woman judge listeningΗ οικονομική κρίση έφερε στην επιφάνεια μεγάλη αμφισβήτηση στους θεσμούς η οποία – σε διαφορετικό βαθμό σε κάθε χώρα – φέρνει ακόμη και το δημοκρατικό πολίτευμα να μοιάζει ότι κινείται προς την κατεύθυνση αδιεξόδου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Ελλάδα, όπου ολόκληρο το πολιτικό σύστημα δείχνει ανήμπορο να βρει λύσεις και να δείξει την δυνατότητα να καθοδηγήσει τη χώρα προς τα μπροστά. Γεγονός το οποίο τα κόμματα σχεδόν παραδέχονται και διεκδικούν την λαϊκή εύνοια επιθυμώντας να εμφανιστούν ως ο μονόφθαλμος μύωπας ανάμεσα σε τυφλούς.

Στην Κύπρο, με μια κοινωνία που δείχνει σε διεθνές επίπεδο μοναδικό σεβασμό και νομιμοφροσύνη στους θεσμούς, εδώ και λίγο καιρό παρουσιάζονται πρωτοφανή ρήγματα στην ειδυλλιακή εικόνα. Όχι επειδή οι πολίτες έγιναν πιο κριτικοί από μόνοι τους, αλλά διότι οι θεσμοί απέτυχαν να προσαρμοστούν στα σύγχρονα δεδομένα και άρχισαν να ερίζουν μεταξύ τους για τα επουσιώδη και τα ευτελή. Το ράγισμα δε που προκλήθηκε από την πρόσφατη απόφαση του κακουργιοδικείου είναι τόσο μεγάλο που δεν μπορεί να περιοριστεί στο πλαίσιο της δικαιοσύνης, της μέχρι πρότινος ιερής αγελάδας των εξουσιών. Ακριβώς διότι από την ώρα που αμφισβητήθηκε η δικαιοσύνη, όλα μπαίνουν ξανά κάτω από την βάσανο βαθιάς κριτικής που φέρνει και την δική μας δημοκρατία να μοιάζει ενώπιον τέλματος.


Αφού αμφισβητήθηκε η δικαιοσύνη, όλο το σύστημα θα υποστεί βαθιά κριτική


Το δικαστήριο, είναι προφανές, επεδίωξε να υπερτονίσει την αποκλειστικότητα του στην απονομή δικαιοσύνης, αισθανόμενο αδικαιολόγητα ανταγωνισμό από τον τύπο και την κοινή γνώμη. Μίλησε στην απόφαση για “σφετερισμό δικαστικής εξουσίας” λες και υπάρχει νοήμων άνθρωπος που επιθυμεί να αποδίδεται δικαιοσύνη μακρυά από τα δικαστήρια. Το τεκμήριο της αθωότητας είναι το ιερότερο δικαίωμα ατομικής ελευθερίας και ορθώς το δικαστήριο επιθυμεί να το διαφυλάσσει. Αυτό το τεκμήριο όμως δεν μπορεί να υποσκελίσει την ψυχρή και τετράγωνη λογική (όχι την συναισθηματισμό) των ανθρώπων, όπως επιχειρήθηκε. Η αίσθηση ότι το τεκμήριο της αθωότητας αντί ως πυλώνας δικαιοσύνης, ευτελίστηκε ως νομοτεχνικό εργαλείο είναι εύλογη, ειδικά από την ώρα που η χρήση του έγινε για να σκεπάσει αδυναμίες του συστήματος και παρανομία άλλων θεσμών όπως η αστυνομία.

Η σφοδρή κριτική της κοινωνίας, επεκτείνεται σιγά σιγά και στις υπόλοιπες των εξουσιών. Έτσι, το προεδρικό σύστημα δείχνει να ταρακουνιέται, από την ώρα που οι συνεργασίες του δεύτερου γύρου των προεδρικών δεν διασφάλισαν ένα μίνιμουμ πολιτικό πλαίσιο συνεργασίας. Η συνεχής διαμάχη της κυβέρνησης με το ΔΗΚΟ, αλλά και η αδυναμία αυτών που την προκαλούν να θέσουν θέμα αποχώρησης, ευτελίζουν την δημοκρατική λειτουργία. Σε επίπεδο αξιοκρατίας και διαφάνειας, εμπεδώνεται η πραγματοποίηση “δουλειάς” με το δημόσιο δια της τεθλασμένης, ως επίσημη κρατική πολιτική. Οι ανεξάρτητοι αξιωματούχοι του κράτους, έχουν υποστεί τελευταίως έντονη αμφισβήτηση, είτε από ατυχής χειρισμούς, είτε από άλλους θεσμούς που επιθυμούν να τους αφαιρέσουν δικαιώματα και εξουσία.

Στο επίπεδο των κομμάτων και της νομοθετικής εξουσίας, το σύστημα δείχνει να αυτοκαταργεί τον πολιτικό του ρόλο, γινόμενο ουραγός των δημοσκοπήσεων και των ΜΜΕ. Πως να κριθεί διαφορετικά όταν δεν εμφανίζονται πολιτικές διεξόδοι, όταν στη βουλή δεν κατατίθεται σχεδόν ποτέ πρόταση νόμου, αλλά μόνο ζητήματα που θα εξασφαλίσουν κάποια λεπτά δημοσιότητας;

Τον πολίτη στο τέλος της ημέρας δεν τον ενδιαφέρει ποιος και τι φταίει κάθε φορά, αλλά η αίσθηση διαρκών αδιεξόδων που κατά συρροή παρουσιάζονται σε όλους τους τομείς. Τον αφορά η ατιμωρησία στα δικαστήρια, η μη χρηστή διοίκηση, το πολιτικό παιγνίδι και το παζάρι που παίζεται πάνω στην πλάτη του. Και οι θεσμοί καλούνται να μαζέψουν τα κομμάτια τους και με σοβαρότητα να αναδιατυπώσουν και να επανατοποθετήσουν τον ουσιαστικό μεγάλο ρόλο τους, χωρίς σκιές εξυπηρέτησης άλλων συμφερόντων. Γιατί η μαγεία της δημοκρατίας είναι ότι σε αυτό το πολίτευμα δεν υπάρχουν οριστικά αδιέξοδα, όσο και αν καμιά φορά φαίνεται το αντίθετο. Αν οι θεσμοί αποτύχουν να ανταποκριθούν, οι κοινωνίες – έστω και με καθυστέρηση – πάντα θα βρουν τη λύση.

Advertisements

confusionΕίναι προκλητική η ενασχόληση με το θέμα της δικαιοσύνης, εφόσον ο κάθε πολίτης σήμερα αισθάνεται και “κερατάς” και “δαρμένος”, μετά την απόφαση που δίνει στον κάθε αστυνομικό το δικαίωμα να δέρνει άφοβα, να κατασκευάζει υποθέσεις και μετά να ζητά και τα ρέστα. Ενδιαφέρουσα επίσης είναι η άποψη του δικαστηρίου ότι πρέπει να εφαρμόζεται το στρατιωτικό “Βλέπε – Άκου – Σιώπα”, με βάση το οποίο θα πρέπει να αναμένουμε την πολύχρονη διαδικασία της δίκης πριν μιλήσουμε για όσα βλέπουμε γύρω μας. Ακόμη πιο σχιζοφρενικό δε, είναι το δικαίωμα που έδωσαν οι δικαστές στα ΜΜΕ να τους επηρεάζουν και να καταδικάζουν τους κατηγορουμένους (με την σιωπή) ή να τους αθωώνουν με την υπέρμετρη προβολή των κατηγορητηρίων τους. Αν δηλαδή κάποιος από εμάς εγκληματίσει, καλά κάνει να προσεγγίσει ένα δυο δημοσιογράφους για να τον κατηγορούν όλη μέρα και να αθωωθεί!

Υπάρχουν πολλοί ειδικότεροι να σχολιάσουν αυτά τα ζητήματα σε επιστημονικό και γενικό επίπεδο. H κρίση ωστόσο που δημιουργήθηκε στο σύστημα απονομής δικαιοσύνης είναι στοιχείο θετικό, εφόσον μπορεί να το αφυπνίσει από την αυτοκρατορική νιρβάνα στην οποία θέλει να διαφυλάσσεται.

Στην πολιτική νιρβάνα τώρα, είχαμε υπόκωφο σεισμό περιωπής που αναμφίβολα αντικαθιστά την τράπουλα που μοιράστηκε πριν ένα χρόνο και εμφανίζει μια καινούργια στο τραπέζι της πολιτικής τσόχας. Στο πόκερ εντός ΔΗΚΟ, οι αντιδρώντες στην πολιτική της ταύτισης με τον Δημήτρη Χριστόφια, “είδαν” τα ρέστα του Μάριου Καρογιάν και όταν ο τελευταίος κατέβασε ένα φιλόδοξο φουλ του άσσου (τρία “Α”), αυτοί παρουσίασαν ένα καλά κρυμμένο καρέ του Τάσσου. Αυτό που χρίζει σοβαρής αξιολόγησης, είναι το πως η επικράτηση της αντιπολιτευτικής τάσης στο συγκυβερνών κόμμα, θα επηρεάσει ολόκληρο το πολιτικό σκηνικό.


Οι εκλογές στο ΔΗΚΟ επηρεάζουν όλο το πολιτικό σκηνικό


Κατ’ αρχή θα πρέπει να πιστωθεί στους επικρατήσαντες των εκλογών του ΔΗΚΟ (είτε συμφωνεί είτε διαφωνεί κάποιος μαζί τους), η πολιτική διάσταση που έδωσαν στον συνδυασμό τους με τις έντονες τοποθετήσεις στο εθνικό θέμα και η οποία αντιπαρατάχθηκε επιτυχώς την ανούσια επίκληση ισορροπιών που ήθελε να φέρει προς το μέρος του ο πρόεδρος του κόμματος τους. Κάτι που επιβάλλει στο κόμμα, την αναθεώρηση του περιθωρίου που έδωσε στον πρόεδρο Χριστόφια να χειρίζεται το Κυπριακό. Συνέπεια βέβαια των έντονων αντιπαραθέσεων μεταξύ ηγετικών στελεχών του ΑΚΕΛ και του ΔΗΚΟ που ήδη παρουσιάστηκαν, θα είναι η ανάγκη επανεξέταση της απόφασης για συμμετοχή στην Κυβέρνηση. Είναι διατεθειμένοι αυτοί που κέρδισαν να θέσουν τέτοιο θέμα και να χρεωθούν τυχόν απεμπόληση κυβερνητικών δικαιωμάτων του κόμματος τους; Είναι ο κ. Κάρογιαν ευάλωτος στην εξώθηση σε μια μεγάλη ενδοκυβερνητική σύγκρουση; Αυτά είναι ερωτήματα που εντός του έτους θα πρέπει να απαντηθούν.

Από την άλλη, η συγκεκριμένη εσωκομματική εκλογή δημιουργεί περιβάλλον πολιτικής περιχαράκωσης για όλα ανεξαιρέτως τα κόμματα. Οι γέφυρες μεταξύ ΔΗΚΟ και ΑΚΕΛ κλονίζονται, μετά την εκλογή των ανθρώπων που πρωταγωνίστησαν μεν στην εκλογή Χριστόφια, αλλά έμειναν επιδεικτικά εκτός εξουσίας. Οι σχέσεις μεταξύ ΔΗΣΥ και ΔΗΚΟ είναι επίσης δύσκολες, όχι μόνο λόγω των προεδρικών, αλλά και εξαιτίας των αισθημάτων που φέρουν οι νικητές στο ΔΗΚΟ έναντι της ηγεσίας της αντιπολίτευσης. Οι σχέσεις μεταξύ ΕΔΕΚ και ΔΗΚΟ θα κριθούν εν πολλοίς από την στάση που θα κρατήσει το σοσιαλιστικό κόμμα έναντι της φιλοδοξίας του ΔΗΚΟ να ενταχθεί στο Ευρωπαϊκό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα. Αλλά και οι σχέσεις του ΔΗΚΟ με το Ευρωκό τίθενται στην ζυγαριά της ελπίδας των νικητών του κεντρώου κόμματος να ηγηθούν του τρίτου πόλου.

Εδώ έρχεται και η πρόταση Αναστασιάδη, η οποία μπορεί να ελέγχεται για τον επικοινωνιακό τρόπο με τον οποίο έγινε, αλλά επί της ουσίας προσφέρει την διέξοδο στο Δημοκρατικό Κόμμα να εκφράσει την κεντροδεξιά καταγωγή του. Όταν αποφασίσει ότι αφού το εγχείρημα του τέως προέδρου να φέρει τον τρίτο πόλο μαζί μέσω σοσιαλδημοκρατίας, δεν πέτυχε με τον ίδιο το τιμόνι, είναι πολύ δύσκολο να πετύχει με τον ίδιο απών.

Οι εκλογές στο ΔΗΚΟ δημιουργούν ένα νέο πολιτικό σκηνικό. Στο οποίο και αυτοί που κέρδισαν θα πρέπει κάποια στιγμή να ανοίξουν τους ορίζοντες τους, γιατί εκ της φύσεως του το κόμμα τους δεν αντέχει στην απομόνωση. Αλλά και όλοι οι άλλοι πολιτικοί σχηματισμοί, είτε θα πρέπει να προστρέξουν στην πολιτική καθαρότητα που προκαλεί πολιτικό σεβασμό, είτε να αναπροσαρμόσουν τους τακτικισμούς τους. Ίδωμεν…

suitΤο πολιτικό σύστημα κάθε χώρας, ειδικά στην αρχή του, δημιουργεί εκ των πραγμάτων ιερές πολιτικές προσωπικότητες. Προσωπικότητες που δεν κληρονομούν βαρύτητα από κανένα, αλλά αποκτούν εμβέλεια αποκλειστικά επειδή εκφράζουν κάτι. Είτε αυτό είναι ιδεολογία, είτε ιδεοληψία, είτε κοινωνική ανάγκη, είτε πολιτικό ρεύμα, είτε εθνική επιταγή. Στα πρώτα του βήματα, κάθε δημοκρατικό σύστημα δημιουργεί τις πρώτες του συνισταμένες. Τα κόμματα λοιπόν, κατά την γένεση τους, αποκτούν την δύναμη τους με βάση την πρωτογενή έκφραση των αξιών και των πολιτικών τους, όπως εκφράζονται από τους ηγέτες – δημιουργούς τους, και όχι την κομματική παράδοση.

Έτσι και στην Κύπρο, η νεαρή μας δημοκρατία απέκτησε το ιδιότυπο πολιτικό της σύστημα. Έχοντας ανθρώπους ηγήτορες που δεν στηρίζονταν στην “προϊοντική” τους εικόνα αλλά σε αυτό που εκπροσωπούσαν. Μακάριος, Κληρίδης, Κυπριανού, Λυσσαρίδης, Παπαδοπουλος, Παπαϊωάννου ηγήθηκαν κομματιών του λαού με δόρυ τις πολιτικές τους πεποιθήσεις και απόψεις κατά πρώτο λόγο και μετά όλα τα υπόλοιπα.


άλλο η ευγένεια της πολιτικής έκφρασης και άλλο η ευγένεια του τίποτα


Σήμερα, το πολιτικό σύστημα της Κύπρου διέρχεται την πρώτη πρόκληση κάθε δημοκρατίας. Να μάθει δηλαδή να λειτουργεί μετά που τα ιερά του τέρατα αποχώρησαν. Και το κάθε κόμμα καλείται να ενδυναμώσει την ταυτότητα του και να την προσαρμόσει στην σημερινή εποχή, η οποία ήδη απέχει μισό αιώνα από την ανεξαρτησία και τους Εθνικούς και κοινωνικούς αγώνες. Έτσι λοιπόν, το ΑΚΕΛ δεν μπορεί να επαναπαύεται στην συνοχή που του προσέφεραν οι συνδικαλιστικοί αγώνες που ακόμη και επί Αγγλοκρατίας έδινε, ο ΔΗΣΥ δεν μπορεί να στηρίζεται στην εκπροσώπηση της Εθνικοφροσύνης και της αστικής και αγροτικής κοινωνίας, το ΔΗΚΟ δεν μπορεί να ανανεώνει την εκλογική του απήχηση βασιζόμενο στις πελατειακές σχέσεις που δημιουργήθηκαν επί Μακαρίου και Κυπριανού, ούτε και η ΕΔΕΚ στην αγωνιστικότητα της. Όλα αυτά τα συστατικά που ήρθαν να περιβάλουν τις πολιτικές που εξέφραζαν οι ηγέτες και τα συλλογικά όργανα των κομμάτων τους, σήμερα δεν μπορούν να λειτουργήσουν καν σαν συνεκτικός κρίκος συνέχειας. Ακριβώς επειδή ούτε να υποστηριχτούν στην σύγχρονη εποχή μπορούν, αλλά ούτε και να λειτουργήσουν από μόνα τους και να υπερκαλύψουν την πολιτική γύμνια ουσίας που σε όλα τα κόμματα παρατηρείται.

Το σκηνικό πολιτικής αφασίας που σήμερα βιώνουμε, έρχεται να επισφραγιστεί από την θολή τοποθέτηση όλων των κομμάτων επί των σοβαρών ζητημάτων. Έτσι σήμερα το ΑΚΕΛ, το μόνο κόμμα που δείχνει να υποστηρίζει με σθένος μια συγκεκριμένη ιδεολογία, το κάνει με βάση την δεδομένη και παραδεκτή αντίφαση ότι οι ιδέες του δεν έχουν σχέση με την πραγματικότητα. Το ΔΗΚΟ και η ΕΔΕΚ επιχειρούν να κρατήσουν τον “ρυθμιστικό” λεγόμενο τους ρόλο, στηριζόμενα στην λογική του παραλόγου. Να συμμετέχουν δηλαδή στην Κυβέρνηση ανταγωνιζόμενα με σθένος για το ποιο κάνει την πιο πατριωτική αντιπολίτευση. Ο ΔΗΣΥ φαίνεται πνιγμένος στον τακτικισμό, με αποτέλεσμα να έχει χάσει την έννοια της συλλογικότητας και της πολιτικής καθαρότητας αφού δεν στηρίζεται σε κάποιο “πολιτικό μανιφέστο” που να καθορίζει το πλαίσιο των τοποθετήσεων του.

Την πολιτική ακροβασία όλων των κομμάτων, έρχεται να δικαιολογήσει η αδιανόητη θεωρία ότι όλοι πρέπει να σερβίρουν πολιτικές “σούπες” προκειμένου να πετυχαίνουν συνεργασίες στις προεδρικές. Αλλά και η δημοκρατική αγκύλωση που όλοι επικαλούνται, η οποία θέλει τους πολιτικούς να μην αντιπαρατίθενται για να μην χαλούν την επικοινωνιακή τους εικόνα. Μια μόδα κενών περιεχομένου καλών παιδιών της πολιτικής, η οποία στους πρωταγωνιστές έχει γίνει πολύ γοητευτική αλλά για το λαό είναι αποκρουστική.

Το πολιτικό σύστημα για να γίνει σεβαστό πρέπει να εκφράσει επιτέλους κάτι. Αφού πρώτα αντιληφθεί ότι ο σεβασμός των πολιτών αποκτάται από το περιεχόμενο και ενδυναμώνεται από την επικοινωνία. Γιατί άλλο η ευγένεια την πολιτικής έκφρασης μιας ξεκάθαρης θέσης και άλλο η ευγένεια του τίποτα. Η οποία ευγένεια του τίποτα είναι ουσιαστικά αγένεια απέναντι στο δημοκρατικό σύστημα και στον κάθε πολίτη που καλείται να ψηφίσει “γαμπρό” η “συνολάκι”, αντί πολιτικό ηγέτη και κόμμα.

orfanidesΔύο γεγονότα είχαμε που είχαν σχέση με την Κυπριακή δημόσια ζωή αυτή τη βδομάδα. Το πρώτο είναι ασφαλώς η συνέντευξη του προέδρου Χριστόφια με την ολοκλήρωση του πρώτου έτους της θητείας του, μια εξέλιξη που υπό κανονικές συνθήκες θα έδινε τροφή για αναζωπύρωση της δημόσιας συζήτησης σε σχέση με τα επιτεύγματα και τους στόχους της νέας μας Κυβέρνησης. Οι προβλέψεις ωστόσο για κάτι τέτοιο δεν επαληθεύτηκαν, μια και η συγκεκριμένη παρουσία του Δημήτρη Χριστόφια δεν προσέθεσε τίποτα νεότερο στην πολιτική ατζέντα.

Ο πρόεδρος στον απολογισμό του εξυπηρέτησε, με αρκετά καλό ομολογουμένως τρόπο, την επικοινωνιακή εικόνα που έχει επιλέξει για τον εαυτό του ως πολιτικό. Αυτή του “απλού ανθρώπου” που κλήθηκε να διοικήσει μια χώρα με προβλήματα, σε ένα περιβάλλον που δεν εγκρίνει και που κάνει ότι του “επιτρέπεται” για να διαχειριστεί το Κυπριακό και τα υπόλοιπα ζητήματα μέσα στο πλαίσιο που άλλοι καθόρισαν ή καθορίζουν. Για πολλά από τα απαιτούμενα σήμερα δεν φταίει ο πρόεδρος, αλλά οι προηγούμενοι (οι πλείστοι εκ των οποίων κυβέρνησαν με την δική του στήριξη), ενώ για τα υπόλοιπα φταίει η Ευρώπη και ο καπιταλισμός. Πολιτικούς στόχους, στρατηγικές και σχεδιασμούς για να λυθούν τα αδιέξοδα στο Κυπριακό, ή να δώσουμε νέες διεξόδους στην οικονομία και την καθημερινότητα δεν ακούσαμε, αλλά αυτό ήταν λίγο πολύ αναμενόμενο. Το μόνο στο οποίο έδειξε αποφασιστικότητα είναι στο θέμα της ιστορίας και της στήριξης του Υπουργού της παιδείας. Κατά τα άλλα, ήταν ακόμη μια βαρετή πολιτική εκδήλωση η συγκεκριμένη συνέντευξη, όπου ο πρόεδρος υποστήριξε την εικόνα του παθητικού θεατή – διαχειριστή των γεγονότων, ο οποίος δεν φέρει καμία ευθύνη για όσα δεν συμβαίνουν, με εξαίρεση μια λάθος θέση που είχε πάρει στο παρελθόν για το ευρώ και η οποία ευτυχώς δεν είχε εισακουστεί.


Ο Αθανάσιος Ορφανίδης κατάργησε την θεωρία του μικρού αδύναμου κράτους


Κόντρα στην μιζέρια της οικονομικής κρίσης και της πολιτικής σπάνις ιδεών και στόχων, αυτή τη βδομάδα ήρθε και η μεγάλη ανατροπή ενός πολιτικά πολύ βολικού δόγματος. Ο διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας, κατάργησε τη θεωρία περί του αδύναμου και μικρού κράτους που δεν μπορεί να παίξει ισότιμο ρόλο στην λήψη των Ευρωπαϊκών αποφάσεων. Αυτό προς απογοήτευση της πλειοψηφίας των υπολοίπων δημοσίων προσώπων, τα οποία επισκέπτονται τις Βρυξέλλες και τα Ευρωπαϊκά Συμβούλια, λες και παν στην Ντίσνεϋλαντ της πολιτικής, στην οποία τους κάνουν την χάρη μόνο να παρακολουθήσουν τα φανταστικά νέα παιγνίδια, αφού δεν μπορούν να τα παίξουν.

Το κατά πόσο ο Αθανάσιος Ορφανίδης έχει ή όχι δίκαιο στην θεωρία του περί μείωσης των επιτοκίων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, μέχρι και σε μηδενικά επίπεδα, είναι ασφαλώς θέμα που χρίζει συζήτησης. Μιας συζήτησης μάλιστα που δεν μπορεί να είναι επιφανειακή, ή να γίνει με τον πατριωτικό φακό της υιοθέτησης μιας ιδέας αποκλειστικά επειδή προέρχεται από “δικό μας άνθρωπο”. Το αδιαμφισβήτητο ωστόσο σήμερα, είναι ότι ο Κύπριος Διοικητής είναι ο εμπνευστής και ο επικεφαλής μιας συνεχώς διογκούμενης οικονομικής τάσης, σε μια κορυφαία μάχη ιδεών, για την αντιμετώπιση του πλέον σημαντικού και εξαιρετικά οδυνηρού παγκόσμιου προβλήματος.

Η θέση Ορφανίδη, όχι μόνο αντιπαρατάσσεται με αυτή του “ιερού τέρατος” της Ευρωπαϊκής οικονομίας Ζαν Κλοντ Τρισέ, αλλά ήδη έχει πετύχει την πρώτη της “νίκη” με την προχθεσινή μείωση των επιτοκίων της ΕΚΤ στο 1,5%. Στο πλάι της “αιρετικής” θεωρίας του Κύπριου τραπεζίτη παρατάσσονται – ένα μόλις μήνα μετά την έκφρασή της – Διοικητές Εθνικών Τραπεζών πολύ μεγάλων χωρών, ακαδημαϊκοί, οικονομικοί αναλυτές και παράγοντες από όλα τα μήκη και πλάτη της Ευρώπης και του κόσμου. Τα κορυφαία ειδησεογραφικά πρακτορεία ασχολούνται με την πορεία του στο παρελθόν και με τον τρόπο που εξάσκησε το αυτονόητο και επιβαλλόμενο δικαίωμα, να λειτουργήσει εντός της Ευρώπης ως φορέας μιας άποψης που αντιπαρατάσσεται με την επικρατούσα.

Ο ρόλος που η κάθε μονάδα έχει, εντός ενός οργανωμένου συνόλου, είναι αυτός που καθορίζει για τον εαυτό της και όχι αυτός στον οποίο αυτοπεριορίζεται χαμηλώνοντας τον πήχη. Ο κ. Ορφανίδης λειτούργησε ως πραγματικός Ευρωπαίος, λαμβάνοντας επικίνδυνη θέση για ζήτημα που αφορά ολόκληρη την Ένωση. Αν η θέση αυτή εφαρμοστεί και πετύχει τότε και η Κύπρος αλλά και ο ίδιος θα δαφνοστεφανωθούν. Αν εφαρμοστεί και αποτύχει, τότε θα υποστεί πανευρωπαϊκό μεγάλο κόστος. Αυτό όμως είναι και το μαγικό ρίσκο όσων καθορίζουν για τον εαυτό τους ρόλο πρωταγωνιστή και δεν περιορίζονται στην ασφάλεια του γκρινιάρη και βαριεστημένου θεατή.