Ο Πρόεδρος Χριστόφιας ήταν αρκετά συγκεκριμένος και συγκροτημένος στη διάσκεψη Τύπου για το Κυπριακό και απ’ αυτή τη στήλη έλαβε τα εύσημα, παρά τις έντονες διαφωνίες επί της ουσίας. Όσο όμως εκεί είδαμε έναν Πρόεδρο που τουλάχιστον κάτι έχει κατά νουν, άλλο τόσο τρομάξαμε την περασμένη Δευτέρα, παρακολουθώντας τον να μην έχει τίποτα χειροπιαστό στο μυαλό του για τη διαχείριση των κορυφαίων δημοσίων ζητημάτων.

Συνέχισε ο κ. Χριστόφιας να μας πείθει ότι την καυτή πατάτα της διακυβέρνησης ενός ευρωπαϊκού κράτους όχι μόνο δεν την αντέχει και δεν την αντιλαμβάνεται, αλλά και για να καλύψει την αδυναμία του, δήθεν απαξιώνει να ασχοληθεί σοβαρά μαζί της. Όσο, δε, περνά ο καιρός, τόσο περισσότερο ο πολίτης αισθάνεται έναν Πρόεδρο που και να θέλει, μάλλον δεν μπορεί να κυβερνήσει.

Έφαγε ενάμιση χρόνο ο Δημήτρης Χριστόφιας να αντιληφθεί ότι υπάρχει οικονομική κρίση. Τους τελευταίους τρεις-τέσσερεις μήνες, ένα σωρό μέτρα διαρρέουν από τον υπουργό Οικονομικών και τους αρμόδιους λειτουργούς, υπό μορφή διερεύνησης αντιδράσεων και προετοιμασίας της κοινής γνώμης. Η κυβέρνηση (εκτός αν Πρόεδρος και υπουργός ανήκουν σε διαφορετική) κατέθεσε στο ΔΗΚΟ έγγραφο με μέτρα για συζήτηση. Πιθανόν να έχει ενημερώσει και την Ευρώπη για τις συγκεκριμένες προθέσεις. Για να ανακαλύψουμε προχτές ότι όλο αυτό το πανηγύρι στην πλάτη της Κυπριακής οικονομίας δεν ήταν τίποτα άλλο από μια εικονική πραγματικότητα.


το πανηγύρι στην πλάτη της οικονομίας ήταν απλά μια εικονική πραγματικότητα


Μπορεί ο Πρόεδρος από το αμίμητο «εμάς δεν μας αγγίζει η κρίση» να πέρασε στο «καιγόμαστε και πρέπει να πάρουμε μέτρα» πριν από έναν μήνα, αλλά την περασμένη Δευτέρα ανακοίνωσε ότι μέτρα δεν υπάρχουν. Θα ξεκινήσει – λέει – διάλογο με τους κοινωνικούς εταίρους, ο οποίος – όπως ξεκαθάρισε – παίρνει χρόνο. Το πώς θα αντιμετωπίσουμε τις επιπτώσεις της κρίσης θα το δούμε μετά!

Το τι θα κάνει ο Πρόεδρος με τον υπουργό του, ο οποίος πλασάρει δεξιά κι αριστερά μέτρα «ανύπαρκτα», είναι δικό τους θέμα. Η εντολή διακυβέρνησης, άλλωστε, στον Πρόεδρο προσωπικά ανήκει. Το θέμα μας εμάς ως πολίτες είναι η ασφυξία που ολόκληρη η παραγωγική κοινότητα της χώρας νιώθει, έχοντας μια κυβέρνηση που εν ώρα κρίσης πολύ περισσότερο νοιάζεται να δικαιολογήσει την αγορά νέου αυτοκινήτου αντί να εξηγήσει τη στρατηγική της, για να επιτευχθεί οικονομική ανάπτυξη και σταθερότητα. Αλλά, την ώρα που ο κ. Χριστόφιας απέτυχε να παρουσιάσει το πώς θα περιοριστούν οι αλόγιστες κρατικές δαπάνες, ποιος μπορεί να περιμένει σχέδιο για τη δημιουργία νέων επιχειρήσεων, το πώς θα ανοίξουν νέοι τομείς και θα προσελκύσουμε ξένες επενδύσεις; Κανείς.

Έχουν απόλυτο δίκαιο όσοι αντιδρούν στις παρωπίδες και στις ιδεολογικές αγκυλώσεις με τις οποίες αντιμετωπίζονται σήμερα τα καίρια ζητήματα. Το ίδιο ορθή, πιστεύω, είναι η άποψη ότι η συνεχής αναβολή στην ανάληψη πρωτοβουλιών στοχεύει στο να ρίξουμε το πολιτικό κόστος στην Ευρώπη. Υπάρχει όμως και κάτι άλλο, που κατά τη γνώμη μου είναι η γενεσιουργός αιτία όλων των δεινών μας.

Ο κ. Χριστόφιας δεν χάνει ευκαιρία να τονίζει ότι μας κάνει χάρη που μας προεδρεύει. Από την ατάκα του ότι υποχρεώθηκε να κυβερνήσει ένα καπιταλιστικό κράτος για να λυθεί το Κυπριακό, την κουβέντα του όπου σταθεί και όπου βρεθεί ότι ο λαός τον «φόρτωσε» με την προεδρία, την απάντησή του ότι για χάρη μας – δήθεν – εγκατέλειψε την τιμητικότερη θέση για έναν Ακελικό, αυτήν του Γ.Γ.

Και άρχισα να πιστεύω ότι πραγματικά θεωρεί ότι του χρωστάμε! Προσπαθεί μάλιστα με αυτόν τον τρόπο να αιτιολογήσει την άγνοια για τα ζητήματα, τον εφησυχασμό για τα προβλήματα, την αδυναμία λήψης πρωτοβουλιών. Και νιώθει ότι πρέπει να του κτίσουμε και άγαλμα, επειδή έδωσε πίσω το 10% του μισθού του, το μόνο λαϊκίστικο και ανούσιο πυροτέχνημα που κατάφερε να ψελλίσει, για να αντιμετωπιστεί η κρίση.

Δεν ξέρω αν στις πρώην ανατολικές χώρες, όπου η εξουσία εκπήγαζε από το κόμμα, οι λαοί έπρεπε να αισθάνονται ευγνωμοσύνη για τη «μεγαλοψυχία» των ηγετών να τους κυβερνούν. Εδώ όμως στις δημοκρατίες η εξουσία εκπηγάζει από τον λαό. Με τον ηγέτη να οφείλει στον λαό αντίληψη και ανάληψη των ευθυνών, αλλά και λογοδοσία, επειδή επελέγη για να διαχειρίζεται τις τύχες του.

Advertisements

The law prevails?

22/03/2010

Οφείλω να ομολογήσω ότι θεωρώ τη συνέντευξη του Προέδρου Χριστόφια για το Κυπριακό την καλύτερη παρουσία του ενώπιον των πολιτών μέχρι σήμερα. Όχι επειδή με έπεισε ή διότι συμφωνώ με τα όσα είπε. Κάθε άλλο. Αλλά ήταν η πρώτη φορά που αντικρίσαμε τον κ. Χριστόφια να αναπτύσσει ένα αρκετά συγκεκριμένο σκεπτικό και να δείχνει διάθεση και αποφασιστικότητα να το στηρίξει. Με μηνύματα προς όλες τις κατευθύνσεις.

Ο κ. Χριστόφιας, λοιπόν, θέλησε να επαναβεβαιώσει τους «οπαδούς της λύσης» ότι είναι ένας από αυτούς με το «δεν θα ξαναβάλω υποψηφιότητα με άλυτο το Κυπριακό», επιχείρησε να απαντήσει στο «απορριπτικό μέτωπο» για την εκ περιτροπής, εμμένοντας στην επιλογή του, ζήτησε από τις πολιτικές δυνάμεις κάποιο περισσότερο περιθώριο εμπιστοσύνης. Απευθύνθηκε στον έξω κόσμο με την πρόταση για διεθνή διάσκεψη, υπό άλλη μορφή από αυτήν που προτείνει η Τουρκία.

Ο Πρόεδρος ελέγχεται βέβαια για ένα σωρό πράγματα. Tην ενοχλητική εμμονή του να επικαλείται προηγούμενους, για να δικαιώσει δικές του ενέργειες, αλλά και την προσπάθεια ωραιοποίησης των όσων περιέχονται στις προτάσεις του. Διότι είναι ενδιαφέρον να λες ότι έφυγες τα βέτο από πρόεδρο και αντιπρόεδρο και τα έχεις μεταθέσει στο Υπουργικό Συμβούλιο, μόνο που το Υπουργικό θα είναι διορισμένο από τους δύο και – εκ των πραγμάτων – όποιος δεν συμφωνεί με τον πρόεδρό του, θα παίρνει την άγουσα για τα αποδυτήρια. Όπως και δεν αναφέρθηκε καθόλου στον μηχανισμό επίλυσης διαφορών.


ο κ. Χριστόφιας επέλεξε πολύ ορθά να αντιταχθεί στο νομικίστικο κίνημα


Επαναλαμβάνω ότι θεωρώ τη στρατηγική του κ. Χριστόφια λανθασμένη και βασισμένη σε επισφαλή θεμέλια και δεδομένα. Ειδικά το ότι άφησε σημαντικά ορόσημα ανεκμετάλλευτα, αλλά και την επιμονή του να συζητά πρώτα κεφάλαια που μπορεί μόνο να δώσει, για να αναμένει ότι θα πάρει εκ των υστέρων από την τουρκική πλευρά ανταλλάγματα στα πολύ σοβαρά για εμάς ζητήματα. Είναι, δε, αξιοπρόσεκτο ότι τις μόνες δύο διεθνείς επιτυχίες που παρέθεσε ήταν ευρωπαϊκές, με τη μία μάλιστα να αφορά το Ευρωκοινοβούλιο, όπου ασφαλώς δεν ήταν έργο του ιδίου.

Δεν θα σταθώ σε αυτά. Διότι θεωρώ κυρίαρχες στιγμές της προεδρικής συνέντευξης την ανάλυση της ανάγκης να βρεθεί λύση στο Κυπριακό, την περιγραφή των επιπτώσεων από τη διατήρηση της εκκρεμότητας και τη σαφήνεια με την οποία υπέδειξε ότι το Κυπριακό είναι πολιτικό και όχι νομικό ζήτημα. Πιστεύω ότι είναι υποχρέωση όλων των πολιτικών να εξηγούν στους πολίτες γιατί χρειαζόμαστε να βρεθεί λύση στο εθνικό ζήτημα, πέραν από τους συμβολισμούς και την ιστορική ανάγκη.

Το ότι ο κ. Χριστόφιας αποφάσισε να απευθυνθεί με παρρησία στο 40%, που, όπως καταγράφηκε στη δημοσκόπηση της «Καθημερινής», «βολεύεται» με την υφιστάμενη κατάσταση, είναι στοιχείο που πρέπει να αναδειχθεί και να έχει συνέχεια. Το γιατί η πατρίδα μας δεν σηκώνει σύνορα επίσημα με την Τουρκία, τον κίνδυνο να είμαστε εμείς από εδώ και οι Τούρκοι παντού στο νησί, αλλά και το ότι δεν μπορεί να θεωρείται πατριωτική πράξη το να παραχωρείς το 1/3 της επικράτειάς σου, για να έχεις (όπως νομίζεις) το κεφάλι σου ήσυχο, θα έπρεπε να αποτελούν κυρίαρχα θέματα στην πολιτική συζήτηση.

Είναι η αλφαβήτα και είναι γι’ αυτήν που χρειάζεται να συζητήσουν πρώτα οι πολίτες, πριν μπαίνουν στις λεπτομέρειες και μικρολεπτομέρειες της διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας. Το ότι αυτή η κουβέντα δεν γίνεται, πιστεύω ότι είναι το φύλο συκής της υποκρισίας που χαρακτηρίζει πολλές από τις τοποθετήσεις που κάνουν οι ηγέτες μας σε σχέση με το Κυπριακό.

Από την άλλη, ο κ. Χριστόφιας επέλεξε πολύ ορθά να αντιταχθεί στο νομικίστικο κίνημα που ήθελε το Κυπριακό να λύνεται στις αίθουσες φανταστικών και ανύπαρκτων διεθνών δικαστηρίων. Τη λογική δηλαδή που έφερε την αναγνώριση της «Επιτροπής Αποζημιώσεων» από το ΕΔΑΔ, αλλά και της απόφασης ότι το δικαίωμα της ιδιοκτησίας δεν είναι και τόσο αναπαλλοτρίωτο.

Συμφωνώ απόλυτα με τον Πρόεδρο, ότι το εθνικό μας ζήτημα είναι κατ’ εξοχήν πολιτικό θέμα. Και τα πολιτικά ζητήματα λύνονται με πολιτική και διπλωματική στρατηγική και φαντασία. Όσο και αν αρέσκονται οι φανατικοί της νομικής επιστήμης να αναφωνούν ότι ο νόμος πάντα υπερισχύει (The law prevails), θα πρέπει να αντιληφθούν ότι σε διεθνή ζητήματα όπως το Κυπριακό δεν λειτουργεί το νομικό manual, με το οποίο έχουν μάθει να αναλύουν σχεδόν τα πάντα στη ζωή.

Σε δύο επισκέψεις στην ελληνική πρωτεύουσα κατά τις προεδρικές εκλογές και σε συναντήσεις με την ηγεσία του ΚΚΕ, τόσο η κ. Αλέκα Παπαρήγα, όσο και ο κ. Ορέστης Κολοζώφ, σχολίαζαν την υποψηφιότητα Χριστόφια, προτάσσοντας τη βεβαιότητά τους ότι Άγγλοι και Αμερικάνοι δεν επρόκειτο σε καμία περίπτωση να επιτρέψουν σε αριστερό να εκλεγεί Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Τις προάλλες, στην παρουσίαση του δίτομου βιβλίου του κ. Γιαννάκη Καρεκλά, ο Πρόεδρος πλέον της Δημοκρατίας, κ. Δημήτρης Χριστόφιας, προέταξε την πεποίθησή του για την ύπαρξη συνωμοσιών κατά της Κύπρου. Απαντούσε έμμεσα στον κ. Αναστασιάδη, που προηγήθηκε υποστηρίζοντας ότι δεν πρέπει να ψάχνουμε διεθνείς συνωμοσίες κάθε φορά για να δικαιολογήσουμε δικές μας αδυναμίες.

Η διεθνής σκευωρία και συνωμοσία είναι η εύκολη διέξοδος για κάθε χώρα και κάθε ηγεσία που αδυνατεί να αντιμετωπίσει τα δικά της προβλήματα. Παραδείγματα υπάρχουν πάρα πολλά. Με πιο πρόσφατο αυτό που ζει σήμερα η Ελλάδα, όπου τις αδυναμίες διαχείρισης των δημοσίων οικονομικών και τη δεινή οικονομική θέση στην οποία περιήλθε η χώρα, κλήθηκαν να την πληρώσουν οι Γερμανοί, λόγω του αισχρού εξωφύλλου ενός περιοδικού. Το σύστημα του λαϊκισμού στην Αθήνα ανέλαβε δράση, καλλιεργώντας αντιγερμανική υστερία και αγνοώντας πλήρως ότι και η Ελλάδα, ως χώρα, θα έπρεπε κάποια στιγμή να πείσει ότι πραγματικά θέλει να εξυγιανθεί και να ανακάμψει, πριν να ζητά ξένη βοήθεια οποιασδήποτε μορφής.

 


Σε ένα μήνα ο Έλληνας Πρωθυπουργός, από PIG έγινε αξιόπιστος εταίρος. Για έξι χρόνια εμείς κάνουμε μια τρύπα στο νερό 


Εναντίον της Ελλάδας όντως υπήρχε μια συγκέντρωση ιδιωτικών καιροσκοπικών συμφερόντων. Ούτε κράτη, ούτε μυστικές υπηρεσίες, ούτε διεθνείς σκευωρίες. Διαχειριστές κεφαλαίων θεώρησαν την Ελλάδα τον αδύναμο κρίκο της Ευρωζώνης και ξεκίνησαν την πίεση για να την καταστήσουν ακόμη πιο επικίνδυνη και αναξιόπιστη, προκειμένου να αυξήσουν το ρίσκο των κρατικών της ομολόγων και να κερδίσουν από τα υψηλότερα «ασφάλιστρα» της επικινδυνότητάς τους. Σε αυτό το παιγνίδι, ένα σωρό ξένα ΜΜΕ παρουσίαζαν με μένος και χαιρεκακία την Ελλάδα ως αδιόρθωτη και ανίατα ασθενούσα από αγκυλώσεις, τεμπελιά και ξεροκεφαλιά. Οι Ευρωπαίοι αποφάσισαν ότι αυτή τη φορά δεν θα δώσουν χρήματα ή άλλη βοήθεια σε μια χώρα που δεν έδειξε ικανότητα να τα διαχειριστεί σωστά. Με αποτέλεσμα να παραμένουν μόνο δύο δρόμοι για τη νεοεκλεγείσα ελληνική κυβέρνηση.

Ο πρώτος, να ρισκάρει με παλληκαρισμούς, σηκώνοντας το λάβαρο της δήθεν πίστης και προάσπισης της Ευρωζώνης και κατακεραυνώνοντας όλους τους Ευρωπαίους ότι δεν στηρίζουν αρχές. Κάτι παρόμοιο δηλαδή με αυτό που κάνουμε εμείς, εμφανιζόμενοι ως οι μόνοι προασπιστές του διεθνούς δικαίου. Και ο δεύτερος δρόμος, αυτός που τελικά επέλεξε ο κ. Παπανδρέου. Να πάρει δηλαδή το κόστος δυσάρεστων μέτρων – που προκαλούν μάλιστα πολιτική φθορά – προκειμένου να αποκτήσει αξιοπιστία. Και ακολούθως να ξεκινήσει έναν διπλωματικό μαραθώνιο, όχι μόνο για να εξασφαλίσει στήριξη, αλλά και για να προκαλέσει τη διεθνή πρωτοβουλία ώστε να μην καθίσταται καμία χώρα με ευκολία έρμαιο κερδοσκοπικών πρόσκαιρων συμφερόντων. Κάτι δηλαδή όπως εκείνο που είχαν κάνει Κληρίδης και Σημίτης, με αποτέλεσμα η Κύπρος να ενταχθεί στην Ε.Ε.

Δεν ξέρω αν ο κ. Παπανδρέου θα καταφέρει τη σταθεροποίηση και ακολούθως την αναθέρμανση της ελληνικής οικονομίας. Ούτε αν θα πετύχει απτά αποτελέσματα στην περίοδο χάριτος που θα του δώσουν οι Έλληνες πολίτες, στοιχείο απαραίτητο για να μπορεί να συνεχίσει. Εκείνο που οφείλει όμως ο κάθε αξιόπιστος παρατηρητής να κάνει, είναι να αποδώσει τα εύσημα στον Γιώργο Παπανδρέου, που κατάφερε να αντιστρέψει το κλίμα και να καταστήσει τη χώρα, από διεθνή περίγελο, αξιόπιστο συνομιλητή και ηγήτορα της πρωτοβουλίας κατά της κερδοσκοπίας. Που δεν αρκέστηκε στο να γίνει ο λαοπρόβλητος κατήγορος της διεθνούς συνωμοσίας, αλλά πέτυχε τη θετική στροφή των ξένων ΜΜΕ και τη χαλάρωση της κριτικής από ένα σωρό πολιτικές δυνάμεις διεθνώς.

Σε ένα μήνα, ο Έλληνας Πρωθυπουργός, από τον πλέον αδύναμο κρίκο των PIGS (Πορτογαλία, Ιταλία, Ελλάδα, Ισπανία), κατέστη σοβαρός συνομιλητής και εταίρος. Έφερε αποτέλεσμα. Για έξι χρόνια, από το 2004 μέχρι σήμερα, οι δικοί μας ηγέτες καταφέρνουν μια τρύπα στο νερό. Χάνοντας ολοένα και περισσότερη αξιοπιστία, απέναντι σε μια Τουρκία που – αν μη τι άλλο – προτείνει πράγματα και βάζει γκολ προ της εστίας που αφήνουμε κενή, για να διαμαρτυρηθούμε εναντίον της διεθνούς σκευωρίας.

“Καιγόμαστε όλοι, καίγεται και η οικονομία λόγω της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και επείγει η λήψη μέτρων. Αυτό το λέω και ως άνθρωπος και ως κοινωνικός εταίρος και πρέπει να το αντιληφθούν όλοι”. Αυτό δήλωσε ο πρόεδρος Χριστόφιας, επιχειρώντας ενάμισυ χρόνο μετά την έναρξη της βαθιάς οικονομικής κρίσης να προετοιμάσει το έδαφος για τη λήψη των αναγκαίων μέτρων που θα περιορίσουν την αλόγιστη σπατάλη του Κυπριακό κράτος.

Ομολογώ πως μου είναι ιδιαίτερα γαργαλιστικό να ασχοληθώ με το γιατί χρειάστηκε τόσος χρόνος για τον Πρόεδρο και την Κυβέρνηση να αντιληφθούν την κρίση, αλλά και γιατί χρειάστηκε να πετάμε σε περιττές και αστόχευτες, δήθεν κοινωνικές παροχές τόσα εκατομμύρια που σήμερα η οικονομία χρειάζεται για να σταθεί. Θα ήταν επίσης ενδιαφέρον να μελετήσουμε γιατί το κράτος να αναλαμβάνει όλα ανεξαιρέτως τα δημόσια έργα, κυρίως με ανάδοχο ένα συγκεκριμένο προσφοροδότη, και δεν δίνει ορισμένα στον ιδιωτικό τομέα με τη μέθοδο της αυτοχρηματοδότησης. Όπως και θα ήταν χρήσιμο να δούμε πως οι Κυβερνητικές επιλογές οδήγησαν τόσες χιλιάδες κόσμο στην ανεργία, μέσα από τη δαιμονοποίηση του κέρδους.

Δεν είναι όμως πρόθεση μου σήμερα η κριτική. Κι αυτό γιατί και έχει γίνει από πολύ νωρίς μέσα από αυτές τις γραμμές, αλλά και διότι σήμερα που επιτέλους έχουν αντιληφθεί εκεί πάνω στο προεδρικό τη δεινή θέση στην οποία η κρίση και οι χειρισμοί τους μας έχουν φέρει, δεν είναι η κατάλληλη ώρα για πανυγηρικούς. Αντιθέτως, είναι ίσως χρήσιμη στιγμή για επαναδιατύπωση προτάσεων που ίσως, αν η Κυβέρνηση έχει αντιληφθεί ότι δεν έχει το αλάθητο, μπορούν να βοηθήσουν.


Το πρόβλημα με τα μέτρα, είναι ο μονοδιάστατος προσανατολισμός τους


Τα μέτρα της Κυβέρνησης, όπως συζητούνται, είναι ασφαλώς προς την σωστή κατεύθυνση, ανεξάρτητα αν κάποιος έχει επί μέρους διαφωνίες και διαφοροποιήσεις. Το ζητούμενο σε σχέση με αυτά, είναι να τολμήσει μια αριστερή διακυβέρνηση να τα εφαρμόσει στην πράξη και χωρίς να ταλαντεύεται όποτε υπάρχει πίεση. Το πρόβλημα τώρα, σε σχέση με τα μέτρα αυτά, είναι ο μονοδιάστατος προσανατολισμός τους. Γιατί, κατά τη γνώμη μου, η αντιμετώπιση της κρίσης θα έπρεπε να λαμβάνει εξίσου υπόψη με την περικοπή των αλόγιστων δαπανών και δύο άλλες προτεραιότητες. Τις δομικές αλλαγές στη λειτουργία του δημοσίου, αλλά και την παροχή κινήτρων που θα δημιουργούν ανάπτυξη και θα βοηθούν την πραγματική οικονομία.

Εγώ συμφωνώ με την άποψη που εξέφρασε ο Πρόεδρος στην ΓΣ του ΚΕΒΕ, ότι δεν είμαστε στην κατάσταση που έχει περιέλθει η Ελλάδα. Θα διαφωνήσω όμως μαζί, στο ότι δεν μπορούμε να φτάσουμε εκεί. Μια χαρά μπορούμε, αν ακολουθήσουμε το πρότυπο που υιοθετήσαμε τα δύο τελευταία χρόνια, είτε με τα συγκεκριμένα μέτρα, είτε χωρίς αυτά. Κι αυτό γιατί έστω και αν ξοδεύουμε λιγότερα, αν δεν επαναφέρουμε την ανάπτυξη σε θετικά πρόσημα, τότε απλά θα καθυστερήσουμε το χρονικό ορόσημο της παντελούς οικονομικής αδυναμίας.

Ήρθε η ώρα, ο κ. Χριστόφιας που “φορτώθηκε” – όπως διατείνεται – τη διαχείριση της τύχης του Κυπριακού κράτους, να αφήσει στην άκρη τις ιδεοληψίες και να παράσχει στον ιδιωτικό τομέα τις προϋποθέσεις για ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης. Αυτή είναι η δουλειά ενός δυτικού κράτους σε ώρα κρίσης. Να βρει την διέξοδο και να στρώσει το χαλί στις υφιστάμενες επιχειρήσεις του να ανακάμψουν και σε νέες να δημιουργηθούν, προκειμένου να κερδίζουν, να δουλεύει ο κόσμος και να εισπράττει το κράτος χρήματα μέσω φόρων.

Σήμερα στην Κύπρο, δεινοπαθούν οι τομείς του Τουρισμού, των Ακινήτων και της αγοράς Αυτοκινήτων κατά κύριο λόγο. Εκεί ακριβώς, είναι που η Κυβέρνηση πρέπει να δείξει τόλμη, αποφασίζοντας ακόμη και ισχυρή μείωση (έστω και προσωρινή) στα ποσοστά φορολογίας του κάθε τομέα, προκειμένου να καταφέρει την αναθέρμανση των αγορών, την εισροή ξένων κεφαλαίων και την πρόκληση ανάπτυξης και κοινωνικής συνοχής. Ταυτόχρονα, έχει υποχρέωση η Κυβέρνηση να βοηθήσει νέες και καινοτόμες επιχειρήσεις που μπορούν να ανοίξουν νέες αγορές, αλλά και να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις αναβάθμισης του προϊόντος μας στην Παιδεία, την Υγεία, την έρευνα και την τεχνολογία. Είμαστε μικρή χώρα και μπορούμε να επεκταθούμε σε νέους τομείς δράσης, χωρίς μεγάλα κόστη και κινδύνους. Αντίθετα μπορούμε να διασπείρουμε το ρίσκο.

Αλλά, και το κράτος. Το νοικοκύρεμα δεν έχει να κάνει μόνο με τους μισθούς. Έχει να κάνει με την δομή, την εξυπηρέτηση του πολίτη, τη γραφειοκρατεία, τη διαφθορά, την αλληλοεπικάλυψη νόμων και αρμοδιοτήτων που δυσκολεύουν όλους. Προτάσεις υπάρχουν πολλές για να εκσυγχρονιστούμε ως χώρα. Θέληση υπάρχει;

Ανδρέας Ανδριανόπουλος

Ενδιαφέρουσα Άποψη – του Ανδρέα Ανδριανόπουλου*

Να μην πληρώσουν την κρίση αυτοί που δεν την προκάλεσαν. Αυτό το σύνθημα κυριαρχεί στις κινητοποιήσεις ΑΔΕΔΥ (δημόσιοι υπάλληλοι) και ΓΣΕΕ (κατά βάση εργαζόμενοι σε δημόσιες επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας). Σωστό το σύνθημα. Αλλά ποιoί ευθύνονται πραγματικά για την κρίση;

Είχα δημόσια επισημάνει, από το ξεκίνημα της κρίσης το 2008, πως οι παρεμβάσεις των κρατών θα την βαθύνουν αντί να την εκτονώσουν. Και πως γρήγορα, από κρίση των επενδυτικών τραπεζών και του τομέα των στεγαστικών δανείων θα πέρναγε στις εμπορικές τράπεζες και στην πραγματική οικονομία. Αυτό ακριβώς κι έγινε.

Εκατοντάδες αμερικανοί βουλευτές και στρατός διεθνώς αναγνωρισμένων οικονομολόγων επέμεναν για την καταψήφιση των πακέτων Πόλσον και αργότερα Ομπάμα. Που εκταμίευαν δις. από τις τσέπες των φορολογουμένων για να διασώσουν Τράπεζες και χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς. Το περίφημο stimulus, κρατικά δηλ. χρήματα για επανεκκίνηση της οικονομίας, του Ομπάμα αποδείχθηκε εντελώς αναποτελεσματικό. Τελικά βάθυνε η ανεργία, διογκώθηκαν τα δημόσια ελλείμματα και οι ΗΠΑ και η Ευρώπη τσαλαβουτούν στα οικονομικά αδιέξοδα. Δεν χωράει αμφιβολία πως οι τεράστιες οικονομικές συνεισφορές των επενδυτικών τραπεζών στις προεκλογικές καμπάνιες και των δύο μεγάλων αμερικανικών κομμάτων συνέβαλαν στην ομοφωνία για την γενναία χρηματοδότησή τους.


Η οικονομική κρίση στην Ελλάδα και παγκόσμια, είναι κρίση του κρατισμού


Το εκπληκτικό είναι πως σε σχετική ημερίδα της Βουλής μετείχαν και τραπεζίτες οικονομολόγοι που για να χαιδέψουν αυτιά, όπως συνήθως συμβαίνει στην Ελλάδα, δεν δίστασαν να συμπορευτούν με την παραδεκτή λογική που επικρατεί ανάμεσα στους σχολιαστές των οικονομικών εξελίξεων. Και κατήγγειλαν τις ανεξέλεγκτες αγορές και τον νεοφιλελευθερισμό για την πρόκληση των σημερινών οικονομικών αδιεξόδων. Και έμμεσα υπέδειξαν το τραπεζικό σύστημα σαν τον κύριο υπεύθυνο των μεγάλων προβλημάτων!!

Δεν θα πάψω όμως να επιμένω πως την ευθύνη για την οικονομική κρίση την είχαν οι ανακόλουθες πολιτικές του αμερικανικού δημοσίου. Η πολιτική της «φτηνής στέγης σε όλους» επέβαλε, με κυρώσεις μάλιστα σε όσες τράπεζες απειθαρχούσαν, την παροχή στεγαστικών δανείων σε άτομα δίχως τα οικονομικά εχέγγυα για την αποπληρωμή τους. Οι αρμόδιοι για τον έλεγχο της αγοράς οργανισμοί εκ των πραγμάτων περιθωριοποιήθηκαν ενώ το χρήμα έρεε άφθονο, με ευθύνη της Κεντρικής Τράπεζας, προς τα νέα χρηματοπιστωτικά εφευρήματα. Αν δεν απατώμαι, ο νεοφιλελευθερισμός κατηγορείται για αυστηρότητα στην διάθεση χρήματος (μονεταρισμός). Και οι αγορές δεν αυτορυθμίστηκαν διότι προφανέστατα δεν της άφησε κανένας να αυτορυθμιστούν! Ποιός φταίει λοιπόν;

Η ελληνική κρίση δεν συνδέεται με την διεθνή. Παρά μόνο στον βαθμό που δυσκολεύεται ο εξωτερικός δανεισμός, Τα ελληνικά οικονομικά αδιέξοδα οφείλονται στο ότι η χώρα ζεί για δεκαετίες τώρα με δανεικά. Δημιουργώντας ανάγκες, και καλύπτοντάς τες βέβαια, που δεν δικαιολογούνται από το οικονομικό της επίπεδο. Χτίζοντας ένα σύστημα παροχών που με κανένα τρόπο δεν θα μπορούσε να αντέξει ο κόπος αλλά και οι δυνατότητες της κοινωνίας. Κι όπως φάνηκε τελευταία κοροιδεύοντας τους δανειστές μας με ψεύτικα στοιχεία. Κι όταν αυτοί αντιδρούν, διεκδικώντας τα χρήματά τους (μέσω υψηλών επιτοκίων), καθυβρίζονται.

Που πήγαν όμως τα χρήματα; Κατά βάση σε παροχές και στην κατανάλωση. Μέσω της διεύρυνσης του δημόσιου τομέα και της δημιουργίας στρατιών υπαλλήλων που με τις καθαρές – η κάτω από το τραπέζι – αμοιβές τους κινούσαν και μέρος της αγοράς. Τα νούμερα είναι αδυσώπητα. Η μισθοδοσία μόνο των υπαλλήλων του δημοσίου (του κυρίως κράτους) φτάνει τα 30 δις. ευρώ ετήσια. Στα δέκα τελευταία χρόνια του υπερβολικού δανεισμού το ποσό αυτό ανεβαίνει στα 300 δις. ευρώ. Οσο δηλαδή και το συνολικό εξωτερικό χρέος της χώρας!! Οσοι στον ιδιωτικό τομέα πληρώνουν φόρους αλλά δεν παίρνουν ουσιαστικά τίποτα από το κράτος (ακόμα και οι υπηρεσίες είναι άθλιες και καταφεύγουν σχεδόν για τα πάντα σε ιδιώτες) τι ευθύνη έχουν για το αδιέξοδο;

Η οικονομική κρίση λοιπόν και στην Ελλάδα, αλλά και παγκόσμια, είναι κρίση του κρατισμού. Κι όχι των αγορών. Από τα πράγματα λοιπόν μέρος του λογαριασμού θα πληρώσουν οι ωφελημένοι από το σύστημα κι αυτοί που κινητοποιούνταν σε κάθε προσπάθεια περιορισμού και εκσυγχρονισμού του.

* O Ανδρέας Ανδριανόπουλος, γεννημένος το 1946 στον Πειραιά, είναι Έλληνας πολιτικός και καθηγητής πανεπιστημίου. Το άρθρο αναδημοσιεύεται από το www.andrianopoulos.gr