ArguingΝα συνοψίσουμε πρώτα τι έγινε τον τελευταίο καιρό γύρω από το Κυπριακό και τα παρελκόμενα του. Πρώτο, την επίσκεψη του κ. Παπανδρέου ως νικητή και τροπαιούχου. Όχι μόνο διότι πήρε θριάμβευσε στις εκλογές, αλλά και επειδή βρήκε τον κ. Χριστοφια έτοιμο σαν ώριμο φρούτο να δεχθεί την πάλαι ποτέ απαράδεκτη για τον ίδιο πρωτοκαθεδρία της Ελλάδας στην λήψη αποφάσεων που έχουν να κάνουν με χειρισμούς, όπως αυτούς που θα απαιτηθούν τον Δεκέμβριο. Αφού περιπλανήθηκε ο πρόεδρος να βρει νέους συμμάχους στις τέσσερις γωνιές της γης (Ρωσία, Κίνα, Συρία, Κούβα, Βενεζουέλα), κατέληξε με τον Κυβερνητικό Εκπρόσωπο να επικαλείται πέντε φορές σε μία μέρα την ανάγκη συνεννόησης με την Αθήνα, πριν τοποθετηθεί. Ήρθε ο Έλληνας Πρωθυπουργός, μίλησε για τακτική τύπου “Ελσίνκι”, μπέρδεψε τα πράγματα με τον οδικό χάρτη και όλοι χειροκρότησαν προεξάρχοντος του κ. Χριστόφια.

Το δεύτερο γεγονός ήταν η πρόταση του Προέδρου για εκ περιτροπής προεδρία. Να εκλέγεται δηλαδή ένας Ελληνοκύπριος από το σύνολο του πληθυσμού και ένας Τουρκοκύπριος από το σύνολο του πληθυσμού επίσης, μόνο που σε αυτή την περίπτωση οι ψήφοι των Ε/Κ θα σταθμίζονται για να έχουν το 20% της βαρύτητας. Ο Ε/Κ να αναλαμβάνει την προεδρία για 4 χρόνια και ο Τ/Κ για 2. Και οι δύο εννοείται, θα έχουν κατά το διάστημα που τους αναλογεί, τις εκτελεστικές εξουσίες ενός προέδρου. Η πρόταση του κ. Χριστόφια, αναμένει την απάντηση του κ. Ταλάτ προκειμένου να υιοθετηθεί.

Η πιο πολυσυζητημένη εξέλιξη ωστόσο, είναι τα πτυχία του κ. Τουμάζου Τσιελεπή, συμβούλου του προέδρου και συμμετέχοντα στις διαπραγματεύσεις και το Εθνικό Συμβούλιο. Αφορμή, ένα μεσημεριανό του Αντέννα, όπου ο κ. Χρίστος Κληρίδης αμφισβήτησε ευθέως την επιστημονική κατάρτιση του κ. Τσιελεπή, με τον δεύτερο να αποχωρεί.


Η πρόταση για Τουρκοκύπριο πρόεδρο είναι “πάρε” ή “δώσε”;


Θεωρώ την προσωπική επίθεση κατά του κ. Τσιελεπή ανοίκεια και απαράδεκτη. Εξ’ αρχής, γιατί ο Κύπριος πολίτης δεν εξέλεξε τον κ. Τσιελεπή, αλλά τον κ. Χριστόφια να διαχειριστεί τις τύχες του. Ο οποίος κ. Χριστόφιας, όπως και ο κάθε πρόεδρος, δικαιούται να έχει για συνεργάτη όποιον θέλει και όποιον εμπιστεύεται, όποια προσόντα και αν έχει. Ο κ. Τσιελεπής τον πρόεδρο και τις θέσεις του εκπροσωπεί. Στον κ. Χριστόφια είναι που πρέπει να απευθύνονται οι επιθέσεις αν κάποιος διαφωνεί, όχι στο “σαμάρι”. Πέραν του ότι είναι αντιδεοντολογικό να απαντάς σε θέσεις προβάλλοντας προσβλητικούς χαρακτηρισμούς.

Από την άλλη όμως, θεωρώ αδιανόητο το πως κατόρθωσε ο κ. Χρίστος Κληρίδης με μια αναφορά του, να δώσει το έναυσμα για να αναστηθεί το τείχος του διαχωρισμού ανάμεσα στις παρατάξεις του 2004. Πως ένα επιμέρους περιστατικό, οδήγησε όλα τα κόμματα με πρώτο το ΑΚΕΛ, να αναπτύσσουν για μέρες θεωρίες συνωμοσίας, περιρρέουσας και φανατισμού. Να παίρνουν θέσεις μάχης οι φανατικοί της κάθε πλευράς και να επισκιάζουν με υστερίες την σοβαρότητα των όσων συμβαίνουν. Από μία συζήτηση όπου κανένας δεν είχε την νομιμοποίηση της λαϊκής βούλησης, συζητούμε για νέες κυβερνητικές συμμαχίες, κλίμα τρομοκρατίας, λογοκρισίας και πειθαναγκασμού. Άδικα διερωτώμαι αν το θέμα μας είναι η ουσία των συνομιλιών ή οι προσωπικές ατζέντες του καθενός;

Επειδή όμως σημασία έχει και η ουσία, δύο σημαντικά ερωτηματικά προέκυψαν τελευταία. Διότι, ενώ συντάσσομαι με τον κ. Παπανδρέου στο ότι η μόνη νικηφόρα φιλοσοφία είναι εκείνη της εποχής Σημίτη – Κληρίδη, αδυνατώ να συγκεκριμενοποιήσω τι θα μπορούσαμε να δώσουμε στην Τουρκία σήμερα, αντίστοιχο με το καθεστώς της υποψήφιας που πήρε στο Ελσίνκι με αντάλλαγμα την ένταξη μας, ή με την έναρξη των διαπραγματεύσεων που πήρε το 2004 δωρεάν.

Όπως επίσης, θεωρώ ότι η πρόταση για την εκ περιτροπής προεδρία είναι εκ των πραγμάτων αφόρητα ενοχλητική. Για να γίνει ανεκτή, θα πρέπει να περιβληθεί από πολλές θετικές δικλείδες για την πλευρά μας, κάτι που αμφιβάλλω αν έχει διασφαλιστεί. Πόσο μάλλον όταν η θεωρία των ιδεολογικών – κομματικών σκοπιμοτήτων πίσω από την πρόταση είναι βάσιμη, εφόσον αποτελεί προφανές όχημα εξουσίας για την αριστερά. Υπάρχει όμως και κάτι άλλο. Η πρόταση έγινε από την πλευρά μας στο πλαίσιο του πάρε δώσε και εξ όσων γνωρίζουμε, δεν έχει συνδυαστεί με κάποια άλλη πτυχή του Κυπριακού. Αν λοιπόν η πρόταση γίνει από τον κ. Ταλάτ αποδεκτή, τότε εμείς θα έχουμε “δώσει”, η μήπως θα θεωρηθεί ότι έχουμε “πάρει” την αποδοχή της δικής μας επινόησης;

Προσωπικά φοβάμαι ότι είναι το δεύτερο που θα συμβεί. Και αυτό είναι που με ανησυχεί. Όχι αν ο κ. Τσιελεπής είναι συνταγματολόγος, νομικός, δικηγόρος ή αν ήταν “σκαρπάρης”…

* Για τους μη κατέχοντες την Κυπριακή διάλεκτο, σκαρπάρης = τσαγγάρης

Advertisements

directionΤις τελευταίες εβδομάδες εντάθηκε – ευτυχώς – η συζήτηση που εδώ και χρόνια υποβόσκει, για το κατά πόσο τα κόμματα της δεξιάς θα πρέπει να συνεχίσουν να επιχειρούν να απεκδυθούν τον ιδεολογικό τους προσανατολισμό. Αφορμή, ασφαλώς, η συντριβή της Νέας Δημοκρατίας και η αναζήτηση των βαθύτερων αιτιών της. Στην Κύπρο το τελευταίο διάστημα, ανέκυψαν τέσσερα περιφερειακά μεν ζητήματα, των οποίων όμως η φιλοσοφία κτυπά στην καρδία της ιδεολογικοπολιτικής φιλοσοφίας της Ευρωπαϊκής δεξιάς.

Το πρώτο ήταν οι δηλώσεις του Υπουργού Παιδείας που χαρακτήρισε φαντασίωση τον στόχο να καταστεί η Κύπρος εκπαιδευτικό κέντρο. Δηλώσεις που ακολούθησαν την μεγαλειώδη περσινή επίθεση κατά του υπέρτατου στόχου της Ευρώπης και της Ευρωπαϊκής δεξιάς για να φτάσουμε στην κοινωνία της γνώσης. Το δεύτερο ζήτημα ήταν το θέμα της κατάργησης της απόσυρσης των αυτοκινήτων. Αντί δηλαδή η κυβέρνηση να μειώσει και άλλο τους φόρους για να αναζωογονήσει την αγορά, να κρατήσει τις επιχειρήσεις ζωντανές και τους εργαζόμενους στη δουλειά τους, έρχεται να δώσει το μεγάλο χαστούκι. Όπως ακριβώς και στις κατασκευές. Το τρίτο ζήτημα είναι το ΦΠΑ. Η λογιστική αντίληψη που θέλει να αποσύρει χρήμα από την αγορά προκειμένου να μειωθεί το έλλειμμα στα δημόσια ταμεία. Τέταρτο και κυριότερο, είναι ο δείκτης της ανεργίας. Ο οποίος για τον Σεπτέμβριο εκτοξεύτηκε κατά 70.7% σε σχέση με πέρσι. Ήδη έχουμε – και άρα επιδοτούμε κιόλας – κοντά 20,000 ανέργους. Η αντίδραση της αντιπολίτευσης σε όλα τα πιο πάνω υποτονική. Αποσπασματικές τοποθετήσεις των αρμοδίων επιτρόπων, χωρίς συνέχεια και συντονισμένη κατά μέτωπο επίθεση στην καταστροφική κυβερνητική οπτική.


ήρθε η ώρα ο ΔΗΣΥ να αναδείξει και πάλι ξεκάθαρα την ιδεολογία του


Ο ΔΗΣΥ, σε επίπεδο διακύρηξης αρχών, δεν έχει το πρόβλημα της Νέας Δημοκρατίας. Έχει ασπαστεί τον κοινωνικό φιλελευθερισμό από πολλού. Ο οποίος κοινωνικός φιλελευθερισμός δίνει απόλυτη έμφαση στην αναδιανομή ευκαιριών υπέρ των μεσαίων τάξεων, των μεσαίων στρωμάτων και των μεσαίων επιχειρήσεων. Πιστεύει στην ανταγωνιστικότητα των αγορών και προσπαθεί να τις απελευθερώσει από τους δύο «δυνάστες». Το κράτος, την υπερ-φορολόγηση, την υπερρύθμιση και τη γραφειοκρατία από τη μια, και από την άλλη από τις μονοπωλιακές πρακτικές και τα ολιγοπώλια του ιδιωτικού τομέα, που συνήθως διαπλέκονται με το κράτος και το υποτάσσουν, δημιουργώντας «εμπόδια εισόδου» για τις νέες επιχειρήσεις και εμποδίζοντας τη «διάχυση» της ανάπτυξης και την αυτοτροφοδοτούμενη αναπτυξιακή δυναμική.

Ο κοινωνικός φιλελευθερισμός πιστεύει στην δημιουργία συνθηκών απασχόλησης μέσα από την επένδυση στη γνώση και την δημιουργία ευκαιριών και νέων αγορών. Εναντιώνεται στον προστατευτισμό και διαλαλεί την αύξηση της διαφάνειας και της επιστασίας των αγορών. Επενδύει στην πράσινη τεχνολογία και ζητά πολιτικές για την υποστήριξη της γονεϊκής φροντίδας των παιδιών και των νοικοκυριών, όπως τα ωράρια εργασίας. Γενικά, ο κοινωνικός φιλελευθερισμός πιστεύει σε με ελεύθερη αγορά ευκαιριών και όχι αγκυλώσεων, όπου το κράτος θα ελέγχει την λειτουργία της και θα μεριμνά κυρίως για την σωστή κοινωνική πρόνοια, την απρόσκοπτη παροχή υπηρεσιών υγείας και την συνεχή και ποιοτική εκπαίδευση των πολιτών.

Το πρόβλημα άρα στον ΔΗΣΥ δεν είναι η πλατφόρμα. Είναι η πρακτική υπηρέτηση της και προπαντός η τοποθέτηση σε κάθε ζήτημα με τρόπο που πρώτα να υπηρετείται η θεμελιακή ιδεολογία και μετά οι ανάγκες της στιγμής. Κάτι που δυστυχώς δεν γίνεται συχνά. Το αξιοπερίεργο δε είναι, ότι ενώ στην Ελλάδα η Νέα Δημοκρατία υιοθέτησε τον όρο “κόμμα του μεσαίου χώρου”, σε μια προσπάθεια να διεμβολίσει μια κατά βάση αριστερή κοινωνία, το ίδιο έκανε και ο Συναγερμός όντας στην Κύπρο και σε ένα κοινωνικό σύνολο σαφώς πιο κεντροδεξιό. Ο ακταρμάς των όρων “μεσαίος χώρος” και “Ευρωδημοκρατία” που κατά καιρούς καθιερώθηκαν, αποπροσανατόλισαν το κόμμα από την βασική του αντίληψη και μετέτρεψαν ένα πολύ δυνατό σύνολο ιδεών σε πολλά, αποσπασματικά και μη συνδεδεμένα ιδεολογικά μεταξύ τους, κέντρα αποφάσεων.

Σήμερα, η κεντροδεξιά στην Ευρώπη, το μεγάλο ρεύμα του κοινωνικού φιλελευθερισμού, έχει κερδίσει σχεδόν όλες της πολιτικές μάχες. Σε περίοδο μάλιστα τεράστιας κρίσης. Η Νέα Δημοκρατία, η μόνη στην Ευρώπη που έχασε, αναζητεί και πάλι το απολεσθέν στίγμα της. Ήρθε η ώρα και ο ΔΗΣΥ να αναδείξει ξανά ξεκάθαρα και χωρίς περιστροφές την ιδεολογία του. Δοκιμάστηκε στις προεδρικές εκλογές και κέρδισε ευρεία λαϊκή απήχηση, αλλά δεν είχε συνέχεια. Πρέπει και πάλι να προτείνει μείωση των φόρων, πόλεμο στην γραφειοκρατία και επενδύσεις στην παιδεία, την έρευνα και την πράσινη τεχνολογία. Να δώσει την δική του συνταγή για να κτυπηθεί η ανεργία, να προσελκύσουμε ξένες επενδύσεις και να δημιουργηθούν συνθήκες ανάπτυξης μέσα από την κρίση. Χωρίς φόβο, χωρίς πισωγυρίσματα, χωρίς τακτικισμούς και μικροατζέντες και χωρίς να βλέπει σαν ελέφαντες τα μυρμήγκια των μικρών απωλειών που μπορεί να προκύψουν.

Back to politics

11/10/2009

solutionΑπό το 1989 και τις αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις της Ελλάδας, άρχισε η χρυσή εικοσαετία των επικοινωνιολόγων και των δημοσκόπων. Μια τάση που – όπως αναμενόταν – εισήχθηκε ταχέως και στην Κύπρο. Όπως κάθε μόδα, έτσι και η συγκεκριμένη, ξεκίνησε σωστά. Οι σύμβουλοι των πολιτικών, προσπαθούσαν να βρουν τρόπους για να περιτυλίξουν με τον σωστό τρόπο και να προωθήσουν όσο το δυνατόν καλύτερα την πολιτική πρόταση που κατέθεταν οι πολιτικοί. Οι δημοσκοπήσεις χρησιμοποιούνταν για να διαπιστωθεί ο βαθμός της αποδοχής και της διείσδυσης των πολιτικών και των προσώπων, αλλά και για να βρεθούν τυχόν αδυναμίες και να διορθωθούν. Σχεδόν όλοι οι σύμβουλοι, ήταν ομοϊδεάτες των πολιτικών που βοηθούσαν.

Το 1993, ο James Carville, από το μικρό και “ερασιτεχνικό” επιτελείο του Bill Clinton, κατάφερε να μετατρέψει την κατά 90% αποδοχή του George Bush του γηραιότερου σε εκλογική ήττα, αναδεικνύοντας με αριστοτεχνικό τρόπο την εναλλακτική πρόταση εξουσίας του Clinton. Την ίδια ώρα όμως, ο Carville αποτέλεσε – εντελώς άθελα του – το άλλοθι, στην Κύπρο, την Ελλάδα και πολλές άλλες χώρες, για να θεωρήσουν οι πολιτικοί ότι η μαγική συνταγή για να κερδίζεις τον αντίπαλο δεν είναι η σωστή πολιτική ηγεσία, πρόταση και ουσία, αλλά ο καλός σύμβουλος.

Κατάντησε έτσι κάθε ηγέτης και κάθε πολιτικός οργανισμός, να περιμένει από κάποιον “δρουίδη” να ανακαλύψει το μαγικό φίλτρο που θα δώσει την δημοτικότητα και την εκλογική επιτυχία, μέσω συνθημάτων και τακτικών επινοήσεων αποκλειστικά. Δεν είναι τυχαίο που η έννοια του ηγέτη, του οράματος και του ουσιαστικού ριζοσπαστισμού στην πολιτική, αντικαταστάθηκε με τις απολίτικες θεωρίες του τεχνοκράτη, του καλού παιδιού και του διαχειριστή. Για μια δεκαπενταετία σχεδόν, όλη η υφήλιος έζησε την ξηρασία των ηγετών εκείνων που θα προκαλούσαν πρόοδο. Αντί αυτών, ζήσαμε πολιτικές που νομοτελειακά, εφόσον ακολουθούσαν τα αποτελέσματα ποιοτικών και ποσοτικών δημοσκοπήσεων, ανακύκλωναν τα κατεστημένα.


4η Οκτωβρίου: το τέλος των τακτικισμών και της παντοκρατορίας των δημοσκοπήσεων


Το φαινόμενο της πολιτικής ερημιάς στην Κύπρο επεκτάθηκε σημαντικά. Πολιτικά γραφεία ψάχνουν πρώτα τον σύμβουλο και μετά την πολιτική πρόταση. Μια πρόταση μάλιστα που περιμένει ενίοτε τον επικοινωνιολόγο και τον δημοσκόπο να διαμορφωθεί. Πολιτικές επιτυχίες και αποτυχίες χρεώνονται σε συμβούλους αντί στους πολιτικούς που οφείλουν να έχουν τον τελευταίο λόγο. Για σημαντικές αποφάσεις, κόμματα συμβουλεύονται ποιοτικές και ποσοτικές έρευνες για να καθορίσουν την στάση τους, αντί την μέθοδο διείσδυσής της άποψης που ήδη έχουν. Οι ηγεσίες, με λίγα λόγια, αναμένουν από τον κόσμο να τους πει τι να κάνουν, αντί να προτείνουν οι ίδιες τις λύσεις του αύριο. Το ότι αν ήταν έτσι η πολιτική, δεν θα υπήρχε λόγος να υπάρχουν ηγεσίες, λίγους φάνηκε να απασχολεί.

Αναμφίβολα, τεράστιο θύμα της θεωρίας του “ακολουθώ τον κόσμο” ήταν ο Κώστας Καραμανλής. Ένας πολιτικός που εκλέγηκε έχοντας όλα τα εχέγγυα και την στήριξη της κοινωνίας για να μεταρρυθμίσει εκ βάθρων την Ελλάδα και να βάλει το δικό του στίγμα, φάνηκε να βολεύεται στο μίνιμουμ πρόσκαιρο πολιτικό κόστος που καταδείκνυαν οι έρευνες. Και μετά τις δύο λευκές επιταγές που πήρε από το εκλογικό σώμα, στο τέλος πλήρωσε αυτό που φάνηκε ως ατολμία και αναβλητικότητα. Τιμωρήθηκε, ίσως και άδικα σε τέτοιο βαθμό, με 10 μονάδες διαφορά, η λογική της μη ριζοσπαστικής ηγεσίας, των τεχνασμάτων, των ουδέτερων και στογγυλοποιημένων όρων.

Αν προέκυψε ένα καλό από τις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου στην Ελλάδα και την Κύπρο κατ’ επέκταση, είναι ότι αυτή η μέρα σηματοδοτεί το τέλος των τακτικισμών και της παντοκρατορίας των δημοσκοπήσεων, εις βάρος της ουσιαστικής πολιτικής πρότασης και του οράματος. Χωρίς αποφασιστικότητα να προχωρήσει ένας πολιτικός σε ρίξεις και τομές που θα πάρουν την κοινωνία μπροστά, δεν θα έχει πια λόγο να ηγηθεί της χώρας του. Γι’ αυτό είναι που εκλέγηκαν ο αφροαμερικανός Ομπάμα, ο αυταρχικός Πούτιν, ο πεισματάρης Σαρκοζύ, η αποφασισμένη Μέρκελ χωρίς τους σοσιαλδημοκράτες, γι’ αυτό είναι που έχασε ο Καραμανλής. Γι’ αυτό είναι που επιστρέφουμε επιτέλους στην εποχή της πραγματικής πολιτικής.

Ο James Carville είχε αναρτήσει μια τεράστια πινακίδα στο επιτελείο Κλίντον, με τρεις φράσεις, προκειμένου να μην αποκλίνει ποτέ η εκστρατεία από τα όσα ο υποψήφιος πρέσβευε. Τα παραθέτω αυτούσια στην αγγλική γιατί έχει σημασία: 1. Change vs more of the same, 2. The economy, stupid, 3. Don’t forget health care. Ο Μπίλ Κλίντον έφερε την ουσιαστική αλλαγή, την οικονομική ανάπτυξη με τα περιβόητα “Clinton economics” και έκανε το κράτος πιο κοινωνικά ευαισθητοποιημένο. Είναι ο Μπίλ Κλίντον και η πολιτική του που κέρδισαν τις εκλογές και την ιστορία.

greeceΗ Ελλάδα βιώνει σήμερα μια πολύ ιδιότυπη εκλογική αναμέτρηση. Σηματοδοτείται αυτές τις ώρες το τέλος της εποχής της μεταπολίτευσης και η αρχή μιας περιόδου αμφισβήτησης που φτάνει στο όριο της απαξίωσης. Και αυτό γιατί μπορεί οι δύο πόλοι να θέτουν στους πολίτες κλασσικού τύπου διλήμματα, αλλά η ψήφος των πολιτών δεν δείχνει διάθεση να εξαρτηθεί από αυτά.

Όσο ο κ. Καραμανλής ζητά νωπή εντολή για να προχωρήσει στις αλλαγές που θα δημιουργήσουν δημοσιονομικό και κρατικό ορθολογισμό για να αντέξει στην κρίση, άλλο τόσο οι πολίτες σκέφτονται ότι του έδωσαν δύο φορές απλόχερα αυτή την ευκαιρία. Και δεν του συγχωρούν ότι βολεύτηκε μη αξιοποιώντας την εμπιστοσύνη και ούτε πείθονται ότι αυτή τη φορά έχει την αληθινή διάθεση και θέληση. Από την άλλη, ο κ. Παπανδρέου αραδιάζει ευχολόγια και τάζει λαγούς με πετραχήλια μέσα στην οικονομική τρικυμία, χωρίς καν να καταθέτει ένα στοιχειώδες πρόγραμμα διακυβέρνησης. Δεν εκτίθεται για να μην υποπέσει στο λάθος, ενώ φόβους προκαλεί το γνωστό στον Έλληνα και “δουλεμένο” σύστημα ΠΑΣΟΚ.

Ο ψηφοφόρος σήμερα κατά πάσα πιθανότητα δεν θα επιλέξει πολιτική. Είναι πεπεισμένος ότι και οι δύο προτεινόμενες οδηγούν σε αδιέξοδο, επειδή δεν τους πείθει κανείς ότι θα τις εφαρμόσει αξιόπιστα. Και αφού αποδίδουν αποτυχία στις ευκαιρίες Καραμανλή, η επετηρίδα φαίνεται ως η διέξοδος για να μην οδηγηθεί η χώρα στην ακυβερνησία. Εξ’ ου και από αύριο πιθανόν θα έχουμε νέο πρωθυπουργό, χωρίς και αυτός να απολαμβάνει την προσδοκία και τον ενθουσιασμό της κοινωνίας για ένα καλύτερο αύριο. Γεγονός που δημιουργεί ακόμη περισσότερες και δυσβάστακτες απαιτήσεις.


ζητούμενο της ένταξης ήταν να αποκτήσει ο Ελληνισμός δύο αξιόπιστες φωνές


Η συζήτηση για τις προκλήσεις που καλείται να αντιμετωπίσει η Ελλάδα, περιορίστηκε στην οικονομία και τον τρόπο λειτουργίας του κράτους. Εμείς ωστόσο στην Κύπρο γνωρίζουμε καλά ότι δεν είναι μόνο εσωτερικά τα θέματα που θα κληθεί να χειριστεί σύντομα η Ελληνική Κυβέρνηση. Σε μια εποχή μάλιστα που η Κύπρος μάλλον με δυσπιστία και βαρεμάρα αντιμετωπίζεται και πάλι στην Αθήνα. Όχι μόνο για το χρονίζον Κυπριακό και το ότι αποτελούμε ως χώρα διάδρομο νομότυπης φοροδιαφυγής, αλλά και λόγω της εμπλοκής Κυπρίων σε σκάνδαλα (π.χ. Βατοπαίδι). Σε μια εποχή που η Τουρκία ανακηρύσσεται ως ο μεγάλος παίκτης στην ευρύτερη περιοχή και καλπάζει στο Διεθνές διπλωματικό πεδίο. Σε μια εποχή που η ίδια η Κυπριακή κυβέρνηση περιθωριοποιείται, με αστεία ανοίγματα προς την Κούβα και την Βενεζουέλα, αλλά και αποτυχημένες προσπάθειες πρόσδεσης σε Ρωσικά και Αραβικά συμφέροντα.

Όταν όμως Κύπρος και Ελλάδα αναλάμβαναν την αδιανόητη εκστρατεία να παλέψουν για την δική μας ένταξη έστω και χωρίς λύση, ένα από τα ζητούμενα ήταν να αποκτήσει ο Ελληνισμός δύο αξιόπιστες φωνές στην Ευρώπη και διεθνώς. Ήταν ίσως η μοναδική φορά στην ιστορία που Αθήνα και Λευκωσία συντονίστηκαν και συναποφάσιζαν σε όλα τα επίπεδα. Ένα σχήμα που αποδεδειγμένα έφερε αποτελέσματα και διπλωματικές νίκες για πρώτη και μόνη φορά. Ένα σύστημα όμως που δυστυχώς δεν διατηρήθηκε, με αποτέλεσμα να βιώνουμε σήμερα την οπισθοδρόμηση σε επίπεδο διπλωματικής δυνατότητας.

Η Κύπρος, ορθά, ουδέποτε επενέβη στα εσωτερικά της Ελλάδας. Και εδώ είναι που ελέγχεται ο κ. Αναστασιάδης, εφόσον ήταν τουλάχιστον άκομψο να επιτεθεί κατά του Έλληνα πρωθυπουργού ως θεσμού, μια μόλις εβδομάδα πριν τις εκλογές. Την ώρα μάλιστα που ο κ. Καραμανλής δίνει μάχη προσωπικής πολιτικής επιβίωσης. Η Κύπρος όμως ταυτόχρονα, δεν μπορεί να θεωρεί ότι μπορεί να αποκτήσει συμμάχους χωρίς την Ελλάδα. Αυτό δηλαδή που επιχειρεί να πράξει ο κ. Χριστόφιας. Και εδώ είναι το δράμα. Γιατί την ώρα που Αθήνα και Λευκωσία είναι καταδικασμένοι από την μοίρα να πορευθούν μαζί, δείχνουν να ψάχνουν τρόπους απεξάρτησης. Όταν η Κύπρος τοποθετείται αλλιώς από ότι η Ελλάδα σε θέματα όπως το Κόσσοβο και η Γεωργία, όταν στηρίζει το Ρωσικό δόγμα για Άμυνα και Ασφάλεια, κάθε άλλο παρά ενισχύουμε την θέση μας. Όπως και αντίστροφα, όταν η Αθήνα περιμένει από εμάς τα πάντα στο Κυπριακό.

Η αυριανή Ελληνική Κυβέρνηση θα πρέπει να δουλέψει σκληρά για μια πιο δυνατή χώρα στο εσωτερικό, αλλά και στο εξωτερικό της. Για μια Ελλάδα με το κύρος και την αξιοπιστία που δεν θα επιτρέπει – εκ των πραγμάτων και όχι εξ επιβολής – σε κανένα Κύπριο πρόεδρο να πειραματίζεται σε θέματα εξωτερικής πολιτικής, για να εξυπηρετήσει ιδεολογικές αγκυλώσεις που θα μπορούσαν να βρίσκονται σε αρχαιολογικό μουσείο. Και αυτό, μετά την οικονομία, είναι ίσως το δεύτερο μεγαλύτερο στοίχημα.