Το ευρωπαϊκό οικοδόμημα ξεκίνησε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ως μια εμπορική συνεργασία μεταξύ χωρών που προχώρησαν αργότερα σε κατάργηση των τελωνείων μεταξύ τους και άνοιξαν τις πόρτες και σε άλλους, για να δημιουργήσουν την ΕΟΚ. Οι Ευρωπαίοι οραματιστές βρήκαν τότε την ευκαιρία να θέσουν σε εφαρμογή το όνειρο της ευρωπαϊκής πολιτικής ένωσης.

Μια πορεία που καταπολεμάτε συστηματικά από τα δύο άκρα: Από τη μια τους Ακροδεξιούς και τους κομμουνιστές, που σε μια περίεργη συμμαχία ευρωσκεπτικισμού βλέπουν συνωμοσίες και φαντάσματα εις βάρος των λαών. Από την άλλη, τους αρρωστημένους ευρωλάγνους, που ουτοπικά θεωρούν ότι για χάρη της πολιτικής ένωσης μπορούν να ισοπεδωθούν τα πάντα και να εξαφανιστούν ως διά μαγείας οι ιδιαιτερότητες και τα μοναδικά χαρακτηριστικά που ο κάθε λαός έκτισε μέσα από τους αιώνες της ιστορίας του.

Η Ευρώπη, από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά, δεν αντιμετώπισε στο εσωτερικό τις σημαντικές αναταραχές μεταξύ κρατών, για να δοκιμαστεί. Στις δύο περιπτώσεις που κλήθηκε να διαχειριστεί καταστάσεις, στους πολέμους της Γιουγκοσλαβίας και του Ιράκ, η Ένωση απέτυχε παταγωδώς να έχει κοινή πολιτική. Με το βλέμμα στραμμένο κατά προτεραιότητα στις εμμονές των ΗΠΑ, μεγάλος αριθμός χωρών πούλησαν εν μία νυχτί την κοινή εξωτερική πολιτική – έστω και αν οι δύο περιπτώσεις δεν τους αφορούσαν άμεσα – φέρνοντας ανεπανόρθωτο πλήγμα αξιοπιστίας.

 


Αποτελεί για την Ένωση όνειδος η διαχείριση της Ελληνικής κρίσης 


Σε όλα αυτά τα χρόνια, η Ευρώπη βίωνε κατά κόρον οικονομική ανάπτυξη και πρόοδο. Στη διαχείριση της ευημερίας, η Ένωση αποδείχθηκε εξαιρετικά ικανή. Με κοινές πολιτικές, με συμφωνημένες συνθήκες που επέβαλλαν την ελάχιστη εξέλιξη και εκσυγχρονισμό, με υψηλό αίσθημα ευθύνης στην προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά και των δικαιωμάτων των καταναλωτών. Στις πλείστες των περιπτώσεων, οι απαιτήσεις συμφωνιών, όπως εκείνης του Μάαστριχτ, δεν ήταν παραλογισμοί του μικρόκοσμου των Βρυξελλών, αλλά στόχοι που θα έπρεπε ούτως ή άλλως να υπάρχουν για κάθε χώρα.

Η ικανότητα της Ε.Ε. στον χειρισμό του πλούτου πόρρω απέχει όμως από τη δυνατότητα αντιμετώπισης της οικονομικής δυσπραγίας. Με το πρόσφατο παράδειγμα της Ελλάδας, αποτελεί κατά τη γνώμη μου όνειδος, ακόμη και η δυνατότητα της Ένωσης να διαχειρίζεται την οικονομία.

Να ξεκαθαρίσουμε λίγο τα πράγματα. Έχουν προφανές και αδιαμφισβήτητο δίκαιο όσοι κατηγορούν το πολιτικό σύστημα της Ελλάδας για κακοδιαχείριση και προσπάθεια εξαπάτησης των ευρωπαϊκών θεσμών. Όπως και για την έφεση να σκορπά δανεικά, να επιτρέπει διασπάθιση και να διογκώνει τον δημόσιο τομέα. Η αντίληψη του βολέματος στο Δημόσιο ή της οικονομικής εξάρτησης από αυτό, που επικράτησε ακόμη και σε προοδευτικούς και ικανούς ανθρώπους, ήταν μονόδρομος προς την αποτυχία. Μπορεί ακόμη να έχει δίκιο η Ελλάδα, όταν φωνάζει για την ανάγκη της να υπερασπίζεται μόνη τα σύνορα από λαθρομετανάστες και γείτονες, αλλά το ότι είναι η ίδια η χώρα που φέρει το μεγαλύτερο μερίδιο της ευθύνης αποτελεί θέσφατο.

Θα πρέπει όμως, την ίδια στιγμή, να αξιολογηθεί το πώς η Ευρώπη διαφυλάσσει το οικοδόμημά της έναντι της απειλής που προκύπτει από την κακή κατάσταση στην οποία έχει περιπέσει μια μικρή χώρα-μέλος. Απειλή που απευθύνεται πρώτα απ’ όλα στην ίδια την πορεία του ευρώ, της μεγαλύτερης ευρωπαϊκής επιτυχίας και του κυριότερου οχήματος ενοποίησης.

Το ευρώ αποτελεί τη συνέχεια του γερμανικού μάρκου. Οι γερμανικές τράπεζες αποτελούν τον μεγαλύτερο δανειστή της Ελλάδας, με κοντά στα 40 δισ. χρέος. Ωστόσο, η μικροπολιτική κατάσταση της Γερμανίας ήταν αρκετή για να θέσει ακόμη και το οικονομικό οικοδόμημα σε κίνδυνο και να στείλει την Αθήνα στο ΔΝΤ, ξεγυμνώνοντας και άλλο τους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς ελέγχου.

Ο μόνος μηχανισμός που αντιμετώπισε με σταθερή πολιτική και σθένος την κρίση ήταν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Ο μόνος ευρωπαϊκός θεσμός δηλαδή που έχει ηγεσία. Γιατί όλοι οι υπόλοιποι δείχνουν καθημερινά το έλλειμμα εξουσίας και το πόσο ευάλωτοι είναι. Επαναφέροντας επιτακτικά την ανάγκη να υπάρχει στην Ένωση, νομιμοποιημένη με την ψήφο των πολιτών ηγεσία. Αυτό είναι που πρέπει πρώτα να ζητά ο καθένας που πιστεύει στο κοινό οικοδόμημα. Γιατί αλλιώς κανείς δεν θα βάλει ποτέ σε προτεραιότητα την ίδια την Ευρώπη, δικαιώνοντας τα άκρα που την καταπολεμούν.

No Comment

22/04/2010

Ενδιαφέρουσα Άποψη – του Σταύρου Χριστοδούλου*

Η αρχή είναι το ήμισι του παντός.
Αθκειασερός παπάς θάφκει τζιαι ζωντανούς.
Μάζευε και ας είν’ και ρώγες.
Η αλήθεια είναι κουτσή, αλλά φτάνει στην κορφή.
Όποιος γελά τελευταίος γελά καλύτερα.
Η ανάγκη κάνει το παλικάρι.
Για χάρη του βασιλικού ποτίζεται και η γλάστρα.
Ένας κούκος δεν φέρνει την άνοιξη.
Η γλώσσα κόκαλα δεν έχει μα κόκαλα τσακίζει.
Ο πνιγμένος από τα μαλλιά του πιάνεται.
Η γριά η κότα έχει το ζουμί.
Απόν αππέξω του χορού, πολλά τραούθκια ξέρει.
Η δουλειά δεν είναι ντροπή.
Το έξυπνο πουλί από τη μύτη πιάνεται.
Η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που τρώγεται κρύο.
Κάλλιο πέντε και στο χέρι παρά δέκα και καρτέρει.
Η ιστορία επαναλαμβάνεται.
Ο βήχας και ο παράς δεν κρύβονται.
Η ισχύς εν τη ενώσει.


Όποιος ψάχνει τα συμπεράσματα από την επίσκεψη Παπανδρέου στην Κύπρο δεν έχει παρά να ανατρέξει στον πλούτο της λαϊκής σοφίας.


Νηστικό αρκούδι δεν χορεύει.
Η καθαριότητα είναι μισή αρχοντιά.
Άλλος έχει τ’ όνομα και άλλος τη χάρη.
Η καλή μέρα απ’ το πρωί φαίνεται.
Δώκε θάρρος του χωρκάτη να μπει με τες ποΐνες στο κρεβάτι.
Αλλού τα κακαρίσματα και αλλού γεννούν οι κότες.
Η καλή νοικοκυρά είναι δούλα και κυρά.
Αν έχεις τέτοιους φίλους τι τους θέλεις τους εχθρούς.
Η κότα έκανε τ’ αβγό ή το αβγό την κότα;
Έλα παππού να σου δείξω τ’ αμπέλια σου.
Αν δεν παινέψεις το σπίτι σου θα πέσει να σε πλακώσει.
Ή μικρός-μικρός παντρέψου ή μικρός καλογερέψου.
Αν δεν βρέξεις κώλο ψάρια δεν τρως.
Ήβρες φαΐ φάε, ήβρες ξύλο φύε.
Η νύχτα βγάζει επίσκοπο κι η αυγή μητροπολίτη.
Από ’ξω κούκλα κι από μέσα πανούκλα.
Ή παπάς-παπάς, ή ζευγάς-ζευγάς.
Βρήκαμε παπά, ας θάψουμε καμπόσους.
Η πολλή δουλειά τρώει τον αφέντη.
Είπαν του πελλέ, τζιαι επέλλανεν τέλεια.
Δείξε μου το φίλο σου να σου πω ποιος είσαι.
Ή στραβός ειν’ ο γιαλός ή στραβά αρμενίζουμε.
Ένας κούκος δεν φέρνει την άνοιξη.
Η τιμή τιμή δεν έχει και χαράς τον που την έχει.
Πού σου νέφκω, πού πάεις.
Από το στόμα σου και στου Θεού τ’ αφτί.
Η τρέλα δεν πάει στα βουνά.
Για χάρη του βασιλικού ποτίζεται και η γλάστρα.
Η φτώχεια θέλει καλοπέραση.
Στους στραβούς κυβερνάει ο μονόφθαλμος.
Μεγάλον βούκκον φάε, μεγάλον λόον μεν πεις.
Η Κύπρος αποφασίζει, η Ελλάδα συμπαρίσταται.

* Ο Σταύρος Χριστοδούλου είναι Υπεύθυνος Περιοδικών του Ομίλου «Φιλελεύθερος». Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Ο Φιλελεύθερος” την 18η Απριλίου 2010

Εδώ και τρεις μήνες κυριαρχεί και εμπεδώνεται το σενάριο της επικράτησης του κ. Ντερβίς Έρογλου στην εκλογική διαδικασία των Κατεχομένων. Ένα γεγονός που το λογικό θα ήταν να δημιουργήσει σκιές στην τουρκική διπλωματική στρατηγική.

Το μαξιλάρι του «Ναι» που είπαν η Τουρκοκύπριοι στο Σχέδιο Ανάν, σε συνδυασμό με την έξωθεν καλή μαρτυρία που τους εξασφάλιζε η παρουσία Ταλάτ στο τιμόνι της τ/κ κοινότητας, έδιναν στην Τουρκία τεράστιο περιθώριο ελιγμών και αξιοσημείωτη απενοχοποίηση. Ο κ. Ταλάτ, άλλωστε, ό,τι κι αν κατά καιρούς εμείς υποστηρίζαμε, είχε πετύχει να εμπεδώσει την εντύπωση διεθνώς ότι επιθυμεί τη λύση του Κυπριακού και εργάζεται για αυτήν, κάτι που ενίσχυε και ο Πρόεδρος Χριστόφιας με τις αλλεπάλληλες σχετικές αναφορές του.

Το αξιοπερίεργο, ωστόσο, όπως εξελίσσονται τα πράγματα, δεν είναι η πιθανολογούμενη βέβαιη εκλογή Έρογλου, αλλά ο δικός μας χειρισμός αυτής της προοπτικής. Διότι, εδώ και τρεις μήνες, θα έπρεπε να φροντίζουμε να διογκώνουμε τη σκιά πάνω από την τουρκική διπλωματία για να την υποχρεώσουμε να πείσει ξανά για την ύπαρξη βούλησης για λύση του Κυπριακού. Θα ήταν χρήσιμο να καταφέρναμε τη δημιουργία των συνθηκών που θα πίεζαν τον κ. Έρογλου να χρειάζεται να αποδείξει πράγματα στη διεθνή κοινότητα την επομένη της εκλογής του. Θα ήταν στρατηγικό πλεονέκτημα, η επόμενη μέρα της εκλογικής διαδικασίας να ήγειρε ζητούμενα για την άλλη πλευρά να απαντήσει.


Προτρέχουμε να εξαγνίσουμε τον Ντερβίς Έρογλου πριν καν εκλεγεί


Δυστυχώς δεν κάναμε τίποτα από τα πιο πάνω, αλλά ακριβώς τα αντίθετα. Επικεντρωθήκαμε σε τρεις εντελώς λανθασμένους άξονες, που όχι μόνο δεν έφεραν τα δέοντα αποτελέσματα για τη δική μας πλευρά, αλλά σε μεγάλο βαθμό έχουν απαλλάξει την Τουρκία από το βάρος της ευθύνης για την επόμενη μέρα. Προτρέχουμε να εξαγνίσουμε τον Ντερβίς Έρογλου πριν καν εκλεγεί και δείχνουμε ότι δύσκολα θα χειριστούμε την πιθανή εκλογή του.

Λάθος πρώτο το ότι η εκλογή Ταλάτ έγινε δικό μας πρόβλημα αντί πρόβλημα της Τουρκίας. Η στρατηγική του Προέδρου Χριστόφια ήταν από την πρώτη μέρα της εκλογής του βασισμένη πάνω στην παρουσία του «συντρόφου» του. Το παραδεχόταν και το διαλαλούσε παντού. Για να τον στηρίξει στις δύο πρόσφατες εκλογικές διαδικασίες των Κατεχομένων, απέφυγε να διαπραγματευτεί κεφάλαια που θα δημιουργούσαν πολιτικό πρόβλημα στον Τ/κ ηγέτη. Τον στήριξε προεκλογικά με δημόσιες δηλώσεις και μπήκε στο παιγνίδι των ξένων, που ζητούσαν απεγνωσμένα την έκδοση κοινού ανακοινωθέντος για να βοηθηθεί. Στρατηγικές επιλογές που μετακύλισαν τη διεθνή πίεση, για κινήσεις που θα βοηθούσαν τον Ταλάτ, από την Άγκυρα στην ελεύθερη Λευκωσία και που μπορούν να δικαιολογήσουν οποιοδήποτε βήμα αντεκδίκησης και δυσπιστίας του Έρογλου.

Λάθος δεύτερο είναι αυτό που επισημαίνεται από την πρώτη στιγμή μέσα από αυτές τις γραμμές. Βιαστήκαμε να προβούμε σε ένα σωρό παραχωρήσεις για να βοηθήσουμε – μεταξύ άλλων – και τον «σύντροφο». Δώσαμε εποίκους και εκ περιτροπής με τρόπο που, αν τα αποδεχθεί η άλλη πλευρά, θα θεωρείται ότι υποχωρεί κιόλας. Συμφωνήσαμε την ύπαρξη προόδου στα θέματα όπου μπορούμε να δώσουμε και αναμένουμε την εκλογική διαδικασία για να συζητήσουμε μετά αυτά που έχουμε να παίρνουμε (ασφάλεια, περιουσίες, εγγυήσεις κ.λπ.). Ο κ. Έρογλου ασφαλώς και δεν θα αναγνωρίσει καμία οφειλή προς τον κ. Χριστόφια. Η Τουρκία πιθανότατα θα επικαλείται τον νέο Τ/κ ηγέτη και μπορεί να δηλώνει ότι τον «πιέζει» κι από πάνω. Και ο Δημήτρης Χριστόφιας θα μιλά για το χτες, την ώρα που οι άλλοι θα απαιτούν για το αύριο.

Λάθος τρίτο είναι το ότι όλο το πολιτικό σύστημα της Κύπρου έσπευσε να προεξοφλήσει την εκλογή Έρογλου και να φροντίσει να σκληρύνει – ο καθένας με τον τρόπο του – τις θέσεις του για το εθνικό ζήτημα. Σε βαθμό μάλιστα που από τη Δευτέρα, νοουμένου ότι ο κ. Έρογλου κερδίσει, θα έχουμε πιθανότατα δύο πλευρές που θα τραβάνε – για τον έξω κόσμο – το σχοινί. Είναι τυχαία πιστεύετε η αναφορά Έρογλου ότι θα «τρελάνει» τον Χριστόφια στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων σε βαθμό που θα τον κάνει να υποχωρήσει; Δεν είναι το αντίθετο που θα ήταν πιο λογικό να συμβεί;

Τα πιο πάνω δείχνουν δυστυχώς την αδυναμία μας να καταστρώσουμε στρατηγική που να βασίζεται σε πραγματικά σενάρια, να έχει αξιόπιστους στόχους, εναλλακτικές επιλογές και περιθώρια ελιγμών. Προεκλογικά αποτύχαμε. Μετεκλογικά έχουμε αφήσει κανένα περιθώριο;

Έχει καταντήσει ιδιαζόντως κουραστικό, αλλά το χειρότερο είναι ότι συμπαρασύρει και την κοινή γνώμη ως το κυρίαρχο. Αναφέρομαι στην έφεση του πολιτικού κόσμου να αποφεύγει την ουσία του κάθε θέματος και να συζητά για τις διαδικασίες και το σαβουάρ βιβρ της πολιτικής. Να παραπέμπει τα καίρια ζητήματα στις ελληνικές καλένδες και να αναλώνεται σε περί διαγραμμάτων αντιπαραθέσεις και κοκορομαχίες, που δεν προσθέτουν παρά μόνο εκνευρισμό στους πολίτες που αναμένουν επιτέλους κάποιες λύσεις.

Η πιο πάνω λογική αφορά όλα τα ζητήματα και όλες τις πολιτικές δυνάμεις. Είτε τις λίγες που έχουν εναπομείνει να στηρίζουν την κυβέρνηση, είτε την αντιπολίτευση, που και στο Κυπριακό αλλά και στην οικονομία αποφεύγουν να αντιπαρατεθούν για την πραγματική ουσία. Την ώρα μάλιστα που πλέον έχει γίνει γενικώς παραδεκτό (επιτέλους) ότι ο τόπος δεν πάει καλά σε κανέναν τομέα.

Στο Κυπριακό, δεν συζητάμε την παταγώδη αποτυχία της στρατηγικής Χριστόφια που επένδυσε τα πάντα στην παρουσία του Μεχμέτ Αλί Ταλάτ, έκανε σοβαρές και αχρείαστες παραχωρήσεις προκειμένου να τον βοηθήσει για επανεκλογή και μετέτρεψε την πιθανή εκλογή Έρογλου σε δικό μας πρόβλημα από πρόβλημα της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Δεν μιλάμε καν ακόμη για σχέδιο «Β» και για το πώς θα αντιμετωπιστεί το επερχόμενο δύσκολο περιβάλλον. Διότι πλέον, έτσι όπως έχουν όλοι προτρέξει να προεξοφλήσουν τη νίκη Έρογλου και έχουν από πριν περιχαρακωθεί για να αποκομίσουν κέρδη στο εσωτερικό μέτωπο, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος και ο κ. Έρογλου να εκλεγεί και να φταίμε εμείς πάλι για το αδιέξοδο.


Την ώρα των εξελίξεων, το πολιτικό μας σύστημα παίζει “κουμέρες”


Αντί να ασχολούμαστε με πιο ουσιαστικά θέματα, αναλωνόμαστε στο κατά πόσον ο κ. Χριστόφιας έχει καλούς συμβούλους, αν είναι ο ίδιος νομικός και αντιλαμβάνεται τα θέματα, αν ενημερώνει σωστά και πότε τις υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις, αν ζητά προκαταβολικά στήριξη σε διάφορες κινήσεις που θέλει να κάνει. Από την πλευρά τους δε, ο κ. Χριστόφιας και το ΑΚΕΛ θέλουν να έχουν την τυφλή στήριξη όλου του πολιτικού κόσμου σε οτιδήποτε κάνουν, διότι αλλιώς «υποσκάπτεται» – όπως λεν – ο Πρόεδρος, λες και είμαστε στην Κίνα τον καιρό του Μάο.

Την ίδια στιγμή που εμείς κοκορομαχούμε για το αν υπάρχουν καλοί εμπειρογνώμονες στο πλευρό του Προέδρου, Ευρώπη, Αμερική, Βρετανία, Αθήνα και Άγκυρα ασχολούνται με το πώς θα κινηθούν στο νέο πολύπλοκο σκηνικό, στο οποίο μάλιστα το Κυπριακό δεν μπορεί πλέον να παίζει και τον καθοριστικότερο ρόλο, εφόσον υπάρχουν πολύ πιο πιεστικά ζητήματα για τον καθένα από τους πιο πάνω παράγοντες. Και προφανώς κανείς από τους πιο πάνω δεν ασχολείται με το αν οι δικοί μας πολιτικοί «παίζουν κουμέρες». Αντιθέτως, βρίσκουν αφορμή να τους προσπερνούν και να επιχειρούν να διαμορφώσουν τα νέα δεδομένα χωρίς εμάς.

Στην οικονομία τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα. Εκεί έχουμε μια κυβέρνηση που, αποδεδειγμένα, ούτε αντιλαμβάνεται ούτε μπορεί να αντιληφθεί. Αφού, δύο χρόνια μετά, τους πέρασε από το μυαλό ότι η κρίση επηρεάζει και την Κύπρο, ετοίμασαν και έστειλαν στην Ευρώπη, Μεγάλη Παρασκευή, ένα «δήθεν» Πρόγραμμα Σταθερότητας. Το οποίο «Πρόγραμμα» το μόνο που ουσιαστικά επιχειρεί είναι να μην ενοχλήσει κανέναν στο εσωτερικό και να μην προκαλέσει πολιτικό κόστος, άσχετα αν πάμε από το κακό στο χειρότερο…

Και εδώ, ωστόσο, δεν υπάρχει συζήτηση ουσίας, με ελάχιστες εξαιρέσεις από πολύ συγκεκριμένα πολιτικά πρόσωπα. Ούτε για το πώς θα προκληθεί ανάπτυξη, ούτε για το πώς θα περιοριστούν πραγματικά οι περιττές δαπάνες. Περιοριζόμαστε και στην οικονομία σε διαδικαστικά ζητήματα, για το αν η κυβέρνηση λειτουργεί σε κλίμα ενότητας και ενημερώνει σωστά και έγκαιρα. Αλλά και για το κατά πόσον ο κ. Σταυράκης είναι επαρκής, λες και η οικονομική πολιτική του κράτους είναι υπόθεση ενός…

Στην Κύπρο έχουμε προεδρικό σύστημα. Σε αυτό το πολιτειακό σύστημα ο λαός εκλέγει Πρόεδρο και ο Πρόεδρος έχει αποκλειστικά την ευθύνη της διακυβέρνησης. Η δημοκρατία λειτουργεί όταν κρίνεται ο Πρόεδρος για τις αποφάσεις και τις ενέργειές του και όχι για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί. Επί της ουσίας δηλαδή της διακυβέρνησης και στο τι «ταμείο» θα παραδώσει με τη λήξη της πενταετίας. Σε αυτή την ουσία είναι που χρειάζεται συζήτηση και προτάσεις. Μια ευθύνη που ανήκει σε όλους. Και στην κυβέρνηση και στην αντιπολίτευση.

Λοιπόν, έχω να δώσω σε όλους μια πολύ ενδιαφέρουσα συμβουλή. Στην επόμενη ανακοίνωση της κυβέρνησης που θα έχει σχέση με την οικονομία, βάλτε στοίχημα ότι σε πολύ σύντομο διάστημα η ίδια η κυβέρνηση θα αυτοδιαψευστεί! Το στοίχημα είναι «σίγουρο». Ούτε σε κόκκινο φάκελλο της ΟΥΕΦΑ δεν θα ανακαλύπτατε τέτοιο. Το δύσκολο είναι να βρείτε άνθρωπο να το δεχθεί, αλλά όλο και κάποιος από τους ελάχιστους εναπομείναντες οπαδούς των αντιοικονομικών Χριστόφια θα περάσει από μπροστά σας.

Δεν κάνω και τόση πλάκα… Διότι η πιο πάνω είναι μια από τις λίγες ευκαιρίες που επιτρέπει το οικονομικό περιβάλλον του τόπου μας, για να βγει κέρδος μέσα από την κρίση. Ειδικά μετά το ούτω καλούμενο «Πρόγραμμα Σταθερότητας», το οποίο μπορεί να αντιμετωπίζεται λεκτικά περίπου σαν το ψευδοκράτος. Αυτό το πακέτο μέτρων, δηλαδή, που θέλει να μας πείσει ότι θα ανακάμψει η οικονομία και θα έρθουν καλύτερες μέρες, επειδή θα κοπούν λίγα ταξίδια (η κενή καρέκλα σας θυμίζει κάτι;), αναλώσιμα (μολύβια, καθαριστικά και χαρτί φωτοτυπίας και υγείας περίπου), υπερωρίες (να ένα θετικό), συμμετοχή σε εκθέσεις και συνέδρια (είχα την εντύπωση ότι βοηθούν αυτά), αλλά και η μετάκληση εμπειρογνωμόνων (να τα μας πάλι που πιστεύουμε ότι είμαστε παντογνώστες)!


Tο «Προγραμμα Σταθερότητας» είναι λεκτικά σαν το ψευδοκράτος


Η κυβέρνηση, λέει, θα αυξήσει τα έσοδά της, επειδή θα πάρει από την πολεοδομική αμνηστία (αυτή τη διαδικασία που μία επιτροπή θα εξετάσει σε τρεις μήνες 150.000 αιτήσεις), θα πατάξει τη φοροδιαφυγή (βάλτε έναν φοροεισπράκτορα δίπλα από κάθε γιατρό και δικηγόρο, διότι μόνο από εκεί δεν παίρνετε) και θα έχει αυξημένα έσοδα, παρά τη μηδενική ανάπτυξη! Δεν θα αναφερθώ ξανά στην οικονομική αυτοκτονία που θα προκαλέσουν τα μέτρα κατά της φοροδιαφυγής όπως έχουν δημοσιευθεί, διότι ούτως ή άλλως ό,τι ο κ. Σταυράκης διαρρέει, θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως επιστημονική φαντασία.

Βρέθηκε λοιπόν η αλχημεία, με βάση την οποία η κυβέρνηση ανακοίνωσε ψευδο-μέτρα, για να μην ενοχληθεί κανείς. Αυτά λοιπόν τα «μέτρα» θα τα συζητήσει (γιατί άραγε;) με τους κοινωνικούς εταίρους, μετά από την κατάθεσή τους στην Ε.Ε. και θα προσεύχεται στον ήδη κατέχοντα τον τίτλο του αποδιοπομπαίου τράγου, επίτροπο Όλι Ρεν, να έρθει να βάλει κανέναν φόρο, μπας και γλυτώσει η οικονομική πολιτική από τη χρεωκοπία.

Τον Δεκέμβριο του 2003, στην Κοπεγχάγη, όταν έπρεπε να παρθούν εντός μίας-δύο ωρών αποφάσεις που θα έκριναν το αν θα μπει η Κύπρος στην Ε.Ε., ο τότε γ.γ. του ΑΚΕΛ, Δημήτρης Χριστόφιας, ζήτησε «χρόνο», για να μελετήσει τα δεδομένα εν καιρώ, στα όργανα του κόμματός του. Για να βγει κοινό ανακοινωθέν στο Κυπριακό, ο κ. Χριστόφιας ζητούσε – ως προϋπόθεση – την εκ των προτέρων συμφωνία του κ. Αναστασιάδη. Για να αντιμετωπιστεί η κρίση, ο κ. Χριστόφιας αναμένει πότε θα δεήσει η Ευρώπη να παρέμβει, για να μην καταστραφούμε. Το τι σόι Πρόεδρο έχουμε είναι στον καθένα να το κρίνει.

Το θέμα μου σήμερα είναι άλλο και το έχω θίξει από τον Ιούλιο του 2009, προκαλώντας τότε πολλές αντιδράσεις, κυρίως από φίλους και ανθρώπους που μοιραζόμαστε κοινές απόψεις. Το επαναλαμβάνω αυτούσιο και σήμερα: «Όλη η Κύπρος αγχώθηκε ότι η χώρα μας με τους δείκτες που αποκτά θα τεθεί υπό την επιτήρηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Ειλικρινά δεν αντιλαμβάνομαι το άγχος. Αντιθέτως, θεωρώ ότι ως πολίτες θα έπρεπε οι ίδιοι να επιδιώκουμε την επιτήρηση».

Επιμένω σε αυτή τη θέση. Εφόσον αναμένουμε από την Ευρώπη να έρθει να μας επιβάλει πραγματικά μέτρα, όταν φτάσουμε στο απροχώρητο, γιατί δεν της ζητάμε από μόνοι μας να μας επιτηρήσει το γρηγορότερο, τώρα που μπορεί να είναι λίγο καλύτερες οι συνθήκες; Γιατί δεν ζητάμε από τις Βρυξέλλες να μας υποδείξουν τρόπους, για να μην έχουμε την ψηλότερη αύξηση της ανεργίας (διπλάσια από πέρσι, αν εξαιρεθούν οι εποχιακοί), να μην έχουμε μηδενικούς ρυθμούς ανάπτυξης, την ώρα που η υπόλοιπη Ευρώπη ξανάγινε θετική, να μη διαθέτουμε τα ψηλότερα επιτόκια και την αύξηση του πληθωρισμού σε περίοδο κρίσης;

Αυτό θα ήταν μια γενναία απόφαση από πλευράς του Προέδρου. Να παραδεχθεί ότι αυτούς τους καπιταλισμούς δεν τους μπορεί και να μετακαλέσει (ας κάνουμε μια εξαίρεση) τους «αρχικαπιτάλες» της Ευρώπης να διαχειριστούν το σύστημά τους! Ας γίνει αυτό όσο είναι νωρίς!