eu-turkey1

Υπό φυσιολογικές συνθήκες, επίσκεψη Έλληνα πρωθυπουργού στην Κύπρο σηματοδοτεί την τακτική που ακολουθεί ο Ελληνισμός για το αμέσως επόμενο διάστημα. Ταυτόχρονα, αναδεικνύει το διαφορετικό επίπεδο των σχέσεων που χαρακτηρίζουν δύο ευρωπαϊκά κράτη (Ελλάδα και Κύπρο), που δεν έχουν καμία ομοιότητα με τις αντίστοιχες της Τουρκίας με την Τουρκοκυπριακή ηγεσία.

Δυστυχώς, τα κλασσικά κορυφαία ζητούμενα που θα έπρεπε να εξυπηρετηθούν από την πρόσφατη επίσκεψη του κ. Καραμανλή έμειναν μετέωρα. Αντί αυτών, την εβδομάδα που μας πέρασε υπηρετήθηκαν δύο περιθωριακές ανάγκες, που μόνο κακή υπηρεσία προσφέρουν στην εθνική μας υπόθεση. Η πρώτη ανάγκη, αυτή του προέδρου Χριστόφια να ξεκινήσει την προετοιμασία του λαού για την επερχόμενη απρόσκοπτη διέλευση της Τουρκίας από την ευρωπαϊκή της αξιολόγηση τον Δεκέμβριο. Η δεύτερη, εκείνη των ακραίων του “Όχι” να μετατρέψουν την επίπονη απόφαση του 2004 σε γιορτή, εκμεταλλευόμενοι μάλιστα την παραδοχή της Αμερικανίδας Υπουργού Εξωτερικών.

Ο κ. Χριστόφιας – ότι και να λέει σε εμάς σήμερα – έκανε νέα γκάφα περιωπής, η οποία αντιστοιχεί με τις γελοίες εικόνες που βλέπουμε κάθε Χριστούγεννα, όταν οι τερματοφύλακες ρίχνουν κατά λάθος την μπάλα που κρατούν μέσα στα δικά τους δίκτυα. Όλος ο υπόλοιπος κόσμος και εμείς, ακούσαμε τον πρόεδρο να εκστομίζει επί λέξη ότι “αν Κύπρος και Ελλάδα θέσουν βέτο στην ενταξιακή πορεία της Τουρκίας, τότε θα έχουμε απέναντι μας αν όχι 25, τουλάχιστον 23-24 κράτη της ΕΕ να μας βάζουν στη γωνιά”. Η κυβέρνηση κατηγορεί όσους ερμήνευσαν την πιο πάνω δήλωση ως πρόωρη, απρόκλητη και “δωρεάν” παραίτηση από το όπλο που διαθέτουμε να παρεμποδίσουμε την Τουρκία, ότι δεν ξέρουν να διαβάζουν ή εξυπηρετούν προεκλογικές σκοπιμότητες. Ποιος κοινός και λογικός νους όμως μπορεί να ερμηνεύσει την πιο πάνω δήλωση διαφορετικά; Και ποιος από τους ξένους που ασχολούνται με το Κυπριακό δεν έχει ήδη λάβει το μήνυμα;


Στην Κύπρο κινδυνεύουμε να καταστήσουμε την σοβαρότητα περιθωριακή έννοια


Κατά την εκτίμηση του γράφοντος, το τι συνέβη είναι απλό. Ο πρόεδρος άρχισε να νοιώθει πίεση χειρισμού στο εσωτερικό, του γεγονότος ότι η Τουρκία θα ξεπεράσει τον Δεκέμβριο αλώβητη. Φοβάται μάλιστα ότι η Τουρκία κατά το Φθινόπωρο θα επιχειρήσει κίνηση εντυπωσιασμού σε σχέση με την Κύπρο, όπως κάποιοι προειδοποίησαν. Τρομοκρατήθηκε από την απειλή της εξόδου των κομμάτων με τα οποία υποτίθεται ότι συνεργάζονται στην Κυβέρνηση. Επέλεξε λοιπόν να αξιοποιήσει την νομιμοποίηση που του προσέφερε η παρουσία του κ. Καραμανλή, για να πει από σήμερα στο λαό και τους συγκυβερνώντες, ότι εμπόδιο στην Τουρκία δεν πρόκειται να προβάλουμε. Εξυπηρέτησε δηλαδή μια περιθωριακή του ανάγκη και μια εσωτερική σκοπιμότητα, αδιαφορώντας για την μεγάλη διπλωματική ζημιά που προκαλούσε στην Κύπρο προτρέχοντας να αναγγείλει τις προθέσεις του, αλλά και μη λαμβάνοντας υπόψη το πολιτικό κόστος που η δήλωση του είναι πιθανόν να προκαλέσει στον Έλληνα πρωθυπουργό, όταν ο τελευταίος επιστρέψει στην Αθήνα.

Ας πάμε όμως και στην άλλη περιθωριοποίηση, το “συλλαλητήριο” για να γιορτάσουμε το “Όχι”. Την ματαιοδοξία ορισμένων, να καπηλευθούν και να οικειοποιηθούν τα όσα άδικα και ψυχοφθόρα πέρασε ο λαός μας το 2004. Διότι δεν μπορεί να μην θεωρείται κατάντια η συνάθροιση κάποιων εκατοντάδων ατόμων που ισχυρίζονται ότι εκπροσωπούν το 76% του λαού. Οι Κύπριοι απέρριψαν το Σχέδιο Ανάν επειδή είχαν κάθε δικαίωμα να το πράξουν και για πολύ σοβαρούς λόγους που προέκυπταν από το περιεχόμενο του. Η απόφαση τους αξίζει τον σεβασμό και την αναγνώριση όλων και στο εσωτερικό και στο εξωτερικό. Δεν έδωσαν δικαίωμα σε κανένα να καθιστά γραφική την απόφαση εκείνη. Αντί της διαφήμισης της απόρριψης, αυτό που αναζητούν είναι εφαρμόσιμους και δικαιότερους τρόπους για να μπορέσουμε να απαλλαγούμε, αντί να εδραιώσουμε την κατοχή.

Η αποδοχή της κας Κλίντον, ότι το 2004 έγινε προσπάθεια επιβολής λύσης από έξω, ασφαλώς και αποτελεί σοβαρότατη εξέλιξη που πρέπει να αξιοποιηθεί από την πλευρά μας. Ορισμένοι θεωρούν την εξέλιξη αυτή δικαίωση. Ποιος όμως – μετά από την παραδοχή – δικαιούται να αισθάνεται περήφανος, που υποχρέωσε τον λαό μας να περάσει ότι πέρασε τότε και να συρθεί σε ένα καταδικασμένο δημοψήφισμα, που ως διαδικασία μόνο ζημιά προκάλεσε στην Κύπρο και τον κάθε πολίτη;

Δυστυχώς στον τόπο μας κινδυνεύουμε να καταστήσουμε την σοβαρότητα περιθωριακή έννοια. Εφόσον οι μικρές σκοπιμότητες τις πλείστες φορές παρουσιάζονται ως κυριαρχούσες πολιτικές, από τα ίδια τα συντεταγμένα πολιτικά όργανα.

Advertisements

diplomacy

Το 2004 ο Κύπριος πολίτης βίωσε τεράστια ψυχολογική πίεση κατά το δημοψήφισμα που δεν άξιζε, διότι εκλέγει ηγέτες για να χειρίζονται αυτά τα ζητήματα και όχι για να μετακυλύουν την ευθύνη πίσω σε αυτόν. Τότε, ούτε οι ξένοι, ούτε οι Κύπριοι πολιτικοί, ούτε και τα ΜΜΕ έδειξαν τον σεβασμό που άξιζαν οι πολίτες. Οι ξένοι, διότι πίστευαν ότι μέσα από την θηλιά του ασφυκτικού χρονοδιαγράμματος ο λαός δεν θα είχε επιλογές πλην της αποδοχής, οι Κύπριοι πολιτικοί διότι ουδέποτε ένιωσαν την ανάγκη να εξηγήσουν στον λαό τι πραγματικά συζητούν και το πως θα είναι μια λύση, αλλά και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης διότι θεωρούσαν ότι μπορούν να καθοδηγήσουν την κοινή γνώμη.

Αποτέλεσμα της τεράστιας αλαζονείας που από όλους επιδείχθηκε, ήταν η παταγώδης αποτυχία. Οι ξένοι ενέργησαν μακρυά από τον λαό και πιθανόν εκδικητικά προς τον τότε πρόεδρο Παπαδόπουλο, ο οποίος έδειχνε (τουλάχιστον) να προδιαγράφει με τις ενέργειες του το τέλμα. Εξάσκησαν προκλητικά την επιδιαιτησία και έδειξαν μονομέρεια, ικανοποιώντας τις τελικές απαιτήσεις της Τουρκικής πλευράς, αφού θεώρησαν ότι αυτοί που υποστήριζαν την τότε λύση θα κατάφερναν να έχουν ικανοποιητική απήχηση στην κοινή γνώμη. Οι Κύπριοι πολιτικοί επεχείρησαν στην πλειοψηφία τους να κρυφτούν πίσω από τον άναυδο λαό και να δαιμονοποιήσουν ή να χρυσώσουν ένα σχέδιο, το οποίο – στο τέλος της ημέρας – οι ίδιοι έφεραν ενώπιον του. Το ίδιο και τα ΜΜΕ, τα οποία εγκατέλειψαν τον ρόλο της πληροφόρησης και επικεντρώθηκαν στην καθοδηγούμενη προπαγάνδα, είτε προς τη μια είτε προς την άλλη κατεύθυνση.


Εδώ και δύο βδομάδες στήνεται σκηνικό για νέο δημοψήφισμα


Σήμερα, το τι συμβαίνει είναι πασιφανές. Χριστόφιας και Ταλάτ, αυτοεγκλωβίστηκαν σε μια ανούσια και χρονοβόρα διαδικασία καταγραφής παραδοσιακών απόψεων, χωρίς ουσιαστικά να προσθέτουν στη λύση του Κυπριακού. Ενώ ήθελαν να πάρουν οι ίδιοι την πρωτοβουλία, στην ουσία αποδεικνύουν ότι δεν μπορούν, ακριβώς επειδή κανένας από τους δύο δεν δείχνει το αναγκαίο τσαγανό να “πάρει το παιγνίδι πάνω του” και να καθοδηγήσει τις εξελίξεις, την ώρα που η κλεψύδρα αδειάζει επικίνδυνα όσο πλησιάζουμε στον Δεκέμβριο. Το δικό μας πολιτικό σύστημα επιμένει να μην εξηγεί στο λαό γιατί η λύση του Κυπριακού είναι ωφέλιμη και απαραίτητη και το τι πραγματικά συζητιέται. Ο κ. Χριστόφιας ολοένα και περισσότερο νοιώθει το σφίξιμο της μέγκενης των αντιδρούντων συγκυβερνώντων, όπως και ο κ. Ταλάτ την μέγκενη του Έρογλου και των εκεί απορριπτικών. Και όσο οι μέγκενες σφίγγουν, τόσο περιορίζεται το περιθώριο κινήσεων που οι δύο ηγέτες διαθέτουν.

Οι ξένοι, έπαψαν να αυταπατώνται από το καλό κλίμα της “συντροφικότητας” και βλέπουν το αδιέξοδο να πλησιάζει. Αντιλαμβάνονται ότι η επιθυμία τους να λυθεί το Κυπριακό για τους δικούς τους λόγους και ανεξάρτητα από το περιεχόμενο, δεν είναι πια τόσο ρεαλιστική. Άργησαν όμως, γιατί το χρονικό ορόσημο που εκ των πραγμάτων ορίζεται από τις “εκλογές” στα κατεχόμενα και την εξέταση της πορείας της Τουρκίας, ήδη δημιουργεί ασφυκτικό χρονοδιάγραμμα. Αντί λοιπόν, τουλάχιστον οι ξένοι – εφόσον οι Κύπριοι δεν τολμούν – να απευθυνθούν στον Κύπριο πολίτη και να του εξηγήσουν γιατί αυτοί θεωρούν ότι η λύση εξυπηρετεί τα δικά τους συμφέροντα αλλά και όλων ημών, επέλεξαν μέθοδο ίδια με εκείνη του 2004. Να διαρρέουν δηλαδή τις προθέσεις τους μέσω του τύπου, τις οποίες οι δημοσιογράφοι προπαγανδιστικά παρουσιάζουν με μαύρο ή άσπρο, αλλά ουδέποτε με το πραγματικό τους χρώμα.

Εδώ και δύο βδομάδες, στήνεται σκηνικό νέου δημοψηφίσματος, τέλος του τρέχοντος ή αρχές του επόμενου έτους. Με τις πρεσβείες να δίνουν “ειδήσεις” και τα πλείστα εκ των ΜΜΕ να παίζουν το παιγνίδι της προπαγάνδας, χωρίς και πάλι κανένα σεβασμό προς τον πολίτη. Ένα σύστημα όλως διόλου αντιδεοντολογικό και ήδη καταδικασμένο σε αποτυχία. Γιατί αυτό που τελικά επιχειρείται είναι είτε η πλήρης και δια παντός απαλλαγή της Τουρκίας από το Κυπριακό, είτε να πιεστούν έντονα οι δύο ηγέτες να προχωρήσουν σε ένα αμοιβαία αποδεκτό σχέδιο. Και για τα δύο ενδεχόμενα, η νέα ψυχολογική πίεση που εξασκείται στο λαό με την εργολαβική επίκληση πληροφοριών, εκτός από απαράδεκτη, θα οδηγήσει ακριβώς και στο ανεπιθύμητο αποτέλεσμα.

Πάλι θέλει φωτογραφία αυτός;

Στις 23 Νοεμβρίου, από αυτή τη στήλη ασχοληθήκαμε με την θεωρία που ήθελε τo Κυπριακό να προχωρεί με βάση αποκλειστικά τις φιλικές σχέσεις και την “συντροφικότητα” μεταξύ των κυρίων Χριστόφια και Ταλάτ. Καταδεικνύαμε τότε ότι το Κυπριακό δεν είναι φιλικό αλλά κατ’ εξοχή πολιτικό πρόβλημα με διεθνείς προεκτάσεις και καταλήγαμε στο συμπέρασμα ότι δεν μπορεί να λυθεί με τη λογική του καφενείου της γειτονιάς, όπως και πριν δεν μπορούσε να λυθεί στην αρένα ενός φανταστικού δικαστηρίου.

Η “συντροφικότητα” ως καταλύτης στη λύση του Κυπριακού ξεπεράστηκε μετά την ξεκάθαρη απαίτηση του κ. Ταλάτ από τον κ. Χριστόφια να πάψει να του απευθύνεται με αυτό το επίθετο. Οι φιλικές σχέσεις όμως είναι κάτι στο οποίο επενδύουν (ορθώς σε κάποιο βαθμό, αλλά λανθασμένα ως το κυρίαρχο συστατικό) πολλοί παράγοντες τόσο εντός, όσο και εκτός Κύπρου. Αυτό δείχνουν και οι πρόσφατες δηλώσεις του Γ.Γ. του ΟΗΕ.

Η διεθνής κοινότητα επιθυμεί διακαώς επίλυση του εθνικού μας προβλήματος. Για πολλούς και διαφορετικούς λόγους ο κάθε ξένος παράγοντας δεν θέλει το Κυπριακό να υφίσταται ως πρόβλημα στη διεθνή, Ευρωπαϊκή, Ελληνοτουρκική ή Μεσανατολική ατζέντα. Διακαώς θα έπρεπε να επιδιώκει λύση η ολότητα της Ελληνοκυπριακής κοινότητας για πάρα πολλούς και πολύ σοβαρούς λόγους. Η διαφορά μεταξύ των ξένων και των Κυπρίων έχει να κάνει με την ουσία της λύσης. Διότι εμάς μας αφορά πρωτίστως το τι λύση θα βρεθεί σε αντίθεση με τους ξένους, για τους περισσότερους από τους οποίους η ουσία της λύσης δεν είναι στις πρώτες προτεραιότητες.


Το χειρότερο ήταν η δημοσιοποίηση όσων διαμείφθηκαν με τον Ομπάμα


Είναι προφανές τον τελευταίο καιρό ότι η περίοδος που δόθηκε στους κ.κ. Χριστόφια και Ταλάτ για να “ρολάρουν” από μόνοι τους εξαντλήθηκε. Το αν αξιοποιήθηκε σωστά ή όχι ο χρόνος είναι κάτι το οποίο ελέγχεται. Ανεξάρτητα όμως από τον τρόπο που επελέγη να γίνει η διαπραγμάτευση και το που έχει μέχρι σήμερα φτάσει, υπάρχει και η ισχυρή διαπίστωση ότι τα πράγματα στενεύουν χρονικά και σοβαρεύουν δραματικά, όσο πλησιάζουμε προς το ορόσημο του προσεχούς Ιανουαρίου, των “εκλογών” στα κατεχόμενα και της εξέτασης της πορείας της Τουρκίας.

Ακριβώς σε αυτή τη φάση, έχοντας μάλιστα υπόψη την πασιφανή στρατηγική αναβάθμιση της Τουρκίας σε διεθνές επίπεδο, είναι που χρειαζόμαστε εξωτερική πολιτική που να προσδίδει στην πλευρά μας σοβαρότητα και αξιοπιστία σε διεθνές επίπεδο. Για να μπορούμε να διεκδικήσουμε ουσιώδη ζητήματα που αφορούν την λύση του Κυπριακού, όπως για παράδειγμα την κατάργηση του δικαιώματος μονομερούς επέμβασης.

Εδώ έγκειται και ο μεγάλος κίνδυνος για την πλευρά μας. Διότι, η λογική του καφενείου με βάση την οποία επιχειρήθηκε να οριοθετηθεί η σχέση με τον Ταλάτ και η διαπραγμάτευση, έχει εξαχθεί και καθορίζει την εξωτερική μας πολιτική σε διεθνές επίπεδο. Η απεγνωσμένη “επιχείρηση” του προέδρου μας να σταθεί δίπλα από τον Σαρκοζύ και να “περιχαρήσει” την ώρα που τραβάνε οι κάμερες, αλλά και η “φιλική επίθεση” στον αποσβολωμένο Μπαράκ Ομπάμα ενώπιον όλων των Ευρωπαίων ηγετών, προσδίδουν – στο κράτος μας ολόκληρο – στοιχεία γραφικότητας διεθνώς. Διότι ο πρόεδρος του παρουσιάζεται ως ένα υποψήφιο βουλευτή που τρέχει ασθμαίνοντας να αποκτήσει φωτογραφία δίπλα από τον αρχηγό του.

Το χειρότερο όλων ήταν η δημοσιοποίηση των όσων διαμείφθηκαν (ή όσων λέμε ότι διαμείφθηκαν) σε μία “συνάντηση” των 10-15 δευτερολέπτων. Διότι αν βρεθείς με ένα ξένο ηγέτη στο διάδρομο και ανταλλάξεις δυο κουβέντες και μετά τρέχεις να περηφανευτείς για την συνομιλία που είχατε, αυτομάτως κάνεις όλο το διεθνή παράγοντα επιφυλακτικό ως προς το τι θα σου λέει σε μη δημόσιες συναντήσεις. Και εκ των πραγμάτων χάνεις το δεδομένο της σοβαρότητας και της αξιοπιστίας.

Η περίοδος που μπαίνουμε είναι πολύ κρίσιμη, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα στο οποίο θα καταλήξει. Η λογική του καφενείου που με συνέπεια υπηρετούμε τον τελευταίο χρόνο, νομοτελειακά θα πάψει να αποτελεί παράγοντα που προκαλεί χαμόγελα, αλλά θα καταστεί στοιχείο που θα οδηγεί στην ανυποληψία.

g20Πάνω στα συντρίμμια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και κατά την διάσκεψη της Γιάλτας, οι Φραγκλίνος Ρούσβελτ, Ουίνστον Τσόρτσιλ και Ιωσήφ Στάλιν αποφάσισαν τον διαμοιρασμό της υφηλίου σε σφαίρες επιρροής και δημιούργησαν – ως οι μεγάλοι νικητές – τις συνθήκες για να είναι οι χώρες τους υπερδυνάμεις και τα δεδομένα για να λειτουργεί ο υπόλοιπος κόσμος δορυφορικά προς αυτές. Αυτό που δεν μπόρεσαν τότε να υπολογίσουν, ήταν ότι μπορεί η στρατιωτική υπεροχή να παρέχει κάποιας μορφής ισορροπία, αλλά δεν μπορεί ποτέ να υποσκελίσει την εξέλιξη και την πρόοδο.

Πρώτο θύμα της προόδου ήταν το Σύμφωνο της Βαρσοβίας και της πάλαι ποτέ πανίσχυρης Σοβιετικής Ένωσης. Φυσιολογικά, εφόσον για τον κόσμο που ζούσε στις χώρες του ανατολικού μπλοκ η εξέλιξη ήταν αυστηρά απαγορευμένο φρούτο, η αντίδραση στην καταπίεση προκλήθηκε νωρίτερα. Πολλοί άνθρωποι, αριστερών καταβολών κυρίως, θεώρησαν ότι η νίκη των ΗΠΑ στον ψυχρό πόλεμο ήταν η απαρχή μιας νέας τάξης πραγμάτων, με έναν μοναδικό παγκόσμιο κυρίαρχο και πολλούς υποτακτικούς από την μια και άλλους αντιδρώντες από την άλλη. Έσφαλαν. Όπως έσφαλε και το παγκόσμιο πολιτικό σύστημα αποτυγχάνοντας να διαγνώσει την εξέλιξη που μέσα από την παγκοσμιοποίηση συντελείτο καθημερινά.


Η παγκοσμιοποίηση τώρα είναι που γίνεται το νέο οικουμενικό σύστημα


Οι Ηνωμένες Πολιτείες “αυτοκτόνησαν” ουσιαστικά ως παγκόσμια υπερδύναμη, είτε γιατί επεδίωξαν ευκαιριακά υπέρογκα κέρδη με την βουλιμική εξαγωγή άθλιων προϊόντων, είτε γιατί την ώρα που μια νέα επανάσταση συντελείτο, μετά την βιομηχανική και την τεχνολογική, αυτοί συνέχιζαν να “παίζουν” πόλεμο σε ένα παλιομοδίτικο παιγνίδι παγκόσμιας επικυριαρχίας. Οι υπόλοιπες δυνάμεις προσπάθησαν να βρουν τρόπους ανταγωνισμού, φανερού (η Ρωσία με την ενέργεια) ή τεχνικού (η Ευρώπη με την γνώση), είτε μέσω συνεργασίας όπως επεδίωξαν η Κίνα και η Ιαπωνία. Την ώρα, που από το επίπεδο του απλού πολίτη μέσω του διαδικτύου, μέχρι και της μεγαλύτερης επιχείρησης, οι παγκόσμιες συναλλαγές γίνονταν ολοένα και πιο εύκολες αλλά και ανεξέλεγκτες, από μηχανισμούς στημένους για το κρατικό και όχι για το παγκόσμιο επίπεδο.

Από την Γιάλτα του 1941 των τριών χωρών, προχθές στην σύνοδο των είκοσι σηματοδοτήθηκε επιτέλους το ουσιαστικό τέλος του ψυχρού πολέμου και η θεσμοθέτηση της νέας τάξης πραγμάτων. Μιας νέας τάξης που φέρνει για πρώτη φορά στην παγκόσμια ιστορία μαζί όλες τις χώρες της υφηλίου, τις ΗΠΑ, την Ρωσία, την Ευρώπη, την Ασία και την Μέση Ανατολή για να λάβουν από κοινού αποφάσεις που οδηγούν σε μια νέα οικουμενική ρύθμιση.

Γιατί προχθές, ανεπτυγμένες και αναπτυσσόμενες χώρες, δεν αποφάσισαν απλώς την διάθεση ενός τρισεκατομμυρίου δολαρίων και την δημιουργία ενός νέου παγκόσμιου ρυθμιστικού πλαισίου που θα διέπει τις συναλλαγές και θα περιορίζει αγκυλώσεις που δημιουργούνται από το ανεξέλεγκτο εμπόριο και τους φορολογικούς παραδείσους. Πέραν αυτών, προχτές εμπεδώθηκε ότι δεν υπάρχουν υπερδυνάμεις αλλά συμμέτοχοι και συνεταίροι στο παγκοσμιοποιημένο οικονομικό σύστημα. Ότι η προσπάθεια εγκατάστασης δικτατοριών μέσα από την οικονομική ή πολιτική κατάρρευση τρίτων χωρών και η δημιουργία κρατών ανδρείκελων, ελεγχόμενων από την ανατολή ή την δύση είναι μια αδιέξοδη θεωρία. Αποφασίστηκε ότι την ώρα που παίρνονται οι παγκόσμιες αποφάσεις, έχουν θέση η Κίνα, η Βραζιλία, η Κορέα και η Ινδία, χωρίς να υπολογίζεται η στρατιωτική τους δυνατότητα. Ότι κανένα κράτος δεν πρέπει να χρεοκοπήσει. Έγινε παραδεκτό ότι οι αποφάσεις του ενός επηρεάζουν τον άλλο και την ώρα που όλοι έχουν υποχρεώσεις και επιπτώσεις, όλοι έχουν και δικαιώματα.

Η πτώση του καπιταλισμού που πολλοί αιθεροβάμονες οραματίζονταν, κατέληξε στην καθιέρωση δικαιότερου και ρυθμισμένου συστήματος ελεύθερης παγκοσμιοποιημένης οικονομίας. Το παγκόσμιο καζάνι στο οποίο όλοι βράζουμε θεσμοθετείται και με αυτό έχουμε υποχρέωση να συντονιστούμε και εμείς. Να συζητήσουμε τις πιθανές επιπτώσεις που θα έχουμε ως φορολογικός παράδεισος, ή τις προοπτικές και τον αναβαθμισμένο ρόλο που μπορούμε περιφερειακά να αποκτήσουμε, αντί να περιοριζόμαστε στα μικρά ή τα αυτονόητα. Στο αν δηλαδή θα κάνουμε επιτέλους αίτηση ένταξης στον Συνεταιρισμό για την Ειρήνη, ή αν ο Μάριος Κάρογιαν ελέγχει το κόμμα του…