν έστω την προοπτική αυτοί που πάντοτε στήριζαν άλλους, να αισθανθούν μοναξιά και απομόνωση στην κυβέρνηση; Και το δυστύχημά τους είναι ότι το ξέρουν όλοι αυτό. Προσθέτοντας ακόμη μια τεράστια αδυναμία στον Πρόεδρο Χριστόφια. Να κάθεται και να συζητά με τον κ. Καρογιάν από θέση ελάχιστης ισχύος.

Το έχω γράψει πολλές φορές και θα το επαναλάβω με κάθε καλή διάθεση. Διακυβέρνηση χωρίς σχέδιο δεν γίνεται. Δεν μπορείς να κυβερνάς και να μην είναι σαφές το πού θέλεις να κατευθύνεις και να πας τη χώρα. Είτε στο εθνικό της πρόβλημα είτε στην εσωτερική διακυβέρνηση.

Αν αντί να βάζεις κάτω το σχέδιό σου και να συμφωνάς με εκείνους που θέλεις να συνεργαστείς, επιλέγεις κάθε φορά σολομωνικές λύσεις, για να «περάσουμε», σε βαριούνται όλοι. Και όσο γίνεται αυτό, τόσο θα μεγαλώνει η αίσθηση της αναξιοπιστίας και για τον Πρόεδρο και για το κόμμα του. Ιδιαίτερα όταν πάει να απειλήσει κιόλας ότι θα διώξει άλλους!

Στη χώρα μας, το σύνταγμα που μας προέκυψε από τις Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου, πέρα από τη συμμετοχή των Τουρκοκυπρίων σε όλο το φάσμα διακυβέρνησης, μας κληροδότησε και ένα πιο «αμερικάνικο» πολιτειακό σύστημα. Ανεξαρτήτως λοιπόν αν σε κάποιον αρέσει ή όχι, θα πρέπει – λειτουργώντας εντός των πλαισίων του – να αποδεχθεί κάποιες θεμελιώδεις του φιλοσοφίες.

Πρώτη φιλοσοφική αρχή του συστήματος είναι ότι δεν υπάρχει δημοκρατικός τρόπος για να οδηγηθούμε σε έκτακτες προεδρικές, κάτι που ίσως πολλοί να θέλαμε σήμερα…

Δεύτερη φιλοσοφική αρχή είναι ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί να διαχειρίζεται σχεδόν χωρίς κανένα έλεγχο μια σειρά από θέματα και να λαμβάνει αποφάσεις είτε μόνος, είτε μαζί με το Υπουργικό Συμβούλιο που ο ίδιος διορίζει.

Τρίτη και πολύ βασική αρχή είναι ότι για ένα ευρύ φάσμα ζητημάτων ο Πρόεδρος χρειάζεται τη συγκατάθεση της Βουλής των Αντιπροσώπων. Είναι εξαιρετικά σημαντική η αντίληψη της λέξης συγκατάθεση. Διότι προνοεί σύνθεση και συμφωνία, ή έστω ανοχή, αποκλείοντας την έννοια της επιβολής.

 


Το σύνταγμά μας προνοεί σύνθεση αντί τυφλή υπακοή 


Το τονίζω αυτό διότι θεωρώ ότι ο κ. Χριστόφιας, δηλώνοντας με αφορμή την καταψήφιση των οικονομικών του νομοσχεδίων ότι «τα κόμματα πρέπει να θέσουν το σύνταγμα και τους θεσμούς πάνω από τα μικροκομματικά και τα άλλα συμφέροντα», παραβιάζει ο ίδιος και το γράμμα και το πνεύμα του συντάγματος. Διότι ακριβώς είναι θεμελιώδης συνταγματική πρόνοια η ανάγκη συμφωνίας της Βουλής με την αύξηση για παράδειγμα κατά 10% της φορολογίας των εταιρειών. Και είναι δικαίωμα του Κοινοβουλίου η διαφωνία.

Δεν ξέρω αν ο κ. Χριστόφιας συμβουλεύθηκε τον σύμβουλό του επί συνταγματικών θεμάτων κ. Τσελεπή πριν κάνει αυτές τις δηλώσεις, αλλά εγώ, που ούτε δικηγόρος, ούτε συνταγματολόγος είμαι, μπορώ πολύ πρόχειρα να επικαλεστώ δύο καλά παραδείγματα για να αποδείξω πόσο εκτός τόπου είναι οι προεδρικές κατηγορίες.

Ας πάμε πρώτα στις ΗΠΑ. Εκεί όπου ο Πρόεδρος Ομπάμα εξελέγη με προγραμματική σημαία τη μεταρρύθμιση στον τομέα της υγείας, μέσω της θέσπισης του δικού του ΓεΣΥ. Ένα χρόνο πάλευε και διαβουλευόταν ο κ. Ομπάμα για να πετύχει τη συναίνεση της Βουλής στο μεγαλόπνοο σχέδιό του. Και μόνο όταν πέτυχε τη συμφωνία της πλειοψηφίας, πήγε στο Κοινοβούλιο το νομοσχέδιο για έγκριση. Αν λοιπόν η αμερικανική Βουλή απέρριπτε τη συγκεκριμένη μεταρρύθμιση, παρά την πολύ νωπή και ισχυρή λαϊκή εντολή που την περιέβαλλε, θα είχαμε συνταγματική εκτροπή; Ασφαλώς όχι.

Ας έρθουμε όμως και στην Κύπρο. Το 2002 και ενόψει ένταξης, ο Πρόεδρος Κληρίδης βρέθηκε με το κεφάλι στη λαιμητόμο, εφόσον η Ε.Ε. δεν επέτρεπε να ισχύει στην Κύπρο άλλο φορολογικό καθεστώς για τις υπεράκτιες και άλλο για τις ντόπιες εταιρείες. Έπρεπε λοιπόν να μειωθεί ο εταιρικός φόρος στο 10%, προκειμένου να είναι ο ίδιος για όλους. Η κυβέρνηση τότε, στην οποία δεν συμμετείχε άλλος πέραν του ΔΗΣΥ, ξεκίνησε σειρά διαβουλεύσεων με τα κοινοβουλευτικά κόμματα (συμπεριλαμβανομένου του ΑΚΕΛ) για να εξασφαλίσει τη συναίνεση και να σώσει την οικονομία από τη βέβαιη φυγή των υπεράκτιων κεφαλαίων. Κατά τον πραγματικό διάλογο που διεξήχθη τότε, η κυβέρνηση Κληρίδη υπαναχώρησε σε σειρά θεμάτων, αποδέχθηκε αύξηση του αφορολόγητου στις 12.000 λίρες, παρά το προφανές δημοσιονομικό έλλειμμα που θα δημιουργείτο, και πήγε στη Βουλή μόνο όταν εξασφάλισε τη συναίνεση του σώματος. Αν δεν την είχε εξασφαλίσει και η Βουλή απέρριπτε τον νόμο, θα έφταιγε το Σώμα; Ασφαλώς όχι.

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας πήγε στη Βουλή ένα καταστροφικό για την οικονομία νομοσχέδιο (αυτό πιστεύει η πλειοψηφία των κομμάτων) χωρίς καν να το συζητήσει με τον συνέταιρό του στην κυβέρνηση. Και αντί να δηλώσει mea culpa για τον αυταρχισμό που ξανά επέδειξε, ζητάει και τα ρέστα!

Στην Κύπρο, δεν έχουμε σύστημα κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, όπου το κυβερνών σχήμα έχει την απόλυτη πλειοψηφία στη Βουλή και επικαλούμενο την κομματική πειθαρχία περνά όλα τα κρίσιμα νομοσχέδια. Δεν έχουμε ούτε σοβιετικού τύπου «λαϊκή δημοκρατία», όπου η κεντρική επιτροπή θα αποφασίσει αυτό που το ανώτατο σοβιέτ θα εγκρίνει με συνοπτική διαδικασία. Το σύνταγμά μας προνοεί τη σύνθεση και την εκ των προτέρων διαβούλευση αντί της τυφλής υπακοής. Σημαντική διαφοροποίηση μεταξύ της διακυβέρνησης ενός κράτους από την επιβολή σε ένα κομμουνιστικό κόμμα…

Τον Νοέμβριο του 2008 και κατά την επίσκεψή του στη Μόσχα, ο κ. Χριστόφιας δήλωνε πανευτυχής που υποστήριξε τη ρωσική πρόταση για νέο δόγμα ασφάλειας, κινούμενος ενάντια στις ευρωπαϊκές θέσεις. Σημείωσε μάλιστα ότι «η ρωσική πρόταση, την οποία εμείς χαιρετίσαμε, θέλει να επαναφέρει την τάξη στη βάση του διεθνούς δικαίου, σε αντίθεση με τις νέες τάξεις πραγμάτων, που σημαίνουν αταξίες και αναρχία στη διεθνή σκηνή”, ανασύροντας από το χρονοντούλαπο της ιστορίας το ξεχασμένο σύνθημα περί ΕΟΚ και ΝΑΤΟ. Πρόσφατα, η χώρα μας δέχθηκε από τη Ρωσία τα εύσημα, επειδή εμείς ταχθήκαμε στο πλευρό της για το θέμα, αντιμαχόμενοι την Ε.Ε.

Την ίδια περίοδο, ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας δήλωνε ότι δεν ένιωσε ποτέ δυσμενή διάκριση, επειδή ηγείτο (τότε) του κυπριακού κομμουνιστικού κόμματος, αναφερόμενος στη συμπεριφορά των Ευρωπαίων απέναντί του.

Η Δύση, από την άλλη, έδειξε προς τη δική μας Αριστερή κυβέρνηση μεγάλη κατανόηση από την εκλογή της, προσδοκώντας προφανώς πρόοδο στο κυπριακό πρόβλημα. Ουδέποτε έθεσε θέματα ιδεολογικής προέλευσης και προσανατολισμού της εξωτερικής μας πολιτικής. Και η Ευρώπη και οι ΗΠΑ και η κυνική Μ. Βρετανία αποδέχθηκαν την εκλογική βούληση του λαού μας, κρίνοντάς την μάλιστα και ελπιδοφόρα (ως όφειλαν, για να μην παρεξηγηθώ, αλλά και ως δεν συνηθίζουν, για να λέμε και την πραγματικότητα). Πίστεψαν οι ξένοι ότι οι παλιόφιλοι Χριστόφιας και Ταλάτ θα έλυναν το ζήτημα, με βάση απλά και μόνο τη σχέση τους, όπως ο δικός μας Πρόεδρος άφηνε να νοηθεί.

Στη χειρότερη ακριβώς στιγμή, τώρα δηλαδή που η πραγματική επιθυμία του Δημήτρη Χριστόφια να λυθεί το Κυπριακό έφτασε να αμφισβητείται διεθνώς και να συζητούνται τρόποι αναβάθμισης των Κατεχομένων, καταφέραμε δυστυχώς και πάλι να εκπέμψουμε τη χειρότερη δυνατή εικόνα, τόσο ως σοβαρή χώρα όσο και ως ευρωπαϊκό κράτος. Αναφέρομαι ασφαλώς στην απόδραση του υπόπτου για κατασκοπεία υπέρ της Ρωσίας.


Όταν μια Αριστερή κυβέρνηση «χάνει» Ρώσο κατάσκοπο, δημιουργούνται πολύ κακοί συνειρμοι


Είναι αλήθεια ότι εδώ στην Κύπρο μπορούμε να βρούμε πολλές δικαιολογίες ως προς το γιατί αφέθηκε ελεύθερος με χαλαρούς περιοριστικούς όρους ο κατηγορούμενος για κατασκοπεία Καναδός υπήκοος. Είτε ότι το κατηγορητήριο δεν ήταν και πολύ βαρύ είτε ότι η δική μας Αστυνομία και υπηρεσίες έχουν τόσο μεγάλο σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα, που δεν θα ενδώσουν στην αστυνομοκρατία και θα παρακολουθούν από κοντά έναν άνθρωπο, έστω και αν φιγουράρει στα πρωτοσέλιδα του CNN και του BBC. Αυτά όμως δεν απασχολούν κανέναν έξω από τα χωρικά μας ύδατα, όπως δεν θα απασχολούσαν και εμάς οι λόγοι, αν για παράδειγμα ο κατηγορούμενος για τη δολοφονία Χατζηκωστή διέφευγε των Αρχών της Μολδαβίας με όμοιες νομοτυπικές δικαιολογίες.

Το τι συνέβη πράγματι με τον φερόμενο ως κατάσκοπο ουδείς σοβαρός άνθρωπος μπορεί να το εικάσει. Από το πιο απλό μέχρι και το πιο πολύπλοκο σενάριο μπορούν να έχουν βάση. Το ότι όμως το κύρος της χώρας μας έχει και πάλι πληγεί ανεπανόρθωτα σε διεθνές επίπεδο αποτελεί δεδομένο, με επιπτώσεις σημαντικές και σε επίπεδο αξιοπιστίας στην εξωτερική πολιτική, αλλά και στο επίπεδο της οικονομίας και των ξένων επενδύσεων.

Ήδη τα πιο μεγάλα και σοβαρά διεθνή ΜΜΕ χλευάζουν τη χώρα μας με τα χειρότερα λόγια, αφήνοντας πολλά υπονοούμενα για τη σοβαρότητά της, αλλά και σενάρια για προσπάθειά μας να βοηθήσουμε τη ρωσική κατασκοπεία. Και πώς άλλωστε θα μπορούσε να γίνει αλλιώς;

Όπως και να το κάνουμε, όταν μια Αριστερή κυβέρνηση, με επανειλημμένες τοποθετήσεις υπέρ της Ρωσίας και ένα σωρό επενδύσεις από τη χώρα «χάνει» Ρώσο «κατάσκοπο», δημιουργούνται πολύ κακοί συνειρμοί. Πολύ περισσότερο δε όταν το δικό μας αποτελεί κράτος που αποδεδειγμένα και χωρίς κανέναν σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα παρακολουθεί διαδικτυακά blogs και μικρές περιθωριακές ομάδες πολιτών, απλά και μόνο επειδή έχουν «πιστεύω» που συγκρούονται με εκείνα του ΑΚΕΛ και του Προέδρου.

Είναι για ένα κράτος θέμα προτεραιότητας το κύρος και η αξιοπιστία του. Προτεραιότητα που δείχνουμε δυστυχώς να μην έχουμε καθόλου έγνοια να διαφυλάξουμε…