Ένας κορυφαίος Έλληνας σοσιαλιστής πολιτικός, ο Θόδωρος Πάγκαλος, ο οποίος είναι μάλιστα αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Παπανδρέου, δήλωσε σε συνέντευξη στο BBC ότι διαπιστώνει στην Ευρώπη έλλειμμα ηγεσίας. Ήθελε με αυτό τον τρόπο να καταθέσει την απαρέσκειά του για την αντιμετώπιση της χώρας από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την ώρα που η Ελλάδα κινδυνεύει. Για να στηρίξει μάλιστα τη θέση του, ο κ. Πάγκαλος εξέφρασε την άποψη ότι αλλιώς θα ήταν τα πράγματα αν στο πηδάλιο των πιο σημαντικών ευρωπαϊκών χωρών ήταν ο κ. Σιράκ, ο κ. Κολ και η Μάργκαρετ Θάτσερ. Επικαλέστηκε λοιπόν ο σοσιαλιστής Έλληνας τρεις κατεξοχήν δεξιούς πολιτικούς ηγέτες για να αναδείξει την αξία της έννοιας της ηγεσίας, μεταξύ των οποίων και την κ. Θάτσερ, που λοιδορήθηκε όσο κανείς άλλος από την Αριστερά ως η προσωποποίηση του «άσπλαχνου νεοφιλελευθερισμού».

Δεν είναι στόχος μου να κρίνω τον κ. Πάγκαλο, ούτε και να εισέλθω στην εύκολη διέξοδο της αντιγερμανικής υστερίας που κυριαρχεί στην Ελλάδα τον τελευταίο καιρό. Θεωρώ όμως ότι ο κ. Πάγκαλος, ίσως και χωρίς να το θέλει ακριβώς έτσι, εντόπισε τον κίνδυνο που επικρατεί για ολόκληρο το πολιτικό σύστημα, στην Ευρώπη, την Ελλάδα, την Κύπρο, αλλά και διεθνώς. Και το εντόπισε προτάσσοντας ηγέτες αντιλαϊκούς, σκληρούς και πολλές φορές «επικοινωνιακά άξεστους» στην εφαρμογή των όσων πίστευαν. Πολιτικούς όμως που είχαν θέση και άποψη, την οποία δεν θα άλλαζαν επειδή έτσι ήθελε ο λαός, αλλά θα επιχειρούσαν να πείσουν τον λαό για το δίκαιο που πίστευαν ότι είχαν.

 


η πολιτική και η ηγεσία δεν είναι μενού α λα καρτ 


Αυτό ακριβώς είναι στοίχημα για τους ηγέτες σήμερα. Να αποδείξουν ότι η πολιτική και η ηγεσία δεν είναι μενού α λα καρτ, ούτε και αντικείμενο που αλλάζει περιεχόμενο εκ περιτροπής, ανάλογα με τις γύρω συνθήκες, για να χρησιμοποιήσω μια προσφιλή σε εμάς τους Κυπρίους φράση. Διότι, σήμερα, μέσα στην κρίση, τώρα που η πολιτική θα κριθεί κυρίως για την αξιοπιστία της, τα σημάδια δεν είναι καλά.

Η Ευρώπη δεν είναι μηχανή που τρέχει μόνο όταν υπάρχει ανάπτυξη και ευημερία και αυτό είναι που πρωτίστως καλείται σήμερα να αποδείξει. Ανεξαρτήτως λοιπόν των ευθυνών των κυβερνήσεων της Ελλάδας, της Ισπανίας, της Ιρλανδίας και της Πορτογαλίας, η Ευρώπη καλείται σήμερα να κατοχυρωθεί ως οργανισμός που μπορεί να τιμωρεί, να επιτηρεί, να σκληραίνει την παρέμβασή της σε οποιοδήποτε μέλος της αν δεν έχει κινηθεί σωστά, αλλά σε καμία περίπτωση να μην αφήσει το ευρωπαϊκό οικοδόμημα να υποστεί έστω και τη μικρότερη γρατζουνιά στα μάτια του υπόλοιπου κόσμου. Αν η Ευρώπη δεν αποδείξει σήμερα ότι είναι σοβαρός οργανισμός, δεν θα μπορέσει ποτέ να το πετύχει.

Το ίδιο βέβαια συμβαίνει και με την ελληνική κυβέρνηση. Που έρχεται από τη μια και ζητά συναίνεση από τα κόμματα και τους πολίτες για τις απαιτούμενες θυσίες, για να έρθει την επομένη να βάλει μπουρλότο στο εσωτερικό σκηνικό, ζητώντας υπευθύνους και λαϊκά δικαστήρια την ώρα που το καράβι βουλιάζει. Λες και δεν υπήρχε χρόνος μετά για αυτά.

Ερχόμενοι τώρα στα δικά μας, θα δούμε σωρεία πρόσφατων παραδειγμάτων εκ περιτροπής πολιτικής. Ξεκινώντας από τον Πρόεδρο, που από την ημέρα που εξελέγη, επιχειρεί να πλέει στο άγνωστο, πατώντας σε δύο βάρκες που κινούνται προς εντελώς διαφορετικές κατευθύνσεις. Για να φτάσει σήμερα να συνάπτει ένα νέο «μίνιμουμ πρόγραμμα» με το ΔΗΚΟ και να συμφωνεί ότι θα αναφέρεται στο ΔΗΚΟ για κάθε του κίνηση. Σε μια τεράστια αντίφαση, όπου από τη μια ο Πρόεδρος και οι «δικοί του» θέλουν να μας πείσουν για την επικράτηση της πολιτικής τους εντός ΔΗΚΟ, και από την άλλη ο κ. Καρογιάν και οι «δικοί του» θέλουν να μας πουν ότι κλείδωσαν πλέον την ουσιαστική και προαπαιτούμενη συμμετοχή και συμφωνία τους στη λήψη αποφάσεων. Αλλά και στην αντιπολίτευση, που δείχνει μέσα σε ένα μήνα τόσο έντονη, που αντικειμενικά διερωτάται κάποιος για το πόσο συνάδει η σημερινή με την προ ενός μηνός εικόνα.

Σε όλον αυτόν τον συρφετό αλλοπρόσαλλων, αντιφατικών και αλληλοσυγκρουόμενων τοποθετήσεων και ενεργειών, ο πολίτης κάθε χώρας εύλογα αναζητεί κάτι πολύ συγκεκριμένο: τον ηγέτη που πιστεύει σε κάτι ουσιαστικό, μόνιμο και σταθερό. Αυτόν που δεν αλλάζει τοποθέτηση εκ περιτροπής, με βάση δευτερεύουσες ανάγκες.

Στο ψυγείο

21/02/2010

Είναι οξύμωρο, αλλά φαίνεται τελικά ότι η επίσκεψη του Γ.Γ. του ΟΗΕ μάλλον τα ακριβώς αντίθετα από τις επιδιώξεις της αποτελέσματα είχε. Στη δική μας πλευρά τουλάχιστον. Από την ώρα που ο κ. Μπαν Κι Μουν αποφάσισε να αναλάβει και αυτός τα ρίσκα του εμπλεκόμενος προσωπικά με το Κυπριακό, τα δικά μας πολιτικά σχήματα μαζεύονται και αναδιατάσσονται στο εσωτερικό και το εξωτερικό τους, στέλνοντας ξεκάθαρο μήνυμα ότι αιφνιδίως, αυτό που αποκτά ύψιστη προτεραιότητα, δεν είναι άλλο από τις επερχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις. Με πρώτο τον ίδιο τον Πρόεδρο Χριστόφια. Και εξηγούμαι:

Ο Γ.Γ. στην κοινή συνέντευξη του με τους δύο ηγέτες, επιχείρησε να δώσει ώθηση στη διαδικασία των συνομιλιών ανακοινώνοντας σοβαρή πρόοδο στα κεφάλαια που συζητούνται. Αδιαμφισβήτητα, αυτή η χειρονομία, που συνδυάζεται και με την υπό εξέλιξη διεθνή εκστρατεία του κ. Ταλάτ, είχε ως στόχο να συνδράμει τον Τουρκοκύπριο ηγέτη, ενόψει της μεγάλης αναμέτρησης με τον Ντερβίς Έρογλου. Κάτι που αποτελεί και κορυφαίο πόθο της δικής μας Κυβέρνησης – εύλογα μεν επί της ουσίας αλλά λανθασμένα στο βαθμό που την έχουμε αναγάγει εμείς οι ίδιοι ως το κορυφαίο ζητούμενο για το Κυπριακό.

 


ποιος θα φταίει για το αδιέξοδο, αν εμείς τραβάμε πρώτοι το σχοινί; 


Αφού λοιπόν έλαβαν τέλος οι σεμνές διεθνείς τελετές, άρχισε το πάρτυ στο εσωτερικό. Η ΕΔΕΚ αποφάσισε να φύγει από την Κυβέρνηση, κατηγορώντας τον Πρόεδρο για απαράδεκτες παραχωρήσεις στο Κυπριακό με έμφαση στην εκ περιτροπής προεδρία και τους εποίκους. Το σοσιαλιστικό κόμμα επέλεξε να τραβήξει πρώτο και νωρίς το χαρτί της εξόδου, θεωρώντας ότι με αυτό τον τρόπο θα καρπωθεί τα οφέλη του να γίνει ο οδηγός και πρωταγωνιστής του απορριπτικού μετώπου. Ο Πρόεδρος, που χαμογελαστός και περήφανος πλαισίωνε τον Γ.Γ. στην ανακοίνωση της προόδου, έσπευσε να αμυνθεί υποστηρίζοντας πως δεν υπήρχαν τελευταία εξελίξεις που να δικαιολογούν την απόφαση της ΕΔΕΚ. Ένας τρίτος παρατηρητής εύλογα θα διερωτάται, ποιο από τα δύο ισχύει;

Στο ΔΗΚΟ από την άλλη, παίζεται το πιο αλλοπρόσαλλο πολιτικό παιγνίδι, εδώ και πάρα πολύ καιρό. Κι’ αυτό γιατί ο πρόεδρος του δεν κατάφερε ποτέ μέχρι τώρα να οδηγήσει, αλλά μονίμως σύρεται πίσω από τις εξελίξεις. Η ισορροπία μπορεί να διαρκέσει για κάποιο διάστημα, ποτέ όμως επ’ άπειρον. Και το ατέρμονο, βαρετό και μονότονο παιγνίδι που εξελίσσεται ανάμεσα στον σκληρό απορριπτισμό και την πορεία δίπλα στην εξουσία, κάποια στιγμή θα πρέπει να τελειώσει. Αν αυτή η στιγμή είναι πριν ή μετά τις βουλευτικές του 2011, λίγη σχέση έχει με το Κυπριακό. Το ενδιαφέρον βέβαια είναι ότι ο κ. Χριστόφιας έσπευσε να δώσει στο ΔΗΚΟ όλα σχεδόν τα πράγματα που ζητούσε τόσο καιρό και ο ίδιος αντιστεκόταν με μανία. Διαπραγματευτή, συναπόφαση, Παιδεία, ακόμη και παράθυρο επανεξέτασης των θέσεων που (κακώς και άκαιρα κατά τη γνώμη μου) κατέθεσε στο τραπέζι. Ένας τρίτος παρατηρητής εύλογα θα διερωτάται, γιατί σήμερα που έχουμε “πρόοδο”, ο Πρόεδρος κάνει κινήσεις που θα δυσκολέψουν την παρουσία του στο τραπέζι των συνομιλιών;

Είναι περισσότερο από προφανές ότι η Κυβέρνηση αυτή τη στιγμή λαμβάνει αποφάσεις βασιζόμενη σε δύο συμπεράσματα στα οποία έχει καταλήξει. Πρώτο, ότι η εκλογή Ταλάτ μάλλον γίνεται πολύ δύσκολη και η ίδια δεν θα θυσιάσει οτιδήποτε άλλο μέχρι να ξεκαθαρίσει το σκηνικό στα κατεχόμενα. Δεύτερο, ότι είναι αταλάντευτη η θέση της να αποφεύγει με κάθε τρόπο την συνεννόηση με την αντιπολίτευση. Κάτι που ο ΔΗΣΥ – καθυστερημένα – έχει αντιληφθεί και προχώρησε σε πολύ οξεία και απότομη αντιπολιτευτική στροφή, που ελέγχεται κάπως για την αξιοπιστία.

Το θέμα λοιπόν είναι, ότι σε μια στιγμή που η Τουρκοκυπριακή πλευρά κινδυνεύει με την απώλεια της έξωθεν καλής μαρτυρίας, στην περίπτωση που πράγματι εκλεγεί ο κ. Έρογλου και εμφανίσει ακόμη πιο σκληρές θέσεις στο Κυπριακό, το δικό μας πολιτικό σύστημα προτρέχει να βάλει πρώτο το Εθνικό θέμα στο ψυγείο και να ασχοληθεί με τα εσωτερικά εκλογικά. Μήπως όμως αυτή η σπουδή καταφέρει να ισοφαρίσει τις επιπτώσεις για την Τουρκία, αν αλλάξει στάση μετά τον Απρίλιο; Γιατί να φταίει μόνο ο κ. Έρογλου, αν εμείς πρώτοι τραβήξαμε το σχοινί;

Η αποχώρηση της ΕΔΕΚ από το κυβερνητικό σχήμα προκαλεί σωρεία συζητήσεων που εστιάζονται στο γιατί έκανε πράξη μια προδιαγεγραμμένη κίνηση σήμερα το σοσιαλιστικό κόμμα, στο αν υπάρχει ένα οργανωμένο σχέδιο αποσταθεροποίησης της κυβέρνησης και η αποχώρηση ήταν το πρώτο βήμα. Συζητείται η ορθότητα των πρωτοβουλιών που έχει πάρει ο Πρόεδρος γύρω από το Κυπριακό κυρίως, αλλά και η ευρύτερη συμπεριφορά του απέναντι στα συνεργαζόμενα με αυτόν κόμματα, αλλά και τα μη συνεργαζόμενα (ΔΗΣΥ) που του στάθηκαν για πολύ μεγάλο διάστημα.

Ο ΔΗΣΥ έχει σκληρύνει τη στάση του μπροστά στα προφανή αδιέξοδα που μας οδήγησε ο κ. Χριστόφιας, αφήνοντας πίσω την παρεξηγήσιμη προηγούμενη αναστολή του να υπηρετήσει τον ρόλο της πραγματικής αντιπολίτευσης. Το ΔΗΚΟ, δε, φαίνεται να έχει για πρώτη φορά από την εκλογή Χριστόφια το πάνω χέρι και να βρίσκεται μπροστά σε ένα πολύ ενδιαφέρον δίλημμα: Θα πάει να ζητήσει και να πάρει όλα αυτά που ήθελε από έναν αδύναμο σήμερα Πρόεδρο ή θα φύγει και αυτό, εκπληρώνοντας το δικό του προδιαγεγραμμένο βήμα; Μέσα σε όλα αυτά, έχουν ανασυρθεί οι συμφωνίες μεταξύ πρώτου και δεύτερου γύρου, ενώ το ΑΚΕΛ άρχισε να θυμάται την ιστορική του προσπάθεια να τα έχει καλά με τα κόμματα του κέντρου, μπας και τα «καλάρει» λίγο με το παρελθόν, αφού με το παρόν μάλλον αποτυγχάνει οικτρά.

Πρόθεσή μου δεν είναι να ασχοληθώ με όλα αυτά, αλλά με ένα άλλο φαινόμενο που μάλλον περνά σχεδόν απαρατήρητο. Το γιατί δηλαδή η αποχώρηση της ΕΔΕΚ έχει προκαλέσει τόσο κλυδωνισμό στην κυβέρνηση και τις προϋποθέσεις για δημιουργία φαινομένου «ντόμινο» αρνητικών γεγονότων για τον Δημήτρη Χριστόφια.


Βασιλείου, Κληρίδης και Παπαδόπουλος έδειχναν να ξέρουν τι θέλουν και γιατί


Αν ανατρέξουμε στη μικρή ιστορία της δημοκρατίας μας, δύο αποχωρήσεις κομμάτων είχαμε σε μη προεκλογικές περιόδους. Η πρώτη, αυτή που προέκυψε από την καταγγελία του «μίνιμουμ προγράμματος» από τον Σπύρο Κυπριανού αρχές του ’80 με την εκδίωξη του ΑΚΕΛ και η δεύτερη, η αποχώρηση της ΕΔΕΚ από τη δεύτερη κυβέρνηση Κληρίδη. Καμία, ωστόσο, από τις αποχωρήσεις αυτές δεν έφερε τον τότε Πρόεδρο σε θέση αδυναμίας, όπως συμβαίνει σήμερα. Αντιθέτως, Κυπριανού και Κληρίδης μάλλον ενδυναμώθηκαν και κυβέρνησαν με αρκετά μεγάλη επιτυχία από μόνοι τους.

Το πρόβλημα λοιπόν τώρα δεν είναι αυτή καθαυτή η απόφαση της ΕΔΕΚ να φύγει, αλλά το γιατί ο Δημήτρης Χριστόφιας είναι τόσο ευάλωτος απέναντι σε τέτοια φαινόμενα. Και άποψή μου είναι ότι αυτή η αδυναμία προέρχεται από την έλλειψη αυτοπεποίθησης και την αποφυγή ανάληψης ευθύνης που χαρακτηρίζει τη διακυβέρνησή του.

Από την πρώτη στιγμή το ΑΚΕΛ ανέλαβε το πηδάλιο του τόπου, διατυμπανίζοντας ότι δεν συμφωνεί με το σύστημα που καλείται να διαχειριστεί. Από την πρώτη στιγμή ήταν προφανές ότι ο κ. Χριστόφιας δεν αντέχει ούτε καν την ιδέα να κυβερνήσει από μόνος του, ενώ ταυτόχρονα ήταν έκδηλο ότι δεν έχει σε ιδιαίτερη υπόληψη τη γνώμη των κομμάτων που τον εξέλεξαν. Από την πρώτη στιγμή ο κ. Χριστόφιας πέταξε στον κάλαθο το «Σχέδιο Β’», να συνεννοηθεί δηλαδή με τον Συναγερμό, παρά την εμμονή του ΔΗΣΥ να τον εκλιπαρεί σχεδόν για 20 μήνες.

Από την πρώτη στιγμή, δε, μέχρι σήμερα, το ΑΚΕΛ και ο Δημήτρης Χριστόφιας δεν βγήκαν ποτέ ενεργά και με παρρησία να στηρίξουν τις επιλογές τους. Είτε στο Κυπριακό είτε στα εσωτερικά ζητήματα. Αντιθέτως, παθητικά και με έντονο το «σύνδρομο Ξανθόπουλου», για ό,τι γίνει, ρίχνουν την ευθύνη κάπου αλλού. Φταίει ο καπιταλισμός, ο Παπαδόπουλος, ο Κληρίδης, οι 30-40 φασίστες της Χρυσής Αυγής, ο φανταστικός εγκέφαλος που απεργάζεται τη φυσική εξόντωση του Προέδρου, η «άτιμη» κοινωνία… Και όπου δεν υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος, αποδίδουμε οποιοδήποτε αντίλογο σε προσπάθεια «μείωσης» του Προέδρου …

Μετά τον Σπύρο Κυπριανού, που η δημοκρατία μας ωρίμασε, είχαμε τρεις Προέδρους: Τον Γιώργο Βασιλείου, τον Γλαύκο Κληρίδη και τον Τάσσο Παπαδόπουλο. Και οι τρεις τους, ανεξάρτητα αν συμφωνούσες μαζί τους ή όχι, έδειχναν στους πολίτες καθημερινά ότι ξέρουν τι θέλουν και γιατί το θέλουν. Υπερασπίζονταν τις επιλογές τους και απαντούσαν ευθέως στους επικριτές τους. Ο καθένας ένιωθε τουλάχιστον μια σιγουριά ότι αυτός που τον κυβερνά έχει την υπευθυνότητα και την αυτοπεποίθηση να αναλάβει την ευθύνη των πράξεών του. Σήμερα; Ποια αυτοπεποίθηση εκπέμπει άραγε ένας Πρόεδρος που δεν ανέλαβε την ευθύνη καμιάς πράξης του και διαλαλεί ότι τρέμει στην ιδέα να κυβερνήσει μόνος;

Η σοβαρότητα και η σοβαροφάνεια με την οποία νοιώθουν υποχρεωμένοι, ή και με την οποία βολεύονται να επενδύουν την παρουσία τους όσοι ασχολούνται με τα κοινά, αναγάγει θέματα – κυρίως της κατηγορίας lifestyle – ως ευτελή και ανάξια ενασχόλησης. Επί της ουσίας, λίγο με απασχολεί η προσωπική ζωή του κάθε ανθρώπου, όσο και αν εκτίθεται στη δημοσιότητα. Και ασφαλώς το θέμα του παρόντος άρθρου δεν είναι αυτός καθ’ αυτός ο χωρισμός της Ελένης Μενεγάκη, αλλά η ικανότητα ενός τέτοιου γεγονότος να επισκιάσει σχεδόν όλα τα θέματα που απασχολούν τη δημόσια ζωή. Και στην Κύπρο και στην Ελλάδα, αλλά και – αντιστοίχως – σε όλο σχεδόν τον κόσμο.

Τα γεγονότα είναι εκεί και είναι πολύ συγκεκριμένα. Αυτή τη βδομάδα, στην Κύπρο είχαμε την σημαντική επίσκεψη του Γ.Γ. του ΟΗΕ, την ανακοίνωση προόδου και μη διακοπής στις συνομιλίες, αλλά και την πρώτη – εδώ και δύο χρόνια – ενεργοποίηση του Προέδρου Χριστόφια για την παραπαίουσα οικονομία. Στην Ελλάδα είχαμε την έγκριση του προγράμματος εξυγίανσης από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το διάγγελμα Παπανδρέου για τα σκληρά μέτρα που προτίθεται να λάβει. Όλα τα πιο πάνω αποτελούν ζητήματα που επηρεάζουν δραστικά, άμεσα και έμμεσα, τη ζωή του κάθε πολίτη. Που δημιουργούν προοπτικές και συνάμα δυσκολίες και εμπόδια για όλους. Είτε για την καθημερινότητα, είτε για το πιο μακρινό μέλλον. Το ερώτημα λοιπόν είναι: Φταίει ο κόσμος, αν ένας χωρισμός επισκιάζει οικονομία και Κυπριακό; Αν η προσωπική ζωή επωνύμων, αποτελεί πιο καυτό θέμα συζήτησης από τα ουσιώδη; Αν ο Κύπριος δεν θεωρεί πια το Κυπριακό θέμα που πρέπει να συζητά κάθε μέρα και αν οι πολίτες, ενώ γνωρίζουν και βιώνουν την οικονομική δυσπραγία, εν τούτοις προτιμούν να συζητούν μη ουσιώδη πράγματα;

 


Φταίει ο κόσμος αν ένας χωρισμός επισκιάζει οικονομία και Κυπριακό; 


Η γνώμη μου λοιπόν είναι ότι οι πολίτες δεν φταίνε. Θεωρώ κιόλας, ότι πολλές φορές πολιτικοί και πολιτικοί συντάκτες “σνομπάρουν” και επιχειρούν να υποβαθμίσουν τέτοια ζητήματα, όχι επειδή τα θεωρούν μικρής σημασίας, αλλά διότι ζηλεύουν την επιρροή που έχουν στην κοινωνία. Και αντί να αξιολογήσουν το γιατί συμβαίνει αυτό, προσπαθούν, με την επίκληση της σοβαρότητας, να υποβαθμίσουν το πραγματικό φαινόμενο. Χάνοντας το ουσιαστικό υπόβαθρο των αιτιών, που φέρνουν τη δημόσια ζωή περνά σε δεύτερη μοίρα, επισκιασμένη από την προσωπική ζωή επιτυχημένων ανθρώπων.

Ακριβώς στη λέξη “επιτυχημένος” πιστεύω ότι βρίσκεται η εξήγηση. Διότι, αν δούμε το θέμα ψύχραιμα και από απόσταση θα διαπιστώσουμε ότι η κα Μενεγάκη, για παράδειγμα, είναι προσωποποίηση της αισιοδοξίας και της ελπίδας για την πλειονότητα των ανθρώπων. Ξεκίνησε από το μηδέν, πέτυχε στη δουλειά της, ουδέποτε σταμάτησε να προσπαθεί και να αναζητά το καλύτερο, δεν τα έβαλε ποτέ κάτω και πέτυχε προχωρώντας μπροστά επαγγελματικά. Πάντα με χαμόγελο και χωρίς μεμψιμοιρίες. Για τα κοινωνικά κιόλας στερεότυπα, προχώρησε σε ένα – μέχρι προχτές – πετυχημένο γάμο, με παιδιά και οικονομική άνεση. Ένα success story που είχε ελάχιστες και αμελητέες κηλίδες.

Απέναντι λοιπόν σε αυτή την ωραία ιστορία, η πολιτική και η δημόσια ζωή, έχει να αντιτάξει δυσκολίες και δυσπραγίες. Το τελευταίο διάστημα, η μόνη ελπίδα που υπόσχονται οι πολιτικοί στους πολίτες είναι ότι θα διαχειριστούν την αποτυχία καλύτερα από ότι οι αντίπαλοι τους. Οράματα συλλογικής αισιοδοξίας και επιτυχίας σπάνια υπάρχουν, ενώ η μεμψιμοιρία και ο ωχαδελφισμός κυριαρχούν. Ο ένας συνήθως κατηγορεί τον άλλο, ενώ οι πολίτες έχουν την κρίση για να καταλάβουν ότι οι δημόσιες δηλώσεις δεν απεικονίζουν την πραγματικότητα πολλές φορές, αλλά επιχειρούν να σκεπάσουν κρυμμένες ατζέντες και συμφέροντα.

Έχουμε λοιπόν μια πετυχημένη ιστορία χωρίς ουσιαστική σημασία για τη ζωή των πολιτών, να ανταγωνίζεται πολλές και πολύ ουσιαστικές άχαρες ιστορίες που ο πολίτης όχι μόνο βιώνει, αλλά αντιλαμβάνεται ότι του προκαλούν τελευταία, κυρίως δυσκολίες. Δεν μπορεί λοιπόν να θεωρείται μίασμα για τον όποιο επιθυμεί να ξεφύγει από τη μονοτονία της καθημερινής ζωής, η καταφυγή στο πραγματικό παραμύθι ενός κοριτσιού της διπλανής πόρτας. Αντίθετα, αυτό που χρειάζεται είναι να αντιληφθεί επιτέλους το πολιτικό σύστημα ότι πέρα από τη διαχείριση, χρειάζεται να έχει το δικό του εφικτό παραμύθι. Ένα τομέα που η κα Μενεγάκη μπορεί να αποτελεί παράδειγμα.

Το πρώτο άρθρο σε αυτή τη στήλη, πριν από 15 μήνες (2/11/2008), είχε τίτλο “Οι δύο βάρκες και η μέγκενη”. Στόχος τότε ήταν να καταδειχθεί το αδιέξοδο της πολιτικής του Προέδρου Χριστόφια, ο οποίος στην προσπάθεια του να σχοινοβατίσει μεταξύ των δύο τάσεων Κυπριακού χωρίς να έχει απώλειες, θα βρισκόταν στην μέγκενη των εξελίξεων.

Γράφαμε τότε ότι: “Οι προσδοκίες και των δύο τάσεων σιγά σιγά διαψεύδονται. Ο πρόεδρος δεν κατάφερε να εκφράσει κανένα. Όχι επειδή δημιούργησε την δική του σχολή (όπως θα έπρεπε), αλλά επειδή επιχειρεί απεγνωσμένα και ανεπιτυχώς να ακροβατίσει μεταξύ ζητουμένων που οι δύο πλευρές του επιβάλλουν. Έτσι σήμερα, μαζί με την ελπίδα πολλών ότι ο Χριστόφιας είναι αποφασισμένος να προχωρήσει σε λύση ανεξαρτήτως πολιτικού και κομματικού κόστους, αλλά και το άλλοθι των ηγεσιών του ΔΗΚΟ και της ΕΔΕΚ ότι θα συμμετέχουν και θα επηρεάζουν τον πρόεδρο, καταρρέει και η αφελής θεωρία της “συντροφικότητας” με τον Ταλάτ, αφήνοντας ολόκληρο το σύστημα μετέωρο και πληγωμένο.”

Πιστεύω ότι η πιο πάνω παράγραφος προέβλεψε το σήμερα. Τη λανθασμένη δηλαδή τακτική του επιθυμώ να “παίξω στα σίγουρα” που επέλεξε ο Πρόεδρος, η οποία από οδηγό, τον κατέστησε ουραγό των εξελίξεων. Και εξηγούμε:


Κανείς παίκτης δεν κέρδισε ποτέ πουθενά παίζοντας στα “σίγουρα”


Ο Δημήτρης Χριστόφιας με την εκλογή του δημιούργησε κινητικότητα στο Κυπριακό, κάτι που του έδωσε αξιοσημείωτο πεδίο κινήσεων τον πρώτο καιρό. Του αφέθηκε μάλιστα η πρωτοβουλία να βάλει από μόνος του σχεδόν τους όρους και τις διαδικασίες του νέου γύρου συνομιλιών. Για να επιλέξει ο ίδιος μια μακρά διαδικασία, χωρίς να λαμβάνει υπόψη σχεδόν καθόλου τα ορόσημα που υπήρχαν μπροστά, ούτε και το ενδεχόμενο να μην έχει μόνιμα το πάνω χέρι αυτός που θεωρούσε φίλο, ο Μεχμέτ Αλί Ταλάτ. Προσπάθησε ο κ. Χριστόφιας με αυτό το τρόπο, να χειριστεί τόσο το δύσκολο εσωτερικό μέτωπο, που προσπαθούσε να “μανιπιουλάρει” με διφορούμενες ενέργειες διεσπαρμένες στο χρόνο, όσο και το διεθνές σκηνικό με τη θεωρία της λύσης από τους Κυπρίους αποκλειστικά.

Και τα δύο παιγνίδια “σιγουριάς” του Προέδρου κατέρρευσαν. Και αυτό έγινε όχι μόνο διότι εφ’ όλης της ύλης στηρίζονταν σε λάθος δεδομένα, αλλά κυρίως, επειδή ο ίδιος προσπαθούσε να κρύψει πίσω από την τακτική του την ανασφάλεια του. Στο εσωτερικό αφενός, ότι δεν μπορεί να νοιώθει μακρυά το ΔΗΚΟ και την ΕΔΕΚ, ούτε και αντέχει να έχει ως στενό συνομιλητή τον ΔΗΣΥ. Στο Κυπριακό αφετέρου, φάνηκε από την αρχή τόσο στην Κύπρο όσο και διεθνώς, ότι έκτισε μια στρατηγική απόλυτα εξαρτημένη από την παρουσία και τη “συντροφικότητα” του κ. Ταλάτ.

Δυστυχώς για τον Δημήτρη Χριστόφια, ούτε το ΔΗΚΟ και η ΕΔΕΚ του έκαναν μέχρι σήμερα το χατίρι να τον αφήσουν ήρεμο να διαχειριστεί όπως ήθελε τα θέματα έστω και για λίγο. Πολύ χειρότερα δε, όλη του η επένδυση στον κ. Ταλάτ κινδυνεύει με την απόλυτη κατάρρευση. Γιατί, για το χατίρι του “συντρόφου” του, ο Πρόεδρος έκανε παραχωρήσεις (εκ περιτροπής προεδρία και έποικοι), άφησε πίσω όλα τα κεφάλαια που η πλευρά μας έχει αυξημένες απαιτήσεις, εκτέθηκε απίστευτα διεθνώς και δημιούργησε προσδοκίες που τις πλείστες φορές δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Και να έλεγε κανείς ότι ο κ. Ταλάτ ανταποκρίθηκε σε όλες αυτές τις φιλοφρονήσεις, θα φαινόταν γελοίος…

Ουδείς μπορεί να αμφισβητεί τη χρησιμότητα της παρουσίας Ταλάτ για τη λύση του Κυπριακού, ειδικά αν τη βάλει σε αντιδιαστολή με την θεωρούμενη ως επικρατέστερη σήμερα άνοδο του κ. Έρογλου. Το απίστευτο μειονέκτημα όμως της της απόλυτα βασισμένης στην παρουσία Ταλάτ στρατηγικής του Προέδρου, είναι ότι έκανε δικό του ένα πρόβλημα που έπρεπε να είναι όλων των υπολοίπων. Και όχι μόνο αυτό, αλλά ελλοχεύει σήμερα ο κίνδυνος να παραχωρήσει ο κ. Χριστόφιας ακόμη περισσότερα πράγματα χωρίς ανταλλάγματα, προκειμένου να βοηθήσει τον απελπισμένο φίλο του, και τελικά να μείνει εντελώς μετέωρος.

Δυστυχώς για όλους μας, κανείς παίκτης δεν κέρδισε ποτέ πουθενά όταν επιχείρησε να παίξει στα “σίγουρα”. Έτσι και ο δικός μας Πρόεδρος. Που από μόνος του τα κατάφερε να μεταβεί από τη “σιγουριά” του ανασφαλούς, στο ρίσκο του μεγαλύτερου τζογαδόρου.