Αυτοανακυρησσόμενος με περισσή υπερηφάνεια ως το κόκκινο πρόβατο της Ευρώπης ο πρόεδρος της δημοκρατίας τόνισε ότι δεν ένιωσε ποτέ δυσμενή διάκριση γιατί ηγούμαι του κομουνιστικού κόμματος της Κύπρου, αναφερόμενος προφανώς στην συμπεριφορά των Ευρωπαίων απέναντί του. “Η Ρωσική πρόταση την οποία εμείς χαιρετίσαμε, θέλει να επαναφέρει την τάξη στη βάση του διεθνούς δικαίου σε αντίθεση με τις νέες τάξεις πραγμάτων, που σημαίνουν αταξίες και αναρχία στην διεθνή σκηνή” σημείωσε ο κ. Χριστόφιας σε μια γεμάτη προσχήματα ανάσυρση από το χρονοντούλαπο της ιστορίας του ξεχασμένου συνθήματος περί ΕΟΚ και ΝΑΤΟ.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Το ότι οι Ευρωπαίοι σεβάστηκαν και αποδέχθηκαν ως εταίρο ένα δεδηλωμένο ιδεολογικό τους αντίπαλο αποτελεί μια μεγάλη πραγματικότητα, η οποία πρώτα απ’ όλα περιποιεί τιμή στους ίδιους τους εταίρους μας. Και αποτελεί ενέργεια που χρίζει ανταπόδοσης, με τον ελάχιστο προσήκοντα σεβασμό στις διαδικασίες και τις αντιλήψεις τους. Αυτή την ανταπόδοση μέχρι σήμερα, με επιπολαιότητα αδυνατούμε να προσφέρουμε, αφού φτάσαμε μέχρι και το σημείο να τους ειρωνευόμαστε ότι έχουμε δήθεν την πιο “δεξιά” Κυβέρνηση της Ευρώπης.

 


Οι πρώτοι που ζητούν κοινή Ευρωπαϊκή πολιτική άμυνας και ασφάλειας είναι οι Κύπριοι. Ή μήπως κάτι άλλαξε; 


Η Κύπρος, εντάχθηκε για τους πιο πολλούς από εμάς στην Ευρώπη, προκειμένου να θωρακίσει και να αναπτύξει με ασφάλεια το μέλλον της σε όλους τους τομείς και διαστάσεις της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής δημόσιας ζωής. Το ΑΚΕΛ, όταν αποφάσισε να αλλάξει την στάση του έναντι της Ευρωπαϊκής προοπτικής της Κύπρου, προέβαλε ως επιχείρημα για την “θυσία”, την θετική επίδραση που η ένταξη θα είχε στην Εθνική υπόθεση. Μια επίδραση που πρώτα απ’ όλα βασιζόταν στην ασπίδα που προσφέρει η κοινοτική αλληλεγγύη, αλλά και η προοπτική ενδυνάμωσης των μηχανισμών για κοινή Ευρωπαϊκή πολιτική άμυνας και ασφάλειας. 

Γι’ αυτό και οι πρώτοι που ζητούν κοινή Ευρωπαϊκή πολιτική άμυνας και ασφάλειας είναι οι Κύπριοι. Ή μήπως κάτι άλλαξε; Και αν δεν άλλαξε, πως μπορούμε πρώτοι εμείς από όλους, να υπονομεύουμε την κοινή τοποθέτηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης  απέναντι στην Ρωσική πρόταση περί συμφώνου σταθερότητας; Πως γίνεται με τόση ευκολία να υπονομεύουμε την μόνη Εθνική Στρατηγική που χαράξαμε ποτέ και πέτυχε με την ένταξή μας;

Αυτό που ο κ. Χριστόφιας επιμελώς αποκρύπτει από την κοινή γνώμη, είναι ότι ο πιο σημαντικός καταλύτης στο να γίνει ο ίδιος αποδεκτός στους κόλπους της Ένωσης, ήταν η προοπτική που η εκλογή του έδωσε στην επίλυση του Κυπριακού. Μια προοπτική που ήδη αμφισβητείται και από τον ίδιο ακόμα, όπως φαίνεται στις δηλώσεις που κάνει τουλάχιστον μια φορά την ημέρα και ιδιαίτερα μετά από κάθε συνάντηση με τον κ. Ταλάτ. 

Αν λοιπόν συμβεί το απευκταίο και αποτύχει η παρούσα διαδικασία να φέρει λύση, το ποια θα είναι η αντιμετώπιση της Κύπρου και του προέδρου της, από αυτούς που υπόκεινται σήμερα με υπομονή την αντιευρωπαϊκή συμπεριφορά του εταίρου τους, είναι ένα σχετικά εύκολο ερώτημα. Διότι, πολύ απλά, τότε θα λήξει η αναστολή στο κόκκινο πρόβατο και θα κινδυνεύουμε και πάλι να χαρακτηριστούμε ως η Κούβα της Ανατολικής Μεσογείου, με την πρεσβεία μας εκεί να φιγουράρει ως δυσβάστακτη επιβεβαίωση.

Ο Δημήτρης Χριστόφιας είτε μεθυσμένος από την τιμή να επισκέπτεται την δική του “μητέρα πατρίδα” ως πρόεδρος παρασύρθηκε και δεν είχε αντίληψη για το τι ακριβώς έκανε, είτε στην προσπάθεια του να πάρει όσο το δυνατόν περισσότερα για την Κυπριακή οικονομία τα έδωσε όλα αβασάνιστα, είτε και κουβαλώντας τα παραδοσιακά του ιδεολογήματα επιχείρησε να συνδράμει στην “δυτικού τύπου” σύγχρονη μέθοδο της Ρωσικής Δημοκρατίας να ανακάμψει ως παγκόσμια υπερδύναμη. Είναι θέμα που χρίζει μελέτης για το ποιο από όλα αυτά είναι χειρότερο. Το σίγουρο όμως είναι ότι για ακόμη μια φορά ο πρόεδρος χειρίζεται με ερασιτεχνισμό και ελαφρότητα, θέματα πολύ σοβαρά στο επίπεδο της διεθνούς πολιτικής σκηνής και διπλωματίας. 

Όσοι παρακολουθούν τον κ. Χριστόφια, ξέρουν ότι σε οποιοδήποτε θέμα, από το πιο μικρό μέχρι και το πιο μεγάλο, προσπαθεί πρώτα να πετύχει καλό κλίμα με τον συνομιλητή του και μετά, σε επίπεδο περισσότερο παρέας, να συνομιλήσει για την ουσία του οποιουδήποτε θέματος. Δεν είναι τυχαίο το ότι μετά από κάθε επαφή με ξένο ηγέτη ή παράγοντα, από τον Γ.Γ. του ΟΗΕ μέχρι και την αντιπροσωπεία των αιγοπροβατοτρόφων, ο Δημήτρης Χριστόφιας ξεκινά τις δηλώσεις του αναφερόμενος στο κλίμα, την χημεία, τις καλές σχέσεις, ή οτιδήποτε άλλο παραπέμπει στο επίπεδο της ατμόσφαιρας, παρά του περιεχομένου.

Την φιλία του με τον Μεχμέτ Αλή Ταλάτ προέταξε πολλές φορές ο κ. Χριστόφιας, τόσο στην προσπάθεια του να εκλεγεί, όσο και καθορίζοντας την ως σημαντικό καταλύτη στην ίδια την προσπάθεια της λύσης του Κυπριακού. Επένδυσε σε αυτή την “σχέση” επικοινωνιακά, αλλά και ουσιαστικά. Και είναι εύλογη η αίσθηση ότι θεωρούσε ότι θα βρεθεί με τον Ταλάτ και επί τη βάση του τρόπου που έβγαζαν τα κοινά ανακοινωθέντα ως ηγέτες κομμάτων, θα έλυναν και το κυπριακό. Εξ’ ου και η αρχική προσέγγιση ότι δεν χρειαζόμαστε για βοήθεια ούτε την Ελλάδα, ούτε την Ευρώπη, ούτε υποστηρικτικές ομάδες εμπειρογνωμόνων. 

 


Ίσως τώρα αντιληφθούμε ότι το Κυπριακό είναι κατ’ εξοχήν πολιτικό πρόβλημα 


Στις 23 Μαίου ο κ. Ταλάτ, αξιοποιώντας την περίεργη αυτή φιλοσοφία, κατήγαγε μια επιτυχία, μπερδεύοντας στο κοινό ανακοινωθέν την βάση της διαπραγμάτευσης. Ο κ. Χριστόφιας, όταν αντιλήφθηκε τι είχε συμβεί, αναγκάστηκε να διαχειριστεί την κρίση με το ταξίδι τότε στο Λονδίνο και το μετέπειτα ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας. Μέχρι σήμερα όμως, αναγκάζεται να σχοινοβατεί όταν αναφέρεται στις έννοιες του συνεταιρισμού και των συστατικών της λύσης. Με την έναρξη δε των απευθείας συνομιλιών, απεδείχθη το φυσιολογικό και το αναμενόμενο. Ότι ο κ. Ταλάτ θέλει να διαφυλάξει πολύ περισσότερο τα συμφέροντα της Τουρκίας και την υπόσταση του μορφώματος που ηγείται, παρά την σχέση που είχε με τον σημερινό μας πρόεδρο. 

Οι προσπάθειες του Δημήτρη Χριστόφια να τον “επαναφέρει στον σωστό δρόμο”, επικαλούμενος είτε την φιλία τους, είτε τις σχέσεις των κομμάτων τους και τον μακαρίτη Οζκιέρ Οζκιούρ, είτε την στήριξη του ΑΚΕΛ στο Τουρκικό Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, είτε την θεωρία ότι και οι δύο είναι πάνω απ’ όλα Κύπριοι, έπεσαν όλες στο κενό. Έγιναν μάλιστα τόσο ενοχλητικές για τον Ταλάτ στο εσωτερικό, που υποχρεώθηκε να του διαμηνύσει την οργή του για την χρήση της λέξης “σύντροφος”.

Εδώ ήταν και το μεγάλο λάθος του Τουρκοκύπριου ηγέτη. Δεν κατάλαβε ότι με την απαγόρευση της συντροφικότητας, προσέφερε στην πλευρά μας ένα απρόσμενο δώρο. Γιατί ίσως τώρα, αντιληφθεί επιτέλους η ηγεσία μας ότι το Κυπριακό είναι ένα κατ’ εξοχήν πολιτικό πρόβλημα με διεθνείς προεκτάσεις, που επηρεάζουν και τις δύο “μητέρες πατρίδες” των κοινοτήτων, αλλά και όλους τους ισχυρούς της γης. Αλλά και το ότι για να λυθεί, πρέπει η Τουρκία να έχει κάτι να πάρει. Όπως τότε με την ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε. και την αναγόρευση της Τουρκίας σε υποψήφια χώρα.

Ο κ. Χριστόφιας από τον προκάτοχο του δεν έχουν κοινά στον τρόπο της διαχείρισης του Κυπριακού. Εκτός από την επιλογή λανθασμένου γηπέδου. Ο μεν Δημήτρης Χριστόφιας επιχείρησε να μετατρέψει ένα πολιτικό πρόβλημα σε φιλική προσπάθεια, ο δε Τάσσος Παπαδόπουλος επιχείρησε να μετατρέψει ένα διπλωματικό ζήτημα σε νομικό αγώνα.  

Το Κυπριακό όμως, δεν μπορεί να λυθεί με τη λογική του καφενείου της γειτονιάς, όπως και πριν δεν μπορούσε να λυθεί στην αρένα ενός φανταστικού δικαστηρίου. 

“Έχουμε την πιο δεξιά Κυβέρνηση στον κόσμο” αναφώνησε ο αριστερός πρόεδρος της δημοκρατίας μας, με έντονη την δόση ειρωνείας και ψήγματα χαιρεκακίας, προκειμένου να σχολιάσει την παρέμβαση όλων των δυτικών κρατών (πλην της Κύπρου), προκειμένου να διορθωθεί το χρηματοπιστωτικό τους σύστημα. Την ίδια ώρα, διάφορα στελέχη της αριστεράς εκστρατεύουν και αρθρογραφούν προκειμένου να διαλαλήσουν την πτώση του καπιταλισμού, θεωρώντας ίσως ότι η σημερινή παγκόσμια δυσπραγία μπορεί να ισοφαρίσει την κατάρρευση του κομμουνισμού πριν δύο δεκαετίες. 

Η καχυποψία που κυκλοφορεί, ότι δηλαδή οι σημερινοί κυβερνώντες την Κύπρο αναμένουν στωικά την πλήρη κατάρρευση του συστήματος, προκειμένου να βρουν επιτέλους έδαφος να εφαρμόσουν πραγματικές τους κοσμοθεωρήσεις, είναι μάλλον υπερβολική. Πολύ πραγματική όμως, είναι η ανησυχία από την αδυναμία της αντίληψης για το τι πραγματικά συμβαίνει στην οικονομία του τόπου και διεθνώς.

Είναι αλήθεια ότι η ελεύθερη παγκόσμια αγορά, αντιμετωπίζει σήμερα σοβαρό πρόβλημα. Και αυτό γιατί στην Αμερική, μια Κυβέρνηση δεν μπόρεσε να αντιληφθεί ότι ο ποιο θεμελιώδες κανόνας του συστήματος είναι ο έλεγχος και η παρέμβαση για να μην εξελιχθούν φαινόμενα μονοπωλίων, ολιγοπωλίων ή υπερκαταναλωτισμού. Η Κυβέρνηση Μπους ακύρωσε σχεδόν τον ρόλο του κράτους στο σύστημα – όπως καθορίστηκε πρώτα απ’ όλα από τον Adam Smith – και ευνούχισε τους ελεγκτικούς μηχανισμούς, αφήνοντας την ιδιωτική πρωτοβουλία να κτυπήσει αβοήθητη τα μούτρα της στον τοίχο της κρίσης. 

 


Οι “κρατικόποιήσεις” επιβεβαιώνουν την εμπιστοσύνη στους ιδιώτες 


Έχουμε και στην Κύπρο ελεγκτικούς μηχανισμούς. Όσοι πιστεύουν στην Ελεύθερη Αγορά, θεωρούν την σωστή λειτουργία αυτών των μηχανισμών, τον ακρογωνιαίο λίθο της. Στην Επιτροπή Ανταγωνισμού, μετά τις παλινωδίες της προηγούμενης Κυβέρνησης, ο κ. Χριστόφιας προχώρησε σε ένα διορισμό που κάθε άλλο παρά πείθει. Ουσιαστικά τον κορυφαίο για την αγορά μηχανισμό, δεν τον είδαμε να λειτουργεί ακόμη. Ο Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας, απειλήθηκε από τον κοινοβουλευτικό εκπρόσωπο του ΑΚΕΛ με αλλαγή των νόμων που διέπουν την ανεξαρτησία του, όταν εκείνος αντιστάθηκε στην πώληση των αποθεμάτων του χρυσού. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κρίθηκε ως μη ικανή να ελέγχει τις επενδύσεις των ασφαλιστικών ταμείων και προτιμήθηκε να προσλάβουμε και άλλους στο Υπουργείο Εργασίας, για αυτή τη δουλειά. Ο Ρυθμιστής Τηλεπικοινωνιών παραιτήθηκε ανεξήγητα, αφήνοντας πολλές σκιές για το τι παίζεται. Ο Ρυθμιστής Ενέργειας, εμφανίστηκε περίπου ως αναληθής, όταν δεν άφησε την ΑΗΚ να αυξήσει τα υπερκέρδη.

Το σύστημα της Ελεύθερης Οικονομίας, δείχνει για μια ακόμη φορά την δυνατότητα του να αναγεννάτε και να προσαρμόζεται. Οι “κρατικοποιήσεις”, για τις οποίες ο πρόεδρος περηφανεύτηκε, δεν αποτελούν τίποτα άλλο παρά κρατικές επενδύσεις σε ιδιωτικές εταιρείες. Πουθενά δεν πέρασε η διοίκηση των εταιρειών αυτών στα χέρια δημοσίων υπαλλήλων. Επιβεβαιώνοντας την εμπιστοσύνη του συστήματος στην ιδιωτική πρωτοβουλία, τα κράτη ξαναβάζουν τους απαιτούμενους κανόνες.

Ταυτόχρονα οι δυτικές χώρες προχωρούν σε ενέργειες που αναζωογονούν την επιχειρηματικότητα και την ανταγωνιστικότητα τους. Που αναπροσαρμόζουν την αναπτυξιακή κατεύθυνση. Στην Κύπρο; Δίνουμε καμιά δεκαριά ευρώ στους συνταξιούχους για να αντισταθμιστούν οι υπερχρεώσεις της ΑΗΚ, συνεχίζει το κράτος να εισπράττει τέλη κυκλοφορίας και μεταβιβαστικά, παρά την επιβολή ΦΠΑ, αφήνουμε τον τουρισμό στο έλεος του, θεωρούμε ότι οι τράπεζες δεν χρειάζονται κανενός είδους συνδρομή και διαβεβαιώνουμε ότι είμαστε άτρωτοι στην κρίση. Κανένα μέτρο για την μικρομεσαία επιχείρηση και τον τουρισμό και καμιά πρωτοβουλία που θα οδηγήσει σε αυτή τη χώρα με το φθηνό φορολογικό καθεστώς, ουσιαστικές ξένες επενδύσεις. Οι κρίσεις άλλωστε, σε μικρές χώρες, θα μπορούσαν να αποτελούν ευκαιρίες.

Ο τίτλος του παρόντος άρθρου δεν ανταποκρίνεται στην ουσία του. Απεικονίζει όμως μια μορφή αντίδρασης στην απραξία και νιρβάνα που χαρακτηρίζει την παρούσα οικονομική πολιτική. 

Ο Barrack Obama, ασφαλώς και δεν είναι ένας συμβατικός πολιτικός. Τα ιδιότυπα χαρακτηριστικά του εκτείνονται πολύ πιο πέρα από το προφανές σκούρο χρώμα. Ελάχιστα τον γνωρίζουμε τόσο εμείς στην Ευρώπη, όσο και αυτοί ακόμη οι πολίτες των Ηνωμένων Πολιτειών. Ως πρόεδρος μπορεί να αποδειχθεί ο άνθρωπος που επαναπροσδιόρισε την θέση και τις νέες δυνατότητες των ΗΠΑ στον 21ο αιώνα, με την ίδια ευκολία που μπορεί να καταλήξει και ως ακόμη μια φούσκα, κάτι σαν τα subprimes που γονάτισαν την οικονομία ολόκληρου του πλανήτη. 

Τον Obama ως πολιτικό δεν μπορούμε με ασφάλεια να τον κρίνουμε. Αξίζει όμως προσοχής το πως έφτασε μέχρι εδώ ένας άνθρωπος που κόντραρε κάθε λογής κατεστημένο. Είτε φυλετικό, είτε οικονομικό, είτε πολιτικό, είτε στρατιωτικό. 

Στην Αμερική, την υπό αποσύνθεση υπερδύναμη, ο Obama επέλεξε να στηριχθεί εκεί όπου ελάχιστοι πολιτικοί επενδύουν στις μέρες μας. Στην ίδια την κοινωνία, στα “grass roots” όπως λέει ο ίδιος. Ο εκλογικός μηχανισμός του έχει δημιουργηθεί μέσα από την πρωτοφανή συμμετοχή του κόσμου στην ιστοσελίδα του. Από εκεί εκατοντάδες χιλιάδες πολιτών έχουν τροφοδοτηθεί με την δυνατότητα να διοργανώσουν προεκλογικές εκδηλώσεις, να συμμετάσχουν σε τηλεφωνικές εκστρατείες ή επισκέψεις από πόρτα σε πόρτα. Να εκφραστούν πολιτικά και να δώσουν ιδέες σε μια εκστρατεία που αν μη τι άλλο έδωσε την αίσθηση πρωτοφανούς συμμετοχικής δημοκρατίας. 

Στο επίπεδο του προγράμματος, ο Obama διακήρυξε την αποχώρηση από το Ιράκ,   καλύτερα δημόσια συστήματα υγείας και παιδείας, τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Ότι δηλαδή αντιστρέφεται παγιωμένων πρακτικών και συμφερόντων. Πάνω απ’ όλα, πρότεινε “αριστερόστροφη” φορολογική μεταρρύθμιση που επιθυμεί μερική αναδιανομή του πλούτου. Γιατί δεν μπορεί να εξηγηθεί διαφορετικά η πρόταση του για αύξηση της φορολογίας όσων έχουν εισόδημα πάνω από 250,000 δολάρια το χρόνο, προκειμένου να επιτευχθεί μείωση για όλους τους υπόλοιπους.


Με την εκλογή του Obama, οι Αμερικάνοι κατάφεραν και πάλι μέσα από την κατάντια τους να πρωτοπορήσουν


Στο τέλος της εκστρατείας του, ο Obama δέχθηκε την έμπρακτη στήριξη μεγάλων εταιρειών που πιστεύουν ότι η εκλογή του θα αντιστρέψει την οικονομική δυστοκία των ημερών. Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης που παραδοσιακά έβλεπαν τους Δημοκρατικούς με κακό μάτι, έδειξαν να τάσσονται αναφανδόν υπέρ του. Αυτά όμως μετά από την επικράτηση του στο κόμμα του και μετά που οι δημοσκοπήσεις του έδωσαν ένα ξεκάθαρο προβάδισμα. Και κυρίως, μετά την κατρακύλα της Αμερικάνικης οικονομίας. Γιατί πριν, όταν αυτή η εκστρατεία ξεκινούσε, οι δημοσκοπήσεις δεν έδιναν στον Obama ούτε μισή πιθανότητα. Θεωρούσαν μάλιστα ότι με αντίπαλο τον McCain, το μόνο που θα κατάφερνε, θα ήταν να κερδίσει το Σικάγο και την Χαβάη.

Στις μέρες μας η Ευρώπη πασχίζει να αποκτήσει τρόπο όπου ο πολίτης θα συμμετέχει στη λήψη αποφάσεων και αποτυγχάνει παταγωδώς, αφού πέραν της Ευρωβουλής, ο κόσμος δεν συμμετέχει σε καμία άλλη διαδικασία. Στην Ρωσία μια νέα συντηρητική ολιγαρχία κυβερνά – με επιτυχία προς το παρόν – βασισμένη στην οικονομική επιφάνεια και την επιβολή. Στην Ασία διάφορες παραλλαγές δικτατορίας έχουν ακόμη το πάνω χέρι. 

Στην Αμερική ο πολίτης είχε την περασμένη Τρίτη δύο επιλογές ανασφάλειας. Την σιγουριά της μιζέριας που του προσφέρει ο McCain και την επικίνδυνη αβεβαιότητα του Obama. Με την εκλογή του Barrack Obama όμως, οι Αμερικάνοι κατάφεραν και πάλι μέσα από την κατάντια τους να πρωτοπορήσουν. Εκλέγοντας ένα πρόεδρο που επένδυσε πρώτα και πάνω απ’ όλα στην κοινωνία και τον απλό πολίτη. Και το κυριότερο: Εφαρμόζοντας στη μέκκα του καπιταλισμού, ένα πραγματικό και όχι κατ’ επίφαση μοντέλο Λαϊκής Δημοκρατίας. 

Αυτό που απομένει, είναι να δούμε το μοντέλο αυτό να πετυχαίνει.

Ο Δημήτρης Χριστόφιας εκλέγηκε πρόεδρος μέσα από μια τεράστια αντίφαση. Από την μια προέταξε την αποφασιστικότητα του να είναι “ο πρόεδρος της λύσης” σε συνάρτηση με τις καλές του σχέσεις με τον Ταλάτ. Αυτό γοήτευσε όσους επιθυμούν λύση πάση θυσία και συμπαρατάχθηκαν μαζί του, παρά το ότι ακόμη και στο τελευταίο debate κατηγόρησε τον Κασουλίδη για το “ναι¨ στο δημοψήφισμα. Από την άλλη, ο Δημήτρης Χριστόφιας οφείλει την εκλογή του αποκλειστικά και μόνο σε ένα άνθρωπο, τον Τάσσο Παπαδόπουλο. Εξαιτίας του τέως προέδρου είχε την στήριξη του ΔΗΚΟ.

Από την επομένη της εκλογής Χριστόφια ξεκίνησε να ψιθυρίζεται η θεωρία με τις δύο βάρκες. Ότι δηλαδή η τακτική του να προσπαθεί να τα έχει καλά και με τις δύο τάσεις του Κυπριακού είναι αδιέξοδη, εφόσον κάποια στιγμή θα αναγκαστεί να τοποθετηθεί, εγκαταλείποντας την μία από τις δύο.

Ο ΔΗΣΥ, μέσα από την μεγάλη και ενίοτε τυφλή επιθυμία του Νίκου Αναστασιάδη για εξεύρεση λύσης, αλλά και το ΔΗΚΟ, μέσα από το βόλεμα του Μάριου Κάρογιαν στην προεδρία της βουλής, κατέβασαν τα ρολά σε κάθε κριτική, για οποιοδήποτε θέμα. Άφησαν στον Δημήτρη Χριστόφια ένα πρωτοφανές και οξύμωρο για την δημοκρατία περιθώριο, να δημιουργήσει δικό του πλαίσιο κινήσεων στο Κυπριακό, ευελπιστώντας ότι θα βρίσκεται πιο κοντά στο τι οι ίδιοι θέλουν.

 


ακόμη και αν ο Πρόεδρος ξέρει τι θέλει να πετύχει, ούτε οι ηγεσίες ούτε και εμείς το ξέρουμε 


Οι προσδοκίες και των δύο τάσεων σιγά σιγά διαψεύδονται. Ο πρόεδρος δεν κατάφερε να εκφράσει κανένα. Όχι επειδή δημιούργησε την δική του σχολή (όπως θα έπρεπε), αλλά επειδή επιχειρεί απεγνωσμένα και ανεπιτυχώς να ακροβατίσει μεταξύ ζητουμένων που οι δύο πλευρές του επιβάλλουν. Έτσι σήμερα, μαζί με την ελπίδα πολλών ότι ο Χριστόφιας είναι αποφασισμένος να προχωρήσει σε λύση ανεξαρτήτως πολιτικού και κομματικού κόστους, αλλά και το άλλοθι των ηγεσιών του ΔΗΚΟ και της ΕΔΕΚ ότι θα συμμετέχουν και θα επηρεάζουν τον πρόεδρο, καταρρέει και η αφελής θεωρία της “συντροφικότητας” με τον Ταλάτ, αφήνοντας ολόκληρο το σύστημα μετέωρο και πληγωμένο.

Η ανυπαρξία κριτικής άρχισε τις τελευταίες βδομάδες να μετατρέπεται σε πίεση. Ισχυρή πίεση που φέρνει το Δημήτρη Χριστόφια να μεταπηδά από την άνεση των δύο βαρκών, στην μέγκενη του εσωτερικού μετώπου. Ο Μάριος Κάρογιαν έριξε την απειλή της αποχώρησης από τις συνομιλίες και ο Νίκος Αναστασιάδης χαρακτήρισε ανεδαφική την εμμονή στην άρση των εγγυήσεων. 

Και οι δύο προσεγγίσεις προκαλούν αδυναμίες στη διαπραγματευτική θέση της πλευράς μας. Αν οι συνομιλίες προχωρήσουν, τότε το χαρτί των εγγυήσεων θα προσφέρεται τουλάχιστον για ανταλλαγή. Αν οι συνομιλίες τελματώσουν, η αρνητική στάση της συμπολίτευσης δεν βοηθά την απόδοση ευθυνών στην Τουρκική πλευρά. Δεδομένα όμως που δεν εμπόδισαν κανένα να γυρίσει τον μοχλό της πίεσης, πάνω σε ένα πρόεδρο που όχι μόνο δεν δείχνει να την αντέχει, αλλά παρουσιάζεται να αφήνει το περιθώριο σε άλλους να προσπαθούν να τον ποδηγετήσουν, παρά να του αντιπαρατίθενται. 

Αμφότερες οι πλευρές, κατηγορούν τον Δημήτρη Χριστόφια για έλλειψη ηγετικότητας στο Κυπριακό. Σε αυτό – με βάση τα σημερινά δεδομένα – έχουν δίκιο. Γιατί, ακόμη και αν ο πρόεδρος ξέρει τι θέλει να πετύχει, ούτε οι ηγεσίες ούτε και εμείς το ξέρουμε για να το υποστηρίξουμε και να το ενστερνιστούμε. Και όσο δεν το ξέρουμε, τόσο θα σφίγγει η μέγκενη γύρω του. Φέρνοντας την πλευρά μας ολοένα και πιο κοντά στο λάθος, που ούτε λύση του Κυπριακού θα επιφέρει, ούτε τις ευθύνες στην Τουρκική αδιαλλαξία θα καταφέρει να επιρρίψει.