Δαίμονες

28/12/2009

Ρώτησαν τον υποψήφιο τότε Δημήτρη Χριστόφια, πριν τις προεδρικές, γιατί θα έπρεπε να τον ψηφίσει ο λαός. “Για την ανθρωπιά μου!” απάντησε. Η οποία “ανθρωπιά” προφανώς, αποτελεί πολιτικό επιχείρημα περιωπής και πρέπει να διαφημίζεται από τον αυτόκλητο φέροντα της ιδιότητας ταύτης.

Ο Πρόεδρος Χριστόφιας ασφαλώς και δεν εξελέγη για την “ανθρωπιά” με την οποία πίστωνε τον εαυτό του, αλλά επειδή το ΔΗΚΟ αποφάσισε να τον ψηφίσει στον δεύτερο γύρο. Η καταφυγή όμως σε ηθικοπλαστικά ψευδοεπιχειρήματα και ψευδοδιλήμματα για να καλυφθούν πολιτικές ανεπάρκειες και δυσκολίες, αποδεικνύεται η μοναδική επικοινωνιακή στρατηγική που μπορεί και θέλει να εφαρμόσει η παρούσα κυβέρνηση. Περί πολιτικών απαντήσεων και αντιπαράθεση επιχειρημάτων, ούτε λόγος…

Διαβρώνει το εσωτερικό μέτωπο η κριτική, υπονομεύουν τον πρόεδρο οι ανησυχίες, αποτελούν χειροβομβίδα για την οικονομία οι αγωνίες για την κακή πορεία της, το πραξικόπημα, δεν είναι εμείς που φταίμε κ.ο.κ., αποτελούν μονότονες, επαναλαμβανόμενες καθημερινά και χωρίς περιεχόμενο απαντήσεις για οποιοδήποτε θέμα. Με κορυφαία ατάκα για τις σοβαρές επικρίσεις, ότι αυτές αποτελούν “προσωπική επίθεση κατά του προέδρου”. Λες και οι Κύπριοι κλήθηκαν το 2008 να εκλέξουν ιερή αγελάδα και όχι πρόεδρο μιας δημοκρατικής πολιτείας!


Η φυσική εξόντωση του προέδρου και άλλες συναρπαστικές ιστορίες…


Η Κυβέρνηση αυτή ούτε την πίεση αντέχει ούτε την κριτική. Και είναι προφανές τις τελευταίες μέρες ότι βρίσκεται κάτω από καθεστώς έντονης φόρτισης που την έχει αποσυντονίσει. Κρατάει πολλά καρπούζια κάτω από μια μασχάλη που δεν τα χωράει. Τα τεράστια ρίσκα που πήρε στο Κυπριακό επιθυμώντας μανιωδώς να βοηθήσει στην εκλογή του κ. Ταλάτ. Την αγωνία της να μην χάσει το ΔΗΚΟ και την ΕΔΕΚ από την Κυβέρνηση παρά τις κάθετες τους διαφωνίες, η οποία αγωνία έρχεται σε  σύγκρουση με την αποφασιστικότητα του ΑΚΕΛ να μην επιτρέψει στους άλλους δύο ουσιαστική συμμετοχή στην διακυβέρνηση και τον καθορισμό πολιτικής στο Κυπριακό. Προσθέστε σε όλα αυτά την αδήριτη ανάγκη με την οποία ουδέποτε το ΑΚΕΛ και ο κ. Χριστόφιας συμβιβάστηκαν ψυχολογικά, να συνομιλήσουν με τον ΔΗΣΥ τουλάχιστον για το Κυπριακό, και θα αντιληφθείτε σε τι καθεστώς πανικού και σύγχυσης έχουν περιέλθει.

Η στρατηγική του “καημένου”, μια ιδιαίτερα προσφιλής διέξοδος όλων σχεδόν των Κυπρίων πολιτικών, που όταν βρίσκονται σε δυσκολία προσπαθούν να εμφανιστούν ως θύματα για να κερδίσουν την συμπάθεια, είναι πολυεφαρμόσμενη πρακτική του νυν προέδρου από πολύ παλαιότερα. Το 2004 από το Μπουργκενστοκ, ο τότε πρόεδρος της Βουλής κ. Χριστόφιας μιλούσε τηλεφωνικώς στο ραδιόφωνο του “‘Αστρα” και με λυγμούς ψέλλιζε “είμαστε και εμείς άνθρωποι….”. Η πολιτική δε των Χριστοφιακών δακρύων είχε γίνει ιδιαίτερα δημοφιλής κατά την προεκλογική περίοδο, όπου χρειαζόταν απλά ένα παιδικό χαμόγελο για να ξεσπάσει ο νυν πρόεδρος σε λυγμούς, προκειμένου να αποδείξει ή επιδείξει την “ανθρωπιά“ του. Το ότι η δημοκρατία πρόεδρο έχει ανάγκη και όχι μοιρολογήτρα, φαίνεται να αποτελεί ασήμαντη λεπτομέρεια ορισμένες φορές.

Σήμερα λοιπόν και κάτω από τις συνθήκες που περιγράψαμε πριν, η στρατηγική του “καημένου” δεν ήταν αρκετή και χρειαζόταν μετάλλαξη. Η φράση “αποτελεί προσωπική επίθεση στον πρόεδρο της Δημοκρατίας”, έχει τόσο πολύ χρησιμοποιηθεί από τα χείλη των υποστηρικτών του, που απαιτούσε υπόσταση. Την οποία ήρθε να δώσει απλόχερα ο ΓΓ του ΑΚΕΛ δηλώνοντας με στόμφο: «το τελευταίο διάστημα είμαστε μάρτυρες μιας χυδαίας και εκβιαστικής επίθεσης, που γίνεται ενάντια στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας μέσα από μπλόγκ στο ίντερνετ, σατιρικές δήθεν εφημερίδες και άλλους». Κατάγγειλε μάλιστα ότι: «ενθαρρύνεται η φυσική εξόντωση του Προέδρου. Βλέπετε αυτός είναι ο μόνος τρόπος, που γνωρίζουν για να απαντούν σε επιχειρήματα».

Ανακαλύψαμε λοιπόν όχι μόνο τον τρόπο δαιμονοποίησης της άλλης άποψης, αλλά και δολοφόνους συνωμότες! Και για να γλυτώσουμε την Κυβερνητική συνεργασία, τον Ταλάτ, το κόμμα, την οικονομία και την οργή του ΔΗΣΥ, το δημοκρατικό επιχείρημα ήταν να τραγουδηθούν πειστικά οι  στίχοι του Σιδερά και του Καρβέλα: “Με κατατρέχουν, με εξουσιάζουν, φρικιά και δαίμονες, πίσω μου τρέχουν και με προστάζουν, τα μυαλά μου έχουν γεμίσει ιδέες έμμονες – Δαίμονες!”.

Καλές Γιορτές σε όλους.

Η εικόνα που εξέπεμψε ο Δημοκρατικός Συναγερμός κατά τη διάρκεια της συζήτησης του προϋπολογισμού, ασφαλώς δεν περιποιεί τιμή σε ένα κόμμα. Ιδιαίτερα όταν αποτελεί την αξιωματική αντιπολίτευση που – εκ του πολιτεύματος – έχει την ηθική υποχρέωση άσκησης εξαντλητικού ελέγχου στην Κυβέρνηση. Ο ΔΗΣΥ κατά τους προϋπολογισμούς, επιβεβαίωσε ότι λοξοδρομεί. Όχι προς μια, αλλά προς δύο κατευθύνσεις και σαφώς διχασμένος. Εμπεδώνοντας την αντίληψη ότι τα πλείστα στελέχη έχουν παρασυρθεί σε άστοχες και απόλυτα ζημιογόνες ασκήσεις τακτικισμού.

Η αξιωματική αντιπολίτευση μια δουλειά είχε να κάνει αυτή τη βδομάδα. Να επικεντρωθεί στο πως θα ξεπεράσουμε την οικονομική κρίση. Το πως θα αποκτήσουμε και εμείς θετικούς δείκτες ανάπτυξης, που σήμερα παραμένουν αρνητικοί σε αντίθεση με την υπόλοιπη Ευρώπη. Ο ΔΗΣΥ είχε υποχρέωση να ασχοληθεί με την καλπάζουσα ανεργία, την ανάγκη μείωσης φόρων σε συγκεκριμένους τομείς, τις επενδύσεις που πρέπει να προσελκύσουμε. Να στηλιτεύσει την πολιτική των τυφλών παροχών και του τεράστιου ελλείμματος, την κατάργηση της απόσυρσης αυτοκινήτων, την επιμονή σε πολύ ψηλά τέλη στα ακίνητα, τα αναποτελεσματικά μέτρα στήριξης του τουρισμού. Όφειλε ο ΔΗΣΥ να μιλήσει για την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, το ΓΕΣΥ, τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας που δεν προχωρούν. Τις λογιστικές αλχημείες του ασφαλιστικού και τις επιθέσεις σε θεσμούς όπως η Κεντρική και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.



Αναζητώντας συμμάχους εκατέρωθεν, ο ΔΗΣΥ κινδυνεύει με απώλεια χαρακτήρα


Και στο Κυπριακό και την εξωτερική πολιτική υπήρχε πεδίο δόξης λαμπρό από τους ερασιτεχνισμούς της Κυβέρνησης Χριστόφια, που δεν πέτυχε να φέρει έστω και ένα σύμμαχο. Που έδωσε σε κρίσιμες στιγμές ρεσιτάλ ανόητου αντιευρωπαϊσμού. Που επιτέθηκε αναίτια από το βήμα του ΟΗΕ σε όλο τον κόσμο, την ώρα που η Τουρκία κέρδιζε την συμπάθεια. Αλλά και επί της ουσίας των συνομιλιών, όπου δείχνουν μέχρι στιγμής να συζητούνται αποκλειστικά τα θέματα που δεν ενοχλούν την άλλη πλευρά, εφόσον εκείνη έχει μόνο να παίρνει…

Κάποια από τα πιο πάνω ίσως να λέχθηκαν από βουλευτές – επιτρόπους. Αποσπασματικά και χωρίς συλλογική στόχευση. Και σίγουρα δεν αναδείχθηκαν. Πως θα μπορούσε όμως να αναδειχθούν, όταν στην κορυφαία κοινοβουλευτική δραστηριότητα έγινε πρώτο ζήτημα η αγωνία μερικών να προσκολληθούν στον Πρόεδρο Χριστόφια και η αγωνία άλλων να πλειοδοτήσουν απορριπτισμό και διάθεση συνεργασίας με ΔΗΚΟ και ΕΔΕΚ;

Δική μου γνώμη, είναι ότι και οι δύο πλευρές που συγκρούστηκαν εντός και εκτός βουλής, σφάλλουν και προκαλούν ζημιά στο κόμμα, την δημοκρατία και την Κύπρο γενικότερα. Ο ΔΗΣΥ δεν έχει ανάγκη να εκλιπαρεί ως επαίτης το ΑΚΕΛ και τον κ. Χριστόφια να τολμήσουν να συνεργαστούν μαζί του. Αν ο κ. Χριστόφιας, που με λαϊκή εντολή κυβερνά αυτό τον τόπο, αισθάνεται την ανάγκη να σχηματίσει κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας ή να συνεννοηθεί περισσότερο με τον ΔΗΣΥ στο Κυπριακό, είναι δουλειά δική του να το ζητήσει. Γιατί είναι αναξιοπρεπές και αντιδημοκρατικό να έρχεται η αντιπολίτευση με εκατοντάδες δήθεν “ύστατες εκκλήσεις”, να αμελεί αντιπολιτευτικά καθήκοντα και να παρακαλεί ως την απατημένη σύζυγο που επιμένει, παρά τις εκατοντάδες απορρίψεις.

Από την άλλη, δεν είναι ίδιον της υπευθυνότητας και της ιστορίας αυτού του κόμματος να βάζει “φουστανέλες”, διαγωνιζόμενος στο ρεσιτάλ λαϊκιστικού πατριωτισμού με πρωταγωνιστές άλλους. Να απορρίπτει απλώς για να απορρίπτει, εις βάρος του Εθνικού ζητήματος. Να λειτουργεί εκτός των αρχών του, απλά για να κερδίσουν με συνθηματολογία κάποιοι αξιωματούχοι την συμπάθεια των φανατικών κέντρων, που ότι και να παρουσιαστεί θα το βγάλουν σκάρτο. Και να καθίσταται ο ΔΗΣΥ κόμμα μη πολιτικό, μη δημιουργικό.

Αυτό είναι το πρόβλημα στον Συναγερμό. Χάθηκε ο ίσιος, ο δικός του δρόμος. Η οδός των πολιτικών θέσεων, των αρχών, της αξιοπρέπειας, της καλώς νοούμενης περηφάνειας. Που υπηρετεί θετικά και κριτικά την ανάγκη λύσης στο Κυπριακό και που δεν προπορεύεται των γεγονότων παρασυρόμενος από εμμονές συμβιβασμού ή απορριπτισμού. Που προτείνει συλλογικά και με κάθε ευκαιρία τους τρόπους για να προοδεύσει η χώρα και που δεν επιζητεί συμμετοχή σε μια κυβέρνηση που παίρνει την Κύπρο πίσω. Που αντιπολιτεύεται με σθένος και με ακλόνητη βάση το ιδεολογικό του υπόβαθρο. Γιατί αυτό το υπόβαθρο είναι που τσαλαπατούν ισάξια και ο λαϊκισμός και οι εκκλήσεις για να συγκυβερνήσει με το ΑΚΕΛ ο Συναγερμός.

Ευτύχης Βαρδουλάκης

Ενδιαφέρουσα Άποψη – του Ευτύχη Βαρδουλάκη*

Παρακολουθώντας την κατάσταση στο ΔΗΚΟ, αυτό που εντυπωσιάζει περισσότερο από όλα, είναι ο κυνισμός των εμπλεκομένων στις εσωκομματικές έριδες.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η αφετηρία για όλα όσα συμβαίνουν σήμερα βρίσκεται 2 χρόνια πίσω, στις προεδρικές εκλογές του 2008. Μετά τα αποτελέσματα του Α’ γύρου, η ηγεσία του ΔΗΚΟ αρχικά φάνηκε ότι προτιμούσε να στηρίξει τον Γιαννάκη Κασουλίδη. Το ίδιο φερόταν διατεθειμένα να κάνουν και τα περισσότερα στελέχη και η βάση του ΔΗΚΟ, της οποίας το 45% ψήφισε τελικά τον κ. Κασουλίδη κόντρα στις υποδείξεις του κόμματος.

Για λόγους που κάποια στιγμή ίσως θα πρέπει να ερευνηθούν διεξοδικότερα, με παρέμβαση του αείμνηστου Τάσσου Παπαδόπουλου, η αρχική απόφαση άλλαξε και επεβλήθη η επιλογή Χριστόφια. Οι λόγοι αυτής της αλλαγής απόφασης και το παρασκήνιο που προηγήθηκε δεν εξηγήθηκαν ποτέ. Κάποιοι μιλούν για ανταπόδοση στον κ. Χριστόφια για τη στήριξή του στις προεδρικές του 2003. Κάποιοι άλλοι τα αποδίδουν στην προσωπική διαχρονική αντιπαλότητα του Τάσσου με τους κ.κ. Κληρίδη, Αναστασιάδη, Κασουλίδη. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, η επιλογή ελήφθη λιγότερο με πολιτικά και κυρίως με προσωπικά κριτήρια. Αυτό αποδεικνύει και η ίδια η επιχειρηματολογία του ΔΗΚΟ την περίοδο εκείνη, όταν για να πείσει τους ψηφοφόρους του, έλεγε ότι η μη-εκλογή Χριστόφια θα σημάνει «διάλυση του κόμματος», «αποδυνάμωση του ρόλου του», κλπ. Η επιχειρηματολογία τους δεν εστίαζε στο γιατί η επιλογή Χριστόφια είναι καλύτερη για την Κύπρο, αλλά το πώς το ΔΗΚΟ «θα παραμείνει στα πράγματα». Όταν όμως η μείζονα απόφαση για το μέλλον της χώρας λαμβάνεται όχι με πολιτικούς, αλλά με ψυχολογικούς όρους, τα πράγματα σημάδια για τη συνέχεια δεν είναι καθόλου καλά…


Τι κόμμα είναι τελικά το ΔΗΚΟ; Κεντροδεξιό; Κεντροαριστερό; Κεντρώο σκέτο;


Η σημερινή εικόνα του κόμματος θυμίζει σουρεαλιστικό σκηνικό. Η εσωκομματική αντιπολίτευση, η οποία πριν από δυο χρόνια πρωτοστάτησε υπέρ της επιλογής Χριστόφια, ξεκίνησε να τον αντιπολιτεύεται λίγο μετά την εκλογή του και σήμερα φαίνεται να επιθυμεί έξοδο από την Κυβέρνηση, για την επιβολή και εκλογή της οποίας η ίδια αγωνίστηκε! Αντιθέτως, η ηγεσία του κόμματος, η οποία φαίνεται ότι, αρχικά τουλάχιστον, δεν επιθυμούσε ιδιαίτερα την εκλογή Χριστόφια, σήμερα εμφανίζεται να αγωνίζεται υπέρ της παραμονής του κόμματος στην κυβέρνηση και να στηρίζει τις αποφάσεις του νυν Προέδρου. Και για να «ακυρώσει» τις αιτιάσεις της εσωκομματικής αντιπολίτευσης, που και που υιοθετεί κάποιες «σκληρές» θέσεις, ώστε να καλύπτει τα εσωκομματικά της νώτα.
Και την ίδια ώρα, η βάση του κόμματος, στην οποία κάποιοι υποσχέθηκαν ότι «θα είναι στα πράγματα», βλέπει ότι ο ρόλος της είναι μικρότερος από οποιαδήποτε άλλη περίοδο, που το ΔΗΚΟ μετείχε στην Κυβέρνηση.

Το κόμμα εμφανίζεται να ακροβατεί ανάμεσα στον «ρεαλισμό» της ηγεσίας του – η οποία όμως σε κρίσιμες στιγμές δεν μπόρεσε να επιβάλει τις αποφάσεις της – και σε μια «σκληρή» και αρκετά λαϊκίστικη γραμμή της εσωκομματικής αντιπολίτευσης.

Όλα αυτά δημιουργούν τεράστια ερωτήματα για την αξιοπιστία του κόμματος. Τόσο η ηγεσία του ΔΗΚΟ, όσο και η εσωκομματική αντιπολίτευση θα πρέπει να απαντήσουν σε κάποια βασικά ερωτήματα:
Η ηγεσία του κόμματος οφείλει να απαντήσει ποιος ακριβώς είναι ο ρόλος του ΔΗΚΟ στην λήψη αποφάσεων της σημερινής Κυβέρνησης. Είναι ουσιαστικός ή απλώς συναινούν στις αποφάσεις του ΑΚΕΛ, με αντάλλαγμα ένα μικρό κομμάτι κυβερνητικής εξουσίας; Αν ισχύει το δεύτερο, αρκεί αυτό στην ηγεσία του ΔΗΚΟ και στη βάση του κόμματος;
Η εσωκομματική αντιπολίτευση πρέπει να απαντήσει αν μετανιώνει ή όχι για τη στήριξη στον κ. Χριστόφια στις προηγούμενες εκλογές. Και να πει τι θα έκανε αν είχαμε σήμερα εκλογές. Θα στήριζε εκ νέου Χριστόφια, θα συμμαχούσε με το ΔΗΣΥ ή θα έμενε ουδέτερο; Να απαντήσει επίσης αν η «υποχωρητικότητα» την οποία καταγγέλλει αφορά μόνο στον πρόεδρο Χριστόφια ή και τον Υπουργό Εξωτερικών κ. Κυπριανού.
Από κοινού θα πρέπει να απαντήσουν ποιο ακριβώς ρόλο επιθυμούν στο πολιτικό σύστημα. Τι κόμμα είναι τελικά το ΔΗΚΟ; Κεντροδεξιό; Κεντροαριστερό; Κεντρώο σκέτο; Φιλελεύθερο; Σοσιαλδημοκρατικό; Ευρωπαϊκό; Εθνοκεντρικό; Απλώς… «κυβερνητικό»; Στο Κυπριακό θέλουν λύση; Ποια; Σε τελική ανάλυση, εκτός από το τι δεν θέλουν, μπορούν να πουν τι θέλουν;

Οι ιστορικές αναφορές δε αρκούν πλέον για να προσδιορίσουν το ρόλο ενός κόμματος σε μια κοινωνία που αλλάζει. Το στίγμα και οι βασικές πολιτικές του δεν μπορούν να καθορίζονται με βάση τις προσωπικές επιδιώξεις ορισμένων στελεχών του. Οι «στρατηγοί» του κόμματος (νυν ή επίδοξοι) πρέπει να δώσουν πειστικές απαντήσεις και ένα καθαρό στόχο στον κόσμο που τους ακολουθεί. Αν δεν το κάνουν, θα καταντήσουν στρατηγοί χωρίς στρατό.
Η Κύπρος, πάντως, θα προχωρήσει με ή χωρίς αυτούς…

Ο Ευτύχης Βαρδουλάκης είναι Σύμβουλος Στρατηγικής και Επικοινωνίας

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Η Καθημερινή» στις 13/12/2009

Η Κατηγορία «Ενδιαφέρουσες Απόψεις» που εγκαινιάζεται σήμερα, θα περιλαμβάνει άρθρα και απόψεις τρίτων που δημοσιεύονται σε έντυπα ή ηλεκτρονικά μέσα. Οι απόψεις αυτές μου προκαλούν το ενδιαφέρον, χωρίς απαραίτητα να υιοθετώ το περιεχόμενο τους.

Η δημοσίευση αρχικά θα είναι σε εβδομαδιαία βάση, κάθε Τετάρτη.

Μιχάλης Σοφοκλέους

Ασχολούμαι με αυτό το θέμα για τέσσερις βασικούς λόγους. Πρώτο, διότι είναι ένα ζήτημα που προκαλεί κοινωνικό ρατσισμό. Οι καπνιστές θεωρούνται αντιδημοφιλής και ντεμοντέ, με αποτέλεσμα, ενώ εκατοντάδες χιλιάδες συμπολίτες μας να έχουν ενστάσεις με την παρανοϊκή νομοθεσία που η βουλή ενέκρινε, εντούτοις κανείς από όσους έχουν την δυνατότητα, δεν αναλαμβάνει το δήθεν αντιεκσυγχρονιστικό βάρος να τοποθετηθεί εναντίον. Και ενώ το τσιγάρο αποτελεί νόμιμο προϊόν με εκατομμύρια ευρώ οφέλη για το κράτος, εντούτοις, η Κυπριακή Βουλή αποφάσισε το αδιανόητο. Να απαγορεύσει το κάπνισμα παντού! Όχι μόνο σε όλα ανεξαίρετα τα εστιατόρια, τις καφετέριες και τα μπαρ, όπως πιστεύουν οι περισσότεροι, αλλά και στις φυλακές, το ψυχιατρείο, τα ξενοδοχεία (και στους κοινοχρήστους χώρους και σε όλα τα δωμάτια). Το κάπνισμα απαγορεύεται στα κυβερνητικά γραφεία, δίνοντας έξτρα λόγους διαλείμματος, αλλά και στα καφενεία και τα σωματεία. Η Αστυνομία δηλαδή, θα πρέπει να κάνει επιδρομές στον Ροτσίδι Μάμμαρι και τις Λαϊκές Οργανώσεις Περβολιών, για να επιβάλλει πρόστιμο στους φτωχούς ηλικιωμένους που περνούν εκεί την ώρα τους.


Ο νόμος για το κάπνισμα θα είναι αιτία σύγκρουσης με τους θεσμούς;


Δεύτερο, γιατί πιστεύω απόλυτα στο ότι η ελευθερία του ενός τελειώνει εκεί που καταπατά την ελευθερία του άλλου. Γι‘ αυτό και έχει δίκιο ο καθένας που επιθυμεί να απολαμβάνει περιβάλλον χωρίς καπνό, να δικαιούται σχετικές ρυθμίσεις και πρόνοιες. Μόνο που σε αυτή την περίπτωση είναι επίσης παρανοϊκό, η ελευθερία του άλλου να αρχίζει και να τελειώνει στην μέση του δρόμου. Οι πρόνοιες ολοκληρωτικής και τυφλής απαγόρευσης του νόμου, θυμίζουν την αστεία ποτοαπαγόρευση του 1919 στις ΗΠΑ, αλλά και την μη δημιουργία καζίνο στον τόπο μας. Όπως στα καζίνο, που η κοντόφθαλμη προσέγγιση των θεσμών επέτρεψε να μετατραπεί η Κύπρος σε μια απέραντη παράνομη λέσχη, χρηματοδότη του οργανωμένου εγκλήματος, έτσι και εδώ, θέλουν να εφαρμόσουν στην χώρα με το μεγαλύτερο ποσοστό καπνιστών, ένα ανεφάρμοστο νόμο που θα οδηγήσει σε νέες παρανομίες και συμφέροντα.

Τρίτο, γιατί είμαι καπνιστής που σέβεται τον μη καπνιστή και ουδέποτε έχει καπνίσει σε αεροπλάνο, μπροστά από παιδιά ή εγκύους, ή σε σπίτι και παρέα μη καπνιστών. Αρνούμαι όμως να αποδεχθώ ότι η κοινωνική συναναστροφή θα πρέπει να περιοριστεί σε οικίες, ή στα παραπήγματα με τα οποία θα γεμίσει εκ νέου η Κύπρος. Όπως έκαναν με την Αγία Νάπα, όπου οι ασφυκτικές πολεοδομικές ρυθμίσεις του ’80, που θα προστάτευαν δήθεν το δομημένο περιβάλλον, δημιούργησαν ένα πολεοδομικό έκτρωμα, έτσι και σήμερα, ετοιμαστείτε για να ξεφυτρώσουν παντού κακόγουστα παραπήγματα, τέντες και κατασκευές από ναύλον και σόμπες. Ετοιμαστείτε για πάρτι σε σπίτια ή παράνομα υποστατικά μέχρι πρωίας με την μουσική στη διαπασών, χιλιάδες καταγγελίες στην αστυνομία, διαφθορά και όλα όσα φέρνουν μαζί τους οι θεσμικοί παραλογισμοί.

Τέταρτο, γιατί δεν αποδέχομαι το σκεπτικό της βουλής. Την λογική του “πονάει δόντι, κόβει κεφάλι”. Ψήφισε λέει το νόμο απαγορεύοντας τα πάντα και παντού, για να έρθει μετά να δώσει δήθεν εξαιρέσεις. Πιο αναλυτικά; Η βουλή δεν άντεχε το βάρος και δεν είχε την ικανότητα να βρει τις λύσεις. Οπότε, σου λένε, κόψε τα πάντα και μετά δημιουργούμε και κάποιο παραθυράκι για να είναι και οι παραπονούμενοι ευχαριστημένοι. Και όταν ήρθε η ώρα, κανένας δεν αναλαμβάνει το ντεμοντε βάρος της δημιουργίας ενός λογικού θεσμικού πλαισίου που θα επιτρέπει χώρους και για τους καπνιστές. Περιμένουν τον νόμο να καταρρεύσει, για να έρθουν πιο μετά!

Στην Κύπρο, δεν είναι η πρώτη φορά που οι θεσμοί αδυνατούν να βρουν το μέτρο και παίρνουν αποφάσεις είτε του ύψους, είτε του βάθους. Σε αυτή όμως την περίπτωση, υπάρχει μια ενδιαφέρουσα προοπτική. Ένα θέμα που σαφώς δεν είναι τεράστιας σημασίας, μπορεί να οδηγήσει την μαθημένη στον συμβιβασμό κυπριακή κοινωνία, στην πρώτη σύγκρουση της με τους θεσμούς. Ακριβώς επειδή δεν πέτυχαν να ρυθμίσουν το ελάσσων. Για σκεφτείτε, μια ιδέα λέω, να διοργανώσουν όλοι οι καπνιστές πάρτι σπίτι τους ένα συγκεκριμένο Σάββατο βράδυ. Ενδιαφέρον δεν θα’ χει;

Η εύκολη και επικρατούσα άποψη τα τελευταία χρόνια είναι ότι οι πολίτες δεν ασχολούνται με την πολιτική, δεν τους απασχολούν τα κοινά και δεν τους ενδιαφέρει το τι κάνουν οι πολιτικοί. Ότι δηλαδή η κοινωνία θεωρεί την πολιτική λειτουργία κάτι ξένο, που δεν την αφορά, αλλά απασχολεί μόνο τον πολιτικό μικρόκοσμο ο οποίος συχνά απασχολείται με ένα ευτελές παζάρι εξουσίας, με όλες τις προεκτάσεις που αυτό συνεπάγεται.

Το περίεργο σε αυτή την άποψη, είναι ότι αυτοί που παραδοσιακά την υποστηρίζουν είναι τα δύο διαμετρικά αντίθετα στρατόπεδα. Από τη μια, όσοι έχουν έντονα καλλιεργημένο το πολιτικό ενδιαφέρον, διαβάζουν εφημερίδες και ιστορία, βλέπουν ειδήσεις τοπικές και διεθνείς, διαβάζουν ή και γράφουν σε μπλογκς, αλλά δεν είναι αναμεμιγμένοι στο πολιτικό σύστημα (πιθανότατα ήταν κάποια στιγμή στη ζωή τους). Αυτή η τάξη έχει την γνώση και την ικανότητα να επικρίνει την πολιτική, αλλά όχι την “δεινότητα” ή την ευχέρεια να εισχωρήσει στην εφαρμογή της. Από την άλλη, την ίδια άποψη υποστηρίζουν αρκετοί από τους συμμετέχοντες στον πολιτικό μικρόκοσμο, αυτοί που βολεύονται δηλαδή στην διατήρηση της πολιτικής σε ένα μικρό κλαμπ μετρίων στην πλειοψηφία, που θα επιτρέπει στους ιδίους να επιβιώνουν και ενίοτε να “μεγαλουργούν”. Και αν στην Κύπρο αυτή η άποψη είναι πλειοψηφούσα, στην Ελλάδα ήταν η δεσπόζουσα. Μέχρι την περασμένη Κυριακή. Όπου 782,136 Νεοδημοκράτες έδωσαν σε όλους τους επαΐοντες, δύο πανηγυρικές διαψεύσεις:


Κατέρρευσε και ο μύθος ότι οι πολίτες δεν ασχολούνται με τα κοινά


Πρώτη διάψευση: Ότι ο κόσμος δήθεν δεν ασχολείται με τα κοινα. Την Νέα Δημοκρατία στις Εθνικές Εκλογές του Οκτωβρίου, είχαν ψηφίσει 2,295,967 πολίτες. Περισσότεροι λοιπόν από το 1/3 των ψηφοφόρων της, έσπευσαν σε μια καθαρά προαιρετική διαδικασία, που προϋπόθετε εγγραφή στα μητρώα μελών του κόμματος της αντιπολίτευσης και αναμονή σε ουρές για μία μέχρι και τρεις ώρες, για να καταθέσουν την γνώμη τους σε σχέση με ποιον πρόεδρο θέλουν. Δεν υπάρχει μηχανισμός που να μπορεί να προκαλέσει τέτοια προσέλευση. Υπάρχει μόνο η αυτόκλητη βούληση της κοινωνίας να συμμετάσχει, εφόσον της δόθηκε πραγματικό και όχι επίπλαστο βήμα, μέσα από ένα πραγματικό και ουσιαστικό κομματικό άνοιγμα στην κοινωνία.

Αν αυτό το άνοιγμα θα έχει συνέχεια ή όχι, είναι ένα σημαντικό, αλλά εντελώς διαφορετικό ζήτημα. Το αξιοθαύμαστο είναι η κοινωνική θέληση της συμμετοχής, εφόσον το κόμμα απέδειξε ότι την επιδιώκει και την διευκολύνει, αντί να την αποτρέπει δια μέσου της τεθλασμένης των παγιωμένων, αγκυλωμένων, πολύπλοκων και απόμακρων κομματικών διαδικασιών.

Δεύτερη διάψευση: Ότι η κοινωνία ψηφίζει από υποχρέωση και εκτίμηση αντί για την προοπτική και το μέλλον. Πολλοί είναι εκείνοι που επιχείρησαν να στηρίξουν υποψηφιότητες βασισμένοι στο τι έκαναν και όχι στο τι θα κάνουν. Προβάλλοντας διλήμματα υποχρέωσης και ηθικής ανταπόδοσης, αντί πολιτικών που διευρύνουν την συλλογική προοπτική. Το κλασσικότερο παράδειγμα παραμένει ο θρύλος της παγκόσμιας πολιτικής Ουίνστον Τσόρτσιλ, ο οποίος έχασε τις εκλογές μετά που κέρδισε τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στην Κύπρο, ο αείμνηστος Τάσσος Παπαδόπουλος έχασε τις εκλογές, εφόσον το μόνο που πρόβαλε ήταν το “Όχι” που είχε πει τέσσερα χρόνια πριν. Στην Ελλάδα προχθές – και εδώ είναι το οξύμωρο – η Ντόρα Μπακογιάννη που αποτελούσε για χρόνια το δόρυ των πολιτικών του μέλλοντος στην Νέα Δημοκρατία, έδωσε μεγαλύτερη έμφαση στον κομματικό πατριωτισμό και την εσωτερική κομματική λειτουργία. Απευθυνόμενη περισσότερο στα κομματικά στελέχη αντί την ευρύτερη κοινωνία. Ένα κενό που έσπευσε σε σημαντικό βαθμό να καλύψει ο Αντώνης Σαμαράς, ανεξάρτητα αν κάποιος συμφωνεί ή διαφωνεί με την πολιτική φιλοσοφία που παρέθεσε.

Οι δύο πρόσφατες εκλογικές αναμετρήσεις στην Ελλάδα, τόσο οι Εθνικές Εκλογές, όσο και η πραγματικά ανοικτή στην κοινωνία εσωκομματική διαδικασία της Νέας Δημοκρατίας, στέλνουν μηνύματα με ουσιαστικό αντίκτυπο και στην Κύπρο, όπου οι προεκτάσεις είναι πάντα ουσιώδεις και ισχυρές. Αφ’ ενός, ότι καμιά τακτική και στρατηγική δεν μπορεί να αντιταχθεί σε μια ουσιαστική και πραγματικά πολιτική πρόταση προοπτικής. Επιβεβαιώνοντας ότι η σύγχρονη ηγεσία απαιτεί αποφασιστικότητα για πολιτικές ρίξεις και τομές με στόχο το μέλλον. Αφ’ εταίρου, ότι η σύγχρονη δημοκρατία απαιτεί γενναία και ουσιαστικά ανοίγματα που να την καθιστούν πραγματικά συμμετοχική, γιατί αλλιώς η κοινωνία δεν είναι την πολιτική λειτουργία, αλλά τους ίδιους τους πολιτικούς που απαξιώνει.