nosileftis-e1422862336962Στις 3 Αυγούστου 1981 οι 13,000 από τους 17,500 ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας των ΗΠΑ (PATCO) έκαναν απεργία διεκδικώντας υψηλότερους μισθούς, λιγότερες ώρες εργασίας και καλύτερα συνταξιοδοτικά δικαιώματα. Την ίδια μέρα σε συνέντευξη στον λευκό οίκο ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ronald Reagan προειδοποίησε ότι, αν δεν επανέλθουν στην εργασία τους εντός 48 ωρών, θα απολυθούν.

Οι διεκδικήσεις των ελεγκτών είχαν κόστος $770 εκ. Η κυβέρνηση έκανε αντιπρόταση που είχε κόστος $40 εκ, η οποία όμως απορρίφθηκε. Οι ανησυχίες για εκτεταμένη διακοπή των λειτουργιών των ΗΠΑ και ανυπολόγιστες οικονομικές ζημιές από μια μακροχρόνια απεργία ήταν πολύ σοβαρές.

Οι ομοσπονδιακές αρχές ωστόσο προετοιμάστηκαν με ένα άψογο εναλλακτικό σχέδιο. Το FAA περιόρισε τις πτήσεις σε ώρες αιχμής, επιστράτευσε ότι προσωπικό είχε και ενέπλεξε τον στρατό. Η σχολή εναέριας κυκλοφορίας που συνήθως είχε 1500 αποφοίτους, αύξησε τον αριθμό σε 5500. Η κοινή γνώμη είχε τοποθετηθεί σαφώς ενάντια στην απεργία.

Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση αποφάσισε να εφαρμοστούν οι νόμοι. Τα αρχηγικά στελέχη της PATCO μπήκαν φυλακή για καταχρηστική απεργία. Πάνω από 11,000 εργαζόμενοι απολύθηκαν αν και 1,200 άτομα γύρισαν στην δουλειά τους εντός μιας εβδομάδας.


Στα νοσοκομεία θα κριθεί αν η Κύπρος θα πάει μπροστά ή πίσω μετά το μνημόνιο.


Η κυβέρνηση είχε κερδίσει τις εντυπώσεις με τους ψηφοφόρους. Ο Ρόναλντ Ρήγκαν, με αυτή του την απόφαση, έμεινε στην ιστορία ως ο άνθρωπος που αντιστάθηκε στα οργανωμένα συμφέροντα και με πυγμή στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων. Δούλεψε για το εθνικό συμφέρον και όχι για το περιστασιακό εκλογικό όφελος. Μέχρι σήμερα οι Αμερικανοί πίνουν νερό στο όνομά του.

Στην Κύπρο αυτές τις μέρες η πιο μεγάλη συνδικαλιστική ομάδα, αυτή των νοσηλευτών, αποφάσισε να κλείσει τα νοσοκομεία, στο παρά ένα ακριβώς της εξόδου της χώρας από το μνημόνιο.

Την ώρα μάλιστα που το ένα από τα δύο κυρίαρχα αιτήματά της, αυτό της κατάργησης των δεκαπενθήμερων συμβολαίων για τους εκτάκτους νοσηλευτές, έχει ικανοποιηθεί και θα τεθεί σε εφαρμογή στο τέλος του τρέχοντος μηνός. Την ώρα ακόμα που 60,000 συμπολιτών μας είναι άνεργοι, οι νοσηλευτές θέλουν να ικανοποιηθεί το αίτημά τους για αναβάθμιση μισθολογικής κλίμακας λόγω εξομοίωσης των πτυχίων τους, γεγονός που θα κοστίσει στο κράτος 28 εκ. ευρώ, με βάση τις πλέον συντηρητικές προβλέψεις.

Να ξεκαθαρίσουμε κάτι: Οι νοσηλευτές επιτελούν ένα τρομερό κοινωνικό λειτούργημα σε δύσκολες συνθήκες. Δικαιούνται και να αισθάνονται μεγαλύτερη ασφάλεια στην εργασία τους και να εργάζονται σε καλύτερα νοσηλευτήρια και να τυγχάνουν του σεβασμού.

Αυτό που δεν δικαιούνται όμως είναι αυτή ακριβώς τη στιγμή που τόσοι συμπολίτες μας ακόμη υποφέρουν, να διεκδικούν με αυτό τον τρόπο αυτά τα αιτήματα. Στη βάση κιόλας μιας διαβεβαίωσης που τους είχε δώσει η απλόχερη στον λαϊκισμό κυβέρνηση Χριστόφια, την οποία όμως ουδέποτε εκπλήρωσε.

Είναι όνειδος και τεράστια περιφρόνηση στην κοινωνία και τις θυσίες της αυτό που γίνεται. Προτεραιότητα αυτή τη στιγμή δεν μπορεί να είναι άλλη από το να δημιουργηθούν επιχειρήσεις και δουλειές για αυτούς που δεν έχουν. Όχι να βελτιωθούν οι συνθήκες εργοδότησης αυτών που έχουν. Στον τομέα της υγείας χρειάζονται ριζικές τομές. Με επίκεντρο τον ασθενή και την αναβάθμιση και αυτονόμηση των νοσηλευτηρίων. Αναμφίβολα δε, αν εκπληρωθεί τώρα το αίτημα των νοσηλευτών, τότε θα έχουμε να αντιμετωπίσουμε ένα ντόμινο αντίστοιχων αιτημάτων από σειρά άλλων συντεχνιακών συμφερόντων.

Η κυβέρνηση και το υπουργείο έχουν πράγματι προετοιμαστεί να αντιμετωπίσουν την κατάσταση διοχετεύοντας ασθενείς στον ιδιωτικό τομέα. Ίσως όμως αυτό να μην είναι πλέον αρκετό, μετά από μιας βδομάδας απεργία. Υπάρχουν ήδη περιστατικά άρνησης νοσηλευτών να αναλάβουν καθήκοντα ακόμη και προσωπικού ασφαλείας, όπως στις πρώτες βοήθειες. Πρόκειται για ποινικά αδικήματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν ως τέτοια. Επίσης δεν διανοούμαι πως αυτή η κυβέρνηση μπορεί να μονιμοποιήσει κάποιον έκτακτο νοσηλευτή που κάνει απεργία, την ώρα ακριβώς που θα μονιμοποιηθεί.

Στα νοσοκομεία δίνεται αυτές τις μέρες η μητέρα των μαχών της επόμενης ημέρας της Κύπρου. Στην κυβέρνηση και τον πρόεδρο εναπόκειται να σεβαστεί την κοινωνία και τις θυσίες της επιμένοντας στον δρόμο της μεταρρύθμισης που θα πάει τον τόπο μπροστά. Και να μην πάμε πίσω στα παλιά και να γίνουμε και εμείς όμηροι των βασιλείων και των συμφερόντων.

Στο βίντεο ο Ρόναλντ Ρήγκαν στην ιστορική του παρέμβαση:

SizopoulosΗ πολιτική αξιοπιστία στον τόπο μας διανύει την χειρότερή της περίοδο. Αυτό το νοιώθουμε όλοι στην καθημερινότητά μας και το καταγράφουν επιστημονικά σειρά δημοσκοπήσεων. Αυτό, το βλέπουμε ακόμη στα κοινωνικά δίκτυα όπου «εξαγριωμένοι» πολίτες, μη έχοντας άλλο τρόπο να εκφράσουν την αγανάκτησή τους, δεν χάνουν ευκαιρία από το να επιτίθενται και κάποιες φορές να βρίζουν τυφλά πολιτικές αναρτήσεις, ακόμη και αν είναι άσχετες με αυτό που θέλουν να εκφράσουν.

Αυτή τη στιγμή, προτεραιότητα του οποιουδήποτε πολιτικού αγαπά πραγματικά τον τόπο του θα έπρεπε να είναι να σπάσει το διαζύγιο μεταξύ πολιτικών και πολιτών. Δεν μπορεί κανένας τόπος να λειτουργήσει χωρίς ηγεσία και – ακόμη πιο κρίσιμο – δεν μπορεί κανείς τόπος να πάει μπροστά με μία εντελώς απαξιωμένη ηγεσία.

Η Κύπρος πέρασε πολύ δύσκολα τα τελευταία χρόνια. Λανθασμένες επιλογές, η έγνοια για να μείνουν ανέγγιχτα τα «κεκτημένα», ολιγωρίες και ιδεολογικές αγκυλώσεις μας άφησαν πίσω. Η νοοτροπία της «αρπακτής» που επικράτησε από το κράτος, τις τράπεζες και ένα σωρό άλλους, μας οδήγησαν στο φάσμα της χρεοκοπίας.

Δικαίως, οι πολίτες ανέμεναν από την πολιτική ηγεσία να αναλάβει το βάρος της ευθύνης στους ώμους της. Κάθε Κύπριος έχει υποστεί τεράστιες θυσίες στην προσπάθεια η Κύπρος να σταθεί όρθια. Τεράστιο βάρος έχει αναλάβει η ίδια η κυβέρνηση και είναι και αυτή όρθια. Κανείς δεν μπορεί ακόμη να ακυρώσει το ότι από την απερχόμενη βουλή έχουν περάσει – έστω και με παλινωδίες – όλα τα μνημονιακά νομοσχέδια.


Ο Μαρίνος Σιζόπουλος επιχείρησε την θανάσιμη βολή στην Εθνική συνεννόηση και την πολιτική την ίδια


Το πρόβλημα όμως είναι εκεί και παραμένει μεγάλο. Ο κόσμος δεν αισθάνεται εμπιστοσύνη και αξιοπιστία απέναντι στους πολιτικούς. Και, δυστυχώς, υπάρχουν πολιτικοί που κάνουν ότι μπορούν για να εδραιωθεί η ανασφάλεια και η αίσθηση ότι το πολιτικό σύστημα είναι παντελώς ανεπαρκές να χειριστεί τις τύχες της χώρας. Υπάρχουν τέτοιοι και από τον δικό μου πολιτικό χώρο, να είμαστε ξεκάθαροι μεταξύ μας.

Η ενέργεια ωστόσο του προέδρου της ΕΔΕΚ Μαρίνου Σιζόπουλου να αναγνώσει δημοσίως απόρρητα πρακτικά του Εθνικού Συμβουλίου έχει ξεπεράσει κάθε εσκαμμένο. Δεν είναι το περιεχόμενο, ούτε και η επιλεκτική αναφορά σε παραμέτρους του Κυπριακού. Είναι η ίδια η πράξη. Είναι η επιχείρηση να «δολοφονηθεί» κάθε δυνατότητα εθνικής συνεννόησης. Είναι ο ενταφιασμός κάθε ελπίδας των πολιτών ότι – έστω σε κορυφαία εθνικά ζητήματα – θα μπορούσε να υπάρχει ενός είδους ελεύθερης επικοινωνίας και ανταλλαγής απόψεων των πολιτικών του αρχηγών.

Ο κύκλος της λειτουργίας του Εθνικού Συμβουλίου όπως τον ξέραμε, πανηγυρικά έχει κλείσει. Κανένας πολιτικός αρχηγός δεν θα μπορεί να τοποθετηθεί πλέον χωρίς να επικρέμαται από πάνω του η δαμόκλειος σπάθη της έκθεσης από κάποιον άλλο σύμβουλο. Ο ίδιος ο πρόεδρος της δημοκρατίας, ασφαλώς και δεν θα αισθάνεται καμία εμπιστοσύνη να ενημερώσει την πολιτική ηγεσία στην ολότητά της για τις εξελίξεις.
Το εθνικό συμβούλιο, και επισήμως πια, δεν αποτελεί συμβουλευτικό σώμα στον πρόεδρο, σκοπό για τον οποίο είχε δημιουργηθεί. Ξέπεσε στο επίπεδο του οχήματος μικροπολιτικών σκοπιμοτήτων και πολιτικών παιγνίων, όπου απεγνωσμένοι πολιτικοί αρχηγοί δεν μπορούν να τηρήσουν ούτε καν τα προσχήματα και μετατρέπουν εαυτούς σε καουμπόηδες της ανευθυνότητας. Αυτό ακριβώς κατέστη και ο πρόεδρος της ΕΔΕΚ, θέτοντας ουσιαστικά τόσο τον εαυτό του όσο και το ιστορικό του κόμμα εκτός κάθε δυνατότητας σοβαρής επικοινωνίας.

Οι πολίτες αυτού του τόπου έχουν δει τους πολιτικούς τους να καταψηφίζουν το πρώτο κούρεμα επειδή – αν είναι δυνατόν – ανέμεναν από το «ξανθό γένος» ότι θα ερχόταν να μας σώσει επιτιθέμενο στην Ευρώπη. Οι ίδιοι πολίτες, έχουν δει αυτό το πολιτικό σύστημα να είναι έτοιμο να δώσει γη και ύδωρ στον κ. Βγενόπουλο υπό την απειλή ότι θα έφευγε την έδρα της Λαϊκής από την Κύπρο. Ευτυχώς είχαν απομείνει λίγοι σοβαροί που δεν το επέτρεψαν.

Σήμερα, βλέπουμε ένα πολιτικό αρχηγό να ανεβαίνει και να χορεύει ανέμελος πάνω στην «Αγία Τράπεζα» του εθνικού συμβουλίου. Χωρίς να αισθάνεται καμία ντροπή που στην προσπάθεια του να διασωθεί πολιτικά, επιχείρησε την θανάσιμη βολή στην Εθνική συνεννόηση και την πολιτική την ίδια.

Είναι αλήθεια, έχουμε πολιτικούς κατώτερους των περιστάσεων. Και ήρθε η ώρα να αποφασίσουμε: θα τους αλλάξουμε ή θα βολευτούμε με αυτούς;

business-news_01_temp-1364395211-515304cb-620x348

Η ολοκλήρωση των τριών χρόνων της κυβέρνησης Αναστασιάδη συμπίπτει και με την ολοκλήρωση του μνημονίου. Και ενώ το πρόγραμμα διάσωσης μιας χώρας αναντίλεκτα είναι μια διαδικασία που καμία κυβέρνηση στην οικουμένη δεν θα ήθελε να περάσει, εντούτοις η επιτυχία στην εφαρμογή του δημιουργεί το υπόβαθρο για μια πολύ καλύτερη επόμενη μέρα για την Κύπρο.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή:

Η Κύπρος είχε να αντιμετωπίσει μια κρίση εξίσου δημοσιονομική και τραπεζική. Δέκα εκατομμύρια χρειαζόντουσαν για το κράτος και άλλα τόσα για τις τράπεζες.

Δεν ήταν όμως μόνο αυτό.

Η χώρα μας, ποτέ δεν είχε εκσυγχρονιστεί αρκετά, για να μπορεί να ανταποκρίνεται στις σημερινές ανάγκες.

Υπήρξαν σοβαρά δομικά προβλήματα όπως η γραφειοκρατία, οι πελατειακές σχέσεις, η αδιαφάνεια, η ανυπαρξία αποτελεσματικών μηχανισμών λογοδοσίας και η έλλειψη σωστών δομών εποπτείας. Η οικονομία στηριζόταν σε 2-3 μόνο ευάλωτους τομείς, ενώ το κράτος που προτιμούσε να είναι επιχειρηματίας και ανταγωνιστής παρά ρυθμιστής.

Στις θεσμικές αυτές αδυναμίες ευθύνη έχουν όλα ανεξαίρετα τα πολιτικά κόμματα του τόπου. Σε αυτές ωστόσο ήρθε να προστεθεί η απροθυμία διαχείρισης της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, από την αριστερή κυβέρνηση του Δημήτρη Χριστόφια.

Βιώσαμε την άρνηση της πραγματικότητας, την ιδεοληπτική αντίληψη ότι τα κράτη δεν μπορούν να χρεωκοπήσουν και την αδιαφορία στις μεγάλες προκλήσεις της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας. Κυρίως, ζήσαμε την προσπάθεια να κρυφτούν τα προβλήματα κάτω από το χαλί και να σκάσει η βόμβα στους επόμενους.

Η Κύπρος ολιγώρησε να ανεβεί στο τραίνο της διάσωσης της Ισπανίας και της Πορτογαλίας, με αποτέλεσμα όταν ήρθε η ώρα των συντριπτικών αποφάσεων να είναι τελείως μόνη και να πληρώσει όχι μόνο τις δικές της αδυναμίες, αλλά και τις αδυναμίες της Ευρώπης της ίδιας.

Για το κούρεμα των καταθέσεων, το πώς έγινε, το ολέθριο λάθος της Βουλής να απορρίψει την πρώτη πρόταση αναμένοντας από μηχανής Θεούς για να μας σώσουν, μπορεί να γίνεται συζήτηση για χρόνια.

Αυτό που έχει σημασία όμως, είναι ότι η κυβέρνηση Αναστασιάδη ανέλαβε το βάρος της ευθύνης στους ώμους της και έχοντας ισχυρή συμπαράσταση από ένα ώριμο λαό, έσκυψε το κεφάλι κάτω και κατάφερε να σταθεί τόσο η ίδια, όσο και η χώρα όρθια.


Τώρα να διαψεύσουμε αυτούς που ανησυχούν αν θα τα καταφέρουμε τώρα που θα φύγουν οι ξένοι.


Σήμερα είμαστε ασφαλώς μια καλύτερη χώρα από εκείνη που είμασταν το 2013. Επ’ ουδενί όμως δεν είμαστε μια χώρα χωρίς προβλήματα. Με πρώτα και κύρια την υψηλή ανεργία και τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Ένα, όμως, είναι να ευχόμαστε να βελτιωθούν αυτά τα θέματα ή να δακρύζουμε πάνω από τα συντρίμμια και άλλο να δουλεύουμε σκληρά για να βελτιωθούν.

Σε Κύπρο και Ελλάδα έχουμε δει δύο διαφορετικούς τρόπους προσέγγισης της κρίσης. Στην Ελλάδα, δυστυχώς, υπήρξε άρνηση της πραγματικότητας. Στην Κύπρο εφαρμόσαμε μία άλλη πολιτική προσέγγιση, που ήθελε τη ρηξικέλευθη διαχείριση της κρίσης.

Τώρα, από τη διαχείριση, πρέπει να πάμε στην πολιτική. Η σωτηρία της χώρας έχει επιτευχθεί. Οφείλουμε να περάσουμε στο στάδιο δημιουργίας μιας καλύτερης χώρας. Από τον Μάρτιο και μετά, υπάρχει μία νέα πρόκληση για την Κύπρο: να καταφέρει να διαχειριστεί με αξιοπρέπεια και εθνική κυριαρχία τα δικά της συμφέροντα, χωρίς την επιτήρηση των ξένων. Κυρίως, να διαψεύσει όλους αυτούς που φοβούνται. Και δεν φοβούνται πλέον αν θα έρθει η τρόικα και οι ξένοι, αλλά ανησυχούν για το τι θα γίνει τώρα που θα φύγουν.

Προτεραιότητά μας τώρα είναι να δημιουργήσουμε εκείνες τις συνθήκες δημιουργίας νέων δουλειών, νέων επιχειρήσεων δραστηριοποίησης των παλιών, και απασχόλησης των ανέργων. Να αυξηθεί το εισόδημα πολιτών και επιχειρήσεων. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος να λυθούν τα προβλήματα. Μπορεί να ακούγομαι σκληρός, αλλά αυτή είναι η αλήθεια. Ο άλλος τρόπος εφαρμόστηκε στην Ελλάδα και βλέπουμε τα αποτελέσματα.

Στην αλυσίδα της επανεκκίνησης είμαστε λίγο μετά το μέσο. Η Κύπρος έχει ανακτήσει την αξιοπιστία και την εμπιστοσύνη. Η οικονομία και το τραπεζικό σύστημα έχουν σταθεροποιηθεί και αναβαθμιστεί. Ξένες επενδύσεις άρχισαν να διαφαίνονται με κυριότερες αυτές στο λιμάνι της Λεμεσού και το καζίνο. Κορυφαίες μεταρρυθμίσεις άρχισαν να γίνονται με κυρίαρχες το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα, την μείωση της θητείας, την μεταρρύθμιση της δημόσιας υπηρεσίας που βρίσκεται στη βουλή και την ηλεκτρονική διακυβέρνηση που προωθείται. Αυτά όλα είναι προϋποθέσεις και το υπόβαθρο για να νοιώσει και ο τελευταίος πολίτης την αλλαγή. Το πρόβλημα βέβαια είναι ότι δεν την αισθάνεται ακόμη.

Η κυρίαρχη πρόκληση σήμερα είναι αυτή η πορεία να συνεχίσει και να ενταθεί. Να τολμήσουμε περισσότερο στην αλλαγή και την μεταρρύθμιση. Να στηρίξουμε την μεσαία τάξη που έχει υποστεί την μεγαλύτερη πίεση από την κρίση. Να δώσουμε την ευκαιρία στους νέους να δημιουργήσουν. Να αξιοποιήσουμε τις διεθνείς συμμαχίες που κτίζουμε για να έχουν αντίκτυπο επί του κυπριακού εδάφους και του πληθυσμού. Να επενδύσουμε σε νέους τομείς της οικονομίας που θα την καθιστούν λιγότερο ευάλωτη σε κρίσεις και αστοχίες. Και να γίνουμε πιο φιλικοί σε ξένες επενδύσεις που θα διαθέτουν φυσική παρουσία εντός της Κύπρου. Όχι μόνο σε υπεράκτιες πινακίδες. Έτσι είναι που θα δημιουργηθούν δουλειές και γρήγορα, έτσι είναι που θα αυξηθούν τα εισοδήματα και θα μπορούν να εξυπηρετούνται τα δάνεια.

Στο κομβικό σημείο που βρισκόμαστε σήμερα, το τελευταίο πράγμα που σηκώνει η Κύπρος είναι το πισωγύρισμα και οι λάθος προτεραιότητες. Είναι εύλογη η προσδοκία των οργανωμένων συμφερόντων να ανακτήσουν τα όσα έχασαν. Δεν μπορεί όμως να είναι η προτεραιότητα. Η προτεραιότητα οφείλει να είναι οι 60,000 άνεργοι. Αλλά και η καλύτερη Κύπρος που χρειάζεται αυτή η κυβέρνηση να παρουσιάσει στο τέλος της θητείας της.

20160221_ALL copy

Το Κυπριακό είναι θέμα ουσίας κι όχι ημερομηνίας.

Δεν φοβάμαι τα συμφέροντα. Θέλω να εκφράσω την ισχυρή σιωπηλή πλειοψηφία του λαού που νιώθει ότι δεν εκπροσωπείται

Η πολιτική οφείλει να δημιουργεί ένα καλύτερο αύριο για τον τόπο και μια καλύτερη ζωή για τον κάθε άνθρωπο.

Θέλω να σπάσω το «διαζύγιο» μεταξύ βουλής και πολιτών.

Συνέντευξη στην εφημερίδα «Η Καθημερινή»
Της Μαρίνας Οικονομίδου

Την πεποίθηση πως ο ΔΗΣΥ θα καταγράψει το μεγαλύτερο ποσοστό που κατέγραψε ποτέ σε εκλογές εξέφρασε σε συνέντευξή του στην «Κ» ο εκτελεστικός διευθυντής του Ινστιτούτου Γλαύκος Κληρίδης και υποψήφιος βουλευτής Μιχάλης Σοφοκλέους. Ξεκαθαρίζει την κεντροδεξιά ταυτότητα του κόμματος, επισημαίνοντας ότι έχει καταφέρει να απενεχοποιήσει με τη στάση του, κατά την περίοδο της κρίσης, την κεντροδεξιά τόσο στην Κύπρο όσο και στην Ελλάδα. Το Κυπριακό είναι θέμα ουσίας και όχι ημερομηνίας επισημαίνει παράλληλα, επικρίνοντας την ύπαρξη χρονοδιαγραμμάτων στο Κυπριακό και υπογραμμίζει πως υπάρχει μία ισχυρή σιωπηλή πλειοψηφία που στο Κυπριακό δεν είναι προκαταβολικά ταγμένη είτε υπέρ της αποδοχής είτε της απόρριψης του οποιουδήποτε σχεδίου.

–Το τελευταίο διάστημα βλέπουμε να υπάρχει ζήτημα χρονοδιαγράμματος στο Κυπριακό. Χρονοδιαγράμματα που μετατίθενται, δίδοντας την εντύπωση στον πολίτη ότι κάτι δεν πάει καλά στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
–Εκ των πραγμάτων, είναι λάθος να υπάρχουν χρονοδιαγράμματα στη λύση του Κυπριακού. Μπορεί να έχουν αναφερθεί ημερομηνίες λόγω της ευγενούς προσδοκίας ξένων παραγόντων να λυθεί το Κυπριακό όσο το δυνατό πιο γρήγορα, αλλά ακριβώς επειδή οι ημερομηνίες καταρρίπτονται από την πραγματικότητα, δημιουργούν αυτή την αρνητική εντύπωση. Το Κυπριακό είναι θέμα ουσίας και όχι ημερομηνίας. Και το κλίμα στο Κυπριακό διαμορφώνεται ανάλογα με την πορεία των διαπραγματεύσεων και όχι με ευχές. Σήμερα, υπάρχει έδαφος να συζητήσουμε ουσιαστικά για μία λύση του Κυπριακού και αυτή την πραγματικότητα ούτε να την εκβιάσουμε μπορούμε, αλλά ούτε να την αφήσουμε στο διηνεκές. Το μόνο που πιέζει χρονικά είναι η διεθνής συγκυρία που κάνει τη λύση του Κυπριακού επιτακτική, με τρόπο που όλοι μπορούν να είναι κερδισμένοι και πρώτα από όλα εμείς. Σίγουρα αυτή η συγκυρία δεν θα υπάρχει για πάντα, αλλά ούτε σωστό είναι να βάζουμε τον χρονικό πήχη από μόνοι μας τόσο ψηλά. Το κυρίαρχο ζητούμενο είναι να φτάσουμε στο σημείο εκείνο που θα αναγκαστεί η Τουρκία να τοποθετηθεί επί της ουσίας, στέλνοντας ταυτόχρονα το μήνυμα πως η λύση του Κυπριακού θα είναι προς όφελος και της ίδιας της Τουρκίας. Η Τουρκία παθαίνει πολύ μεγαλύτερη ζημιά από τη μη λύση του Κυπριακού και τη διαιώνιση της σημερινής κατάστασης.

-Υπάρχει το παράδοξο να βλέπουμε τη στήριξη του ΑΚΕΛ προς την κυβέρνηση στο κυπριακό και τη στήριξη του ΔΗΚΟ στην οικονομία. Λειτουργεί υπέρ σας ή συγχύζει τη βάση σας;
-Στην Κύπρο έχουμε μάθει να δαιμονοποιούμε εικόνες και να παραγνωρίζουμε ουσίες. Η σύγκλιση απόψεων με το ΑΚΕΛ στο κυπριακό και με το ΔΗΚΟ- κυρίως στην οικονομία- είναι ωφέλιμο για τον τόπο. Δεν είναι προϊόν κομματικών παζαριών ή κάποιας μυστικής συμφωνίας με στόχο να αποκτήσουν οφέλη τα κόμματα. Είναι προϊόν γνήσιας επιθυμίας. Να βρούμε αφενός ένα σωστό έντιμο συμβιβασμό στο κυπριακό ζήτημα και αφετέρου να σταθεροποιηθεί η χώρα και να κτιστεί σε γερά θεμέλια η κυπριακή οικονομία. Δεν συμφωνούμε σε όλα ούτε με το ΑΚΕΛ στο κυπριακό ούτε με το ΔΗΚΟ στην οικονομία. Με το ΑΚΕΛ για παράδειγμα, έχουμε ουσιώδεις διαφορές ως προς το πώς αντιμετωπίζουμε τις δύο κοινότητες. Εμείς θέλουμε να κτίσουμε αλληλοσεβασμό μεταξύ των δύο κοινοτήτων αυτή είναι μια ουσιαστική διαφορά. Με το ΔΗΚΟ έχουμε διαφορές στην οικονομία ειδικά με το ζήτημα των συντεχνιακών συμφερόντων και άλλων. Εμείς βλέπουμε την πιο ευρεία εικόνα του τρόπου που προστατεύεται το συμφέρον του Κύπριου πολίτη παρά την πολιτική που θέλει να προστατεύσει κεκτημένα που έχουν δημιουργηθεί όλα αυτά τα χρόνια. Όμως αυτές οι συγκλίσεις είναι υγεία. Ζητούμε από την μια τη συναίνεση όλων αυτών των δυνάμεων από την άλλη δε μπορούμε να δαιμονοποιούμε υγιείς συναινέσεις που υπάρχουν γι αυτούς τους μεγάλους στόχους. Πρέπει να αποφασίσουμε τι θέλουμε και τι είμαστε διατεθειμένοι να ανεχτούμε. Αντιλαμβάνομαι ότι στη βάση του ΔΗΣΥ καμιά φορά υπάρχουν μουρμούρες γι αυτές τις συγκλίσεις που ερμηνεύονται πολλές φορές με μια κουτσομπολίστικη διάθεση όμως με αυτό τον τρόπο χάνουμε την ουσία, και η ουσία είναι να είσαι πρώτα ωφέλιμος για τον τόπο σου και μετά ωφέλιμος για την παράταξή σου.

–Υπάρχει το αφήγημα, από πλευράς σας, ότι πάμε καλά στην οικονομία. Ωστόσο, υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός ανέργων, νέων που μεταναστεύουν και ένα επικίνδυνα μεγάλο ποσοστό μη εξυπηρετούμενων δανείων.
–Όλα αυτά ισχύουν. Τα προβλήματα είναι εκεί και δεν ευχαριστούν κανέναν. Ένα, όμως, είναι να ευχόμαστε να βελτιωθούν αυτά τα θέματα ή να δακρύζουμε πάνω από τα συντρίμμια και άλλο να δουλεύουμε σκληρά για να βελτιωθούν. Σε Κύπρο και Ελλάδα έχουμε δει δύο διαφορετικούς τρόπους προσέγγισης της κρίσης. Στην Ελλάδα, δυστυχώς, υπήρξε άρνηση της πραγματικότητας. Στην Κύπρο εφαρμόσαμε μία άλλη πολιτική προσέγγιση, που ήθελε τη ρηξικέλευθη διαχείριση της κρίσης. Μία διαδικασία με θυσίες, που τελειώνει σήμερα μετά από τρία χρόνια μνημονίου. Τώρα, από τη διαχείριση, πρέπει να πάμε στην πολιτική. Από τον Μάρτιο και μετά, υπάρχει μία νέα πρόκληση για την Κύπρο: να καταφέρει να διαχειριστεί με αξιοπρέπεια και εθνική κυριαρχία τα δικά της συμφέροντα, χωρίς την επιτήρηση των ξένων. Προτεραιότητά μας τώρα είναι να δημιουργήσουμε εκείνες τις συνθήκες δημιουργίας νέων δουλειών, νέων επιχειρήσεων δραστηριοποίησης των παλιών, και απασχόλησης των ανέργων. Να αυξηθεί το εισόδημα πολιτών και επιχειρήσεων. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος να λυθούν τα προβλήματα. Μπορεί να ακούγομαι σκληρός, αλλά αυτή είναι η αλήθεια. Ο άλλος τρόπος εφαρμόστηκε στην Ελλάδα και βλέπουμε τα αποτελέσματα.

–Ο ΔΗΣΥ το τελευταίο διάστημα παρουσιάζει πολλά πρόσωπα. Τελικά τι πρεσβεύει;
–Ο ΔΗΣΥ είναι ένα κεντροδεξιό κόμμα που οφείλει να φιλοξενεί τάσεις και απόψεις που δεν συγκλίνουν σε όλα τα ζητήματα αλλά σε μεγάλους στόχους. Ο ΔΗΣΥ φεύγει από την περίοδο που είχε ενοχοποιηθεί η πιο φιλελεύθερη, κεντροδεξιά προσέγγιση των πραγμάτων και έχει καταφέρει να απενεχοποιήσει τη Δεξιά και την Κεντροδεξιά και στην Κύπρο και στην Ελλάδα. Και το έχουμε καταφέρει με την υπευθυνότητα με την οποία διαχειριστήκαμε την κρίση. Ο κόσμος έχει προβλήματα ακόμα, αλλά τα προβλήματά του αυτή την τριετία δεν έχουν επιδεινωθεί, μειώνονται. Ας μην είμαστε άδικοι, ο ΔΗΣΥ αντιμετώπισε τις προκλήσεις του μνημονίου ενωμένος. Κανένας βουλευτής δεν έχει δημιουργήσει σοβαρά ζητήματα στη μη ψήφιση των μνημονιακών νομοσχεδίων όσα κακά κι αν έχουν γίνει και ειδικά στην κοινοβουλευτική ομάδα.

-Βεβαίως η κρίση ανέδειξε ότι ο ΔΗΣΥ είναι ένα κόμμα που ανήκει στο κατεστημένο. Για ποιο λόγο ένας πολίτης να ψηφίσει σήμερα τον ΔΗΣΥ;
-Ο ΔΗΣΥ δεν είναι σημερινός και ασφαλώς δεν είναι στην κατάσταση των δεκαετιών του ‘70 και ‘80 που ήταν στην αντιπολίτευση. Eίναι μέρος του πολιτικού συστήματος της Κύπρου, έχει κυβερνήσει πέραν της μίας φοράς και δεν είναι καθόλου άμοιρος ευθυνών. Από την άλλη όμως θα πρέπει να δούμε τι τομές έχει φέρει στη χώρα. Έχει καταφέρει να εντάξει την Κύπρο στην Ε.Ε, έχει καταφέρει να είναι το κυπριακό σε μία πορεία που μπορεί να φτάσει σε έντιμο συμβιβασμό, έχει καταφέρει να έχει η Κύπρος αξιοπιστία όση δεν είχε ποτέ στο παρελθόν. Και στις δύο περιπτώσεις που έχει κυβερνήσει, με τα κακά κάθε διακυβέρνησης. Το θέμα δεν είναι να δαιμονοποιούμε τα όσα έχουν γίνει μέχρι σήμερα, αλλά να μπορούμε να αξιολογήσουμε τι πρέπει να γίνει από δω και μπρος. Και με τα κακά του, είναι ο ΔΗΣΥ που έχει φέρει την πρόοδο σ αυτό τον τόπο και σε πολιτικό και σε εθνικό και σε οικονομικό αλλά και σε κοινωνικό επίπεδο. Κατηγορούμαστε για παράδειγμα για συντηρητισμό. Είναι ο ΔΗΣΥ, ως κυβέρνηση, που έχει περάσει τον πολιτικό γάμο και το σύμφωνο συμβίωσης. Αριστερές κυβερνήσεις δεν έχουν καταφέρει να το κάνουν. Οι πολιτικές δυνάμεις -που μας κατηγορούν είτε για αποχές είτε για ψήφους ενάντια στην κοινωνική πρόοδο- όταν ήταν στην κυβέρνηση δεν τόλμησαν καν να φέρουν τέτοια νομοσχέδια στη βουλή.

–Η υφιστάμενη Βουλή γενικά παρουσίασε σε κρίσιμα ζητήματα μια εικόνα ελαφρότητας με αποτέλεσμα την απαξίωση των πολιτών. Τι φιλοδοξείτε να αλλάξετε με την είσοδό σας στη Βουλή;
–Ζούμε μία πολύ αντιφατική κατάσταση σήμερα. Είμαστε στην πιο πολιτική περίοδο που έχουμε ζήσει ποτέ. Δεν υπάρχει παρέα οποιασδήποτε ηλικίας που να μη συζητεί οικονομικά, πολιτικά ή άλλα θέματα που αφορούν στο κράτος. Και όμως, την ίδια ώρα βιώνουμε τη μεγαλύτερη απαξίωση απέναντι στο πολιτικό σύστημα. Αυτό το διαζύγιο μεταξύ Βουλής και κοινωνίας πρέπει να σπάσει. Έχουμε δει με τον χειρότερο τρόπο το τι κακό μπορούμε να πάθουμε από κακές πολιτικές επιλογές. Αυτή τη στιγμή χρειάζεται μία βελούδινη πολιτική επανάσταση. Επανάσταση ουσίας και όχι λαϊκισμού. Να χτίσουμε την πολιτική αξιοπιστία από την αρχή. Είναι γεγονός πως η προηγούμενη βουλή είχε και έχει αστοχίες, με κυρίαρχες το πώς διαχειρίστηκε το πρώτο «κούρεμα» και τη Λαϊκή Τράπεζα προηγουμένως. Αυτά όμως λύνονται μόνο με έναν τρόπο: με μία ουσιαστική αναβάθμιση και ανανέωση νοοτροπιών και εκπροσώπων. Το να κατηγορούμε από τον καναπέ μας το πολιτικό σύστημα, το μόνο που προσφέρει είναι τη διαιώνισή του.

–Προσωπικά έχετε εκφράσει πολλές φορές την ανάγκη μεταρρυθμίσεων και μία άλλη οπτική γωνία στο Κυπριακό. Δεν φοβάστε ότι αυτά μπορεί να προκαλέσουν την αντίδραση του κόσμου και των οργανωμένων συνόλων;
–Καθόλου δεν φοβάμαι, γιατί εκτός από αυτούς που φωνάζουν, υπάρχει μία ισχυρή σιωπηλή πλειοψηφία που νιώθει ότι δεν εκπροσωπείται. Μία σιωπηλή πλειοψηφία που στο Κυπριακό δεν είναι προκαταβολικά ταγμένη είτε υπέρ της αποδοχής είτε της απόρριψης του οποιουδήποτε σχεδίου. Αντιλαμβάνεται τη σοβαρή προσπάθεια που γίνεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και αναμένει να κρίνει το αποτέλεσμα. Θέλω να πιστεύω ότι μπορώ να εκφράσω αυτούς τους ανθρώπους. Το ίδιο και στην οικονομία. Δεν είναι μόνο τα οργανωμένα συμφέροντα που προσπαθούν να εκβιάσουν κυβέρνηση και Βουλή με την επίκληση ψήφων. Είναι η σιωπηλή πλειοψηφία των ανθρώπων που εργάζονται καθημερινά για να παν οι ίδιοι καλύτερα. Και όταν παν οι ίδιοι καλύτερα, πάει και η χώρα καλύτερα. Αυτοί υπάρχουν και στον ιδιωτικό και στον δημόσιο τομέα, αλλά νιώθουν έντονα σήμερα ότι δεν εκφράζονται. Αν θέλει κάποιος να φέρει την ανανέωση στην πολιτική, το πρώτο που πρέπει να φροντίσει είναι να αντιπροσωπεύσει τη σιωπηλή πλειοψηφία αυτού λαού. Αυτή, που θέλει την πρόοδο και μία καλύτερη επόμενη μέρα για την Κύπρο, που αντιλαμβάνεται ότι αυτό δεν επιτυγχάνεται χωρίς να σπάσουν αυγά και που θέτει το εθνικό και δημόσιο συμφέρον πάνω από οποιοδήποτε συντεχνιακό ή κομματικό.

-Στο παρελθόν υπογραμμίζατε πως η πολιτική είναι αλλιώς. Τελικά είναι αλλιώς;
-Όχι μόνο πριν πέντε χρόνια, αλλά από πολύ προηγουμένως είχα και έχω την πεποίθηση ότι η πολιτική είναι αλλιώς. Δυστυχώς τα χρόνια που πέρασαν, η πολιτική που δεν ήταν αλλιώς έφερε τα αποτελέσματα που έφερε. Αν θέλετε, μπορώ να κάνω την αυτοκριτική ότι αυτά που έλεγα τότε ήταν πρόωρα για να γίνουν αποδεκτά από τον κόσμο. Νομίζω όμως ότι σε αυτά τα τελευταία πέντε χρόνια ακόμα κι εγώ έχω τρομοκρατηθεί από το πόσο έχουν επιβεβαιωθεί. Υπάρχουν δύο τρόποι που μπορείς να ασκείς πολιτική σε ευρύτερο πλαίσιο: είτε απευθύνεσαι στο προφανές που θέλει ο κόσμος να ακούσει εκείνη τη στιγμή, είτε απευθύνεσαι στο μέλλον του τόπου σου, έστω και αν τη στιγμή που το λες δεν είναι λαοφιλές. Η πολιτική είναι αλλιώς όταν με ουσιαστικές προτάσεις, αρχές και ιδέες θέλεις να πάει ο τόπος σου μπροστά, θέλεις να αντιμετωπίσεις τους οποιουσδήποτε τρομάζουν από την αλλαγή γνωρίζοντας ο ίδιος ότι αύριο θα ξημερώσει μια καλύτερη μέρα για τον τόπο και ο κάθε άνθρωπος θα μπορεί να ζει καλύτερα από πριν.

–Ποιες είναι οι εκτιμήσεις σας για τον τρόπο που θα κινηθεί ο ΔΗΣΥ τον Μάη;
–Σε αυτές τις βουλευτικές εκλογές υπάρχει ένα διπλό ισχυρό δίλημμα. Από τη μία θα πρέπει να αποφασίσουμε αν θα διακινδυνεύσουμε να ρίξουμε στον κάλαθο των αχρήστων όλα όσα έχουμε πετύχει μέχρι σήμερα, επειδή τα αποτελέσματα δεν πρόλαβαν να είναι επαρκώς αισθητά στον κάθε πολίτη. Από την άλλη, θα πρέπει να αποφασίσουμε κατά πόσο θα τρέξουμε να υπερασπιστούμε όλα αυτά που θεωρούσαμε στο παρελθόν κεκτημένα ή αν θα επιλέξουμε μία καλύτερη επόμενη μέρα για τον τόπο, μία μέρα ριζικών αλλαγών και μεταρρυθμίσεων. Και στα δύο διλήμματα, ο ΔΗΣΥ είναι ο μόνος που έχει ξεκάθαρη στάση. Είναι ευγενής φιλοδοξία για τον ΔΗΣΥ να αναμένει αυτές τις βαθιά πολιτικές και στρατηγικές επιλογές για τον τόπο, να επικυρωθούν στις βουλευτικές εκλογές. Προσωπικά πιστεύω ότι θα επιβεβαιωθούν και πως ο ΔΗΣΥ θα καταγράψει το μεγαλύτερο ποσοστό που έχει καταγράψει ποτέ σε βουλευτικές εκλογές.

apotinarxiΟμολογώ ότι δεν ήταν καθόλου αβίαστη αυτή η απόφαση. Θέλω να πιστεύω ότι ξέρω και τα καλά και τις αδυναμίες μου. Μπορεί να μην είμαι ο πιο… «κοινωνικός» άνθρωπος του κόσμου, το είδος του πολιτικού που θα τρέχει ακατάπαυστα τις εκδηλώσεις και τις κοινωνικές υποχρεώσεις. Έχω μάθει όμως να εργάζομαι σκληρά και να φέρνω αποτελέσματα. Κυρίως, έχω μάθει να μιλώ και να πράττω καθαρά, να παίρνω ξεκάθαρες θέσεις, να μην κρύβομαι, να λειτουργώ πάντα στο φως.

Αποφάσισα να είμαι υποψήφιος σε αυτές τις εκλογές, για τρεις βασικούς λόγους. Θέλοντας να αντιπροσωπεύσω συμπολίτες μου που σήμερα αισθάνονται ότι δεν εκπροσωπούνται επαρκώς. Αλλά και ανθρώπους της παράταξης μου που πιστεύουν στην κεντροδεξιά και τις αξίες της. Όλους όσους συμμερίζονται την άποψη ότι η πολιτική πρέπει να είναι, με πράξεις, ανοικτή στην κοινωνία, ανοικτή στην οικονομία, ανοικτή στην αλλαγή.

Ο πρώτος λόγος, είναι γιατί μπορώ να εκπροσωπήσω τον παραγωγικό και δημιουργικό Κύπριο πολίτη. Όσους θέλουμε ένα κράτος, με δικαιώματα, υποχρεώσεις, αξιόπιστο δίχτυ κοινωνικής προστασίας. Ένα σύγχρονο κράτος που θα προσφέρει μια καλύτερη ζωή στους πολίτες του και θα δημιουργεί πραγματικές ευκαιρίες στους νέους ανθρώπους να πετύχουν στον τόπο τους.


Ναι, θα είμαι υποψήφιος. Και θέλω να σας πω το γιατί.


Μπορώ να δίνω και να κερδίζω μάχες για να υπερασπιστούμε τις θυσίες που κράτησαν την Κύπρο όρθια στην περιπέτεια που ζήσαμε. Κυρίως, για να συμβάλω στον μεγάλο αγώνα για να πετύχουμε μια διαφορετική και πολύ καλύτερη επόμενη ημέρα για την πατρίδα μας. Αξίζουμε την καλύτερη Κύπρο. Αξίζουμε ένα κράτος πρότυπο. Στο χέρι μας είναι.

Ο δεύτερος λόγος, είναι γιατί μπορώ να συνεισφέρω στην προσπάθεια να πετύχουμε έναν έντιμο και σωστό συμβιβασμό στο Εθνικό μας θέμα. Να δώσουμε στην Κύπρο μας την θέση που της αξίζει στην περιοχή, την Ευρώπη, τον σύγχρονο κόσμο.

Τώρα είναι η ώρα της σιωπηλής πλειοψηφίας. Όλων όσων δεν είναι προκαταβολικά ταγμένοι υπέρ της αποδοχής ή της απόρριψης της όποιας λύσης. Η πατρίδα μας έχει σοβαρό ρόλο να διαδραματίσει. Για το καλό του τόπου μας, του έθνους μας, του καθενός από εμάς. Xρειάζεται σήμερα να ταχθούμε όλοι δίπλα στον πρόεδρο και την μεγάλη προσπάθεια που κάνει. Έχουμε μια μεγάλη ευκαιρία, που θα είναι ευλογία αν πετύχει και πρέπει να πετύχει σωστά. Το αποτέλεσμα θα το κρίνουμε ψύχραιμα, όταν το έχουμε.

Ο τρίτος λόγος, είναι ότι μπορώ να συνεισφέρω για να αλλάξουμε τα πράγματα στην πολιτική. Να κάνουμε, μαζί, μια βελούδινη πολιτική επανάσταση. Με σοβαρότητα όμως και χωρίς λαϊκισμούς και συνθήματα. Επί της ουσίας. Με πιο σύγχρονους θεσμούς, μεγαλύτερη κοινωνική λογοδοσία. Η βουλή με τους πολίτες δεν μπορούν να παραμένουν σε διάσταση. Πρέπει να «παντρευτούν» ξανά.

Είναι τιμή μου να έχω το βήμα και να μπορώ να εκπροσωπώ τις ιδέες και τις αξίες μου. Ανθρώπους που έχουν απόψεις και οράματα, που εργάζονται σκληρά για το μέλλον της Κύπρου. Αλλά και ανθρώπους που ενστερνίζονται τις ιστορικές αρχές του Δημοκρατικού Συναγερμού και την κληρονομιά του Γλαύκου Κληρίδη. Θα ήταν φυγομαχία να μην συμμετάσχω στην μάχη για την  επικράτηση τους. Από μάχες και από δύσκολα, δεν έκανα ποτέ πίσω.

Πιστεύω βαθιά ότι η πραγματική πολιτική είναι αλλιώς. Η πολιτική πρέπει να φέρνει αποτέλεσμα για τον πολίτη και να μας κάνει περήφανους. Αυτό που μαζί με πάνω από πέντε χιλιάδες συμπολίτες μου αγωνιστήκαμε να πείσουμε πριν από πέντε χρόνια, είναι σήμερα πιο αναγκαίο και πιο επιτακτικό.

Αγωνίζομαι για την πολιτική που ασκείται σοβαρά και υπεύθυνα. Νοιώσαμε, με τον χειρότερο τρόπο, το πόσο η πολιτική επηρεάζει τη ζωή μας. Είναι η ώρα, να κτίσουμε την πολιτική από την αρχή.

Ζητώ από όσους συμμερίζονται όσα εκπροσωπώ, να είμαστε μαζί σε αυτή τη μάχη. Να δώσουμε την ψυχή μας. Αξίζει. Μπορούμε να φέρουμε το διαφορετικό και το καινούργιο. Το πιστεύω.

Μιχάλης Σοφοκλέους

20150103-phileleftherosΤο γεγονός ότι το Κυπριακό πρόβλημα έχει αναθερμανθεί είναι αδιαμφισβήτητο και εξαιρετικά θετικό. Διότι, εκ των πραγμάτων, το Κυπριακό εάν δεν βρίσκεται ψηλά στη διεθνή ατζέντα όχι μόνο δεν θα μπορεί να λυθεί. Και είναι επίσης γεγονός ότι το 2016 θα είναι κρίσιμη χρονιά, όχι όπως “όλες” τις προηγούμενες κρίσιμες. Οι διεθνής συνθήκες που διαμορφώνονται γύρω από την Κύπρο συνδράμουν μοναδικά στην ανάγκη επίτευξης ενός συμβιβασμού.

Μια λύση στο Κυπριακό θα φέρει πολλές νίκες και για πολλούς. Είναι η ανάγκη ενός στιβαρού παραδείγματος κράτους που να συναποτελείται από Χριστιανούς και Μουσουλμάνους, έστω και αν το Κυπριακό πρόβλημα δεν ήταν ποτέ θρησκευτική διαφορά. Είναι η ανάγκη της Ευρώπης για ενεργειακή ασφάλεια που και αυτή εμποδίζεται από την ύπαρξη του Κυπριακού. Είναι η ανάγκη της περιοχής να αποκτήσει ένα πυλώνα ειρήνης, σταθερότητας και πολιτικής και οικονομικής συνεργασίας, ο οποίος θα έχει απεριόριστες δυνατότητες συνεννόησης και με τον αραβικό και με τον εβραϊκό κόσμο. Είναι η επιθυμία της απερχόμενης πλέον κυβέρνησης Ομπάμα να έχει έστω μια επιτυχία στην εξωτερική της πολιτική. Είναι οι προοπτικές της ίδιας της Κύπρου που παραμένουν καθηλωμένες λόγω της ύπαρξης του Κυπριακού. Προοπτικές, οικονομικές, ιστορικές και πολιτικές για τις οποίες ελάχιστα έχουμε μιλήσει όλες αυτές τις δεκαετίες.


Η σιωπηλή πλειοψηφία που κανείς σχεδόν δεν εκφράζει παραμένει ψύχραιμη. Δεν την αφορούν οι αντιπαραθέσεις του παρελθόντος


Κυρίως όμως είναι η δυνατότητα μια λύση του Κυπριακού να φέρνει θετικές επιπτώσεις και στην ίδια την Τουρκία. Δεν είναι μόνο οι δυνατότητες συνεργασίας με χώρες όπως το Ισραήλ και την Αίγυπτο με τις οποίες σήμερα δεν έχει καν διπλωματικές σχέσεις, σε θέματα που θα αφορούν και την ενέργεια αλλά και πολλά άλλα. Είναι ταυτόχρονα και ο ρόλος της στην ευρύτερη περιοχή, η Ευρωπαϊκή της προοπτική που ξαναζωντανεύει αλλά και η διασύνδεση που για πρώτη φορά μπορεί να γίνει μεταξύ του Κυπριακού και άλλων ζητημάτων που την απασχολούν. Είναι ίσως η πρώτη φορά που η Τουρκία δίνοντας κάτι στο  Κυπριακό μπορεί να πάρει ανταλλάγματα αλλού που την ενδιαφέρει. Το θέμα παραμένει η Τουρκία να πειστεί ότι την συμφέρει. Κάτι που είναι δουλειά όλων και κυρίως των ξένων.

Είναι αλήθεια ότι την λύση του Κυπριακού πολλοί και πολλές φορές την επεδίωξαν. Το ζήτημα για μας ήταν πάντα ότι κανένας μέχρι σήμερα δεν ενδιαφερόταν για την ουσία της λύσης. Για το περιεχόμενο, μέχρι σήμερα, νοιαζόμασταν μόνο εμείς.

Αυτή είναι και μια μεγάλη διαφορά από το 2004. Διότι, για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, στα δέκα χρόνια που πέρασαν από το αποτυχημένο από κάθε άποψη δημοψήφισμα του τότε, έχουν χειροτερέψει αισθητά τα πράγματα επί του εδάφους, αλλά έχουν καλυτερέψει οι προοπτικές μιας λύσης ευρωπαϊκών προδιαγραφών. Σήμερα βρίσκουμε πολύ πιο πρόσφορο έδαφος για να λύσουμε το θέμα των εγγυήσεων, για να εφαρμοστούν οι τέσσερις βασικές ελευθερίες, για να είναι η λύση πραγματικά λειτουργική και οικονομικά βιώσιμη. Τα παθήματα του παρελθόντος που από όλους έχουν διαπραχθεί, δείχνουν ότι γίνονται μαθήματα.

Σήμερα συζητάμε για μια διαφορετική λύση. Που η φιλοσοφία της δεν εδράζεται στην ανάγκη Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι να γίνουν “ένα”, αλλά στην ειρηνική και βασισμένη στον σεβασμό συμβίωση. Για ένα συμβιβασμό που δεν θα ανατρέπει αρνητικά την καθημερινότητα των πολιτών στην μία ή την άλλη πολιτεία. Τα καθημερινά ζητήματα θα λύνονται εν πολλοίς όπως λύνονται και σήμερα. Αυτό που θα αλλάξει θα είναι οι δυνατότητες του τόπου και του κάθε πολίτη, είτε Ελληνοκύπριου, είτε Τουρκοκύπριου.

Το πρόβλημα ωστόσο είναι ότι μαζί με την αναζωογόνηση της προοπτικής ενός συμβιβασμού, έχουμε την νέα αναθέρμανση διαχωρισμών του παρελθόντος. Αυτών δηλαδή που κάποιοι από τη μία πλευρά δίνουν την εντύπωση ότι είναι έτοιμοι να δεχθούν το οποιοδήποτε σχέδιο και άλλοι ότι είναι έτοιμοι να απορρίψουν όποιο συμβιβασμό και αν προκύψει.

Αυτή η ίδια η συζήτηση από το παρελθόν είναι λανθασμένη. Δημιουργεί πρόβλημα στην ίδια τη διαπραγμάτευση που καλείται να κάνει ο πρόεδρος της Δημοκρατίας. Δεν ανταποκρίνεται στις νέες πραγματικότητες. Κυρίως όμως, δεν εκφράζει την συντριπτική πλειοψηφία του λαού που περιμένει να δει εάν αυτή τη φορά η διαδικασία μπορεί να καταλήξει σε ένα έντιμο και σωστό συμβιβασμό.

Αυτή η σιωπηλή πλειοψηφία παραμένει ψύχραιμη. Περιμένει να δει το αποτέλεσμα αυτής της προσπάθειας για να το κρίνει, την ώρα που αντιλαμβάνεται ότι στο εγχείρημα οφείλουμε να δώσουμε περιθώριο. Αναμένει να κληθεί σε δημοψήφισμα μόνο αν ένας συμβιβασμός θα φέρει ένα λειτουργικό, ευρωπαϊκό και βιώσιμο κράτος. Αντιλαμβάνεται την αξία να απαλλαγεί η Κύπρος από Τουρκικά στρατεύματα εντός της αλλά δεν θα δώσει καμιά επικυριαρχία στην Τουρκία για να το πετύχει. Αυτή η πλειοψηφία είναι που για πρώτη φορά με τον νέο χρόνο θα πρέπει να εκφραστεί. Γιατί αυτή είναι που πραγματικά εκφράζει τον πατριωτικό ρεαλισμό.

Ακούω πολλούς να λεν ότι πρέπει να προετοιμαστεί ο λαός είτε για να αποδεχθεί από τη μια είτε να απορρίψει από την άλλη ένα νέο σχέδιο. Και αυτές οι νοοτροπίες είναι λάθος. Ο λαός λαμβάνει θέση ανάλογα με την πορεία των διαπραγματεύσεων. Αντιλαμβάνεται πότε αυτές μπορούν να φέρουν αποδεκτό αποτέλεσμα, στέκεται απέναντι σε μη αποδεκτές προτάσεις και προβληματίζεται σε πισωγυρίσματα όπως αυτά του κ. Ακκιντζί τελευταία.

Κυρίως όμως, η σιωπηλή πλειοψηφία αναμένει να δει τι θα πράξει ο κ. Ερτογάν όταν έρθει η ώρα. Και οι πιθανότητες ο Τούρκος πρόεδρος με γενναιότητα να προχωρήσει στους απαραίτητους συμβιβασμούς για να βρεθεί η λύση είναι περίπου ίσες με εκείνες που έχει η πιθανότητα να την τορπιλίσει.

Καθήκον μας εμάς είναι να φτάσουμε μέχρι εκεί. Να ευθυγραμμίσουμε τα συμφέροντα προς τον σωστό συμβιβασμό και να εξασφαλίσουμε το αποδεκτό περιεχόμενό του. Αυτό, μπορούμε να το πετύχουμε με την νέα χρονιά. Πρώτα απ’ όλα βάζοντας δίπλα από τον λογικό φόβο που έχουμε και την ελπίδα. Την ελπίδα μιας Κύπρου που θα πάψει να είναι κράτος με ειδικές ανάγκες αλλά να καταστεί χώρα με προνομιούχες προοπτικές.

*Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ο Φιλελεύθερος της Κυριακής».

GLAFKOS CLERIDES

Ήταν Ιανουάριος του 1988 θυμάμαι, όταν – μικρός τότε, 16 ετών, πρόεδρος της Μαθητικής Κίνησης – είχαμε την καλή ιδέα να δούμε στο οίκημα της ΝΕΔΗΣΥ το debate μεταξύ Γλαύκου Κληρίδη και Γιώργου Βασιλείου. Πολύς κόσμος είχε μαζευτεί και όλοι, 200 περίπου άτομα, μείναμε – ορθά ή λανθασμένα –με την αίσθηση ότι ο Κληρίδης είχε κατακυριεύσει την συζήτηση. Αναζωογονημένοι με νέες «ντόπες» αυτοπεποίθησης ξεκινήσαμε να σχεδιάζουμε το πλάνο της επόμενης ημέρας του προεκλογικού αγώνα. Όταν κτυπάει το τηλέφωνο: «Ο πρόεδρος έρχεται απ’ εκεί», ήταν το μήνυμα.

Ήξερα ότι ο πρόεδρος είχε παραδοσιακά πολύ καλές σχέσεις με τους νέους. Ήξερα ότι, μέχρι λίγα χρόνια πριν, καθότανε ο ίδιος στις συσκέψεις των μαθητών και των νέων για να εξηγεί προσωπικά την πολιτική του φιλοσοφία, τους στόχους και τις σκέψεις του. Την εποχή εκείνη όμως, όπου τα ΜΜΕ ήταν ελάχιστα, οι πολιτικοί μυθοποιημένοι και ο ίδιος ο Γλαύκος Κληρίδης αντιμετωπιζόταν από εμάς ως η πολιτική «θεότητα» του δικού μας «Βούδα», το τελευταίο που θα περιμέναμε εκείνη την ώρα ήταν να θέλει να έρθει σε μας.

Κατέβηκα στο ισόγειο και περίμενα τον απροσδόκητο επισκέπτη. Τον είχα δει από κοντά πολλές φορές πριν, στο Ανώτατο Συμβούλιο και άλλες συνεδριάσεις. Θα ήταν όμως η πρώτη φορά που θα είχαμε καθαρά προσωπική επαφή και – βλέποντας πίσω- νομίζω ότι ήταν παραπάνω από εμφανές ότι το δέος που με είχε κατακυριεύσει. Κάτι που ο Γλαύκος Κληρίδης αντιλήφθηκε αμέσως μόλις κατέβηκε από το αυτοκίνητο.

Βρε Μιχάλη, για μένα μαζευτήκατε τόσοι πολλοί εδώ, με ρωτάει. Ασφαλώς για εσάς πρόεδρε και δεν το μετανιώσαμε καθόλου, του απαντώ. Μας κάνατε περήφανους απόψε. Με παίρνει από τη μέση και αρχίζουμε να ανεβαίνουμε τα σκαλιά όπου και μου δείχνει ένα σημάδι που είχε στο χέρι, μάλλον από κάποιο μικρό έγκαυμα θα ήταν. Το βλέπεις αυτό, με ρωτάει ξανά. Αυτά παθαίνεις από τις γυναίκες, μου είπε, και αμέσως ξεσπάσαμε και οι δύο στα γέλια. Μίλησε στον κόσμο σπέρνοντας τον ενθουσιασμό, αστειεύτηκε, μας έδωσε δύναμη και έφυγε. Ακόμη και σήμερα νοιώθω περίεργα που το λέω, αλλά εκείνη την μέρα πιστεύω ακόμη ότι υποδέχθηκα ένα πρόεδρο και αποχαιρέτισα ένα φίλο…


ο Γλαύκος Κληρίδης σίγουρα μπορεί να καταγραφεί ως ένας ατόφια αντισυστημικός πολιτικός που κατάφερε να μεγαλουργήσει «κοροϊδεύοντας» το ίδιο το σύστημα.


Έχω παγιωμένη την αίσθηση ότι ο Κληρίδης ενοχλείτο πάντα από την απόσταση που η ίδια του η υπόσταση αυτόκλητα δημιουργούσε. Χρησιμοποιούσε το πηγαίο του χιούμορ για να σπάει τον πάγο στη στιγμή. Είτε σε κάποιο βασιλικό ανάκτορο ήταν, είτε στην ταβέρνα ενός απομακρυσμένου χωριού, κατάφερνε να πείσει τους παρευρισκόμενους ότι ήταν ένας από αυτούς. Ότι θα μπορούσαν να είχαν μαζί του την πιο ενδιαφέρουσα συζήτηση της ζωής τους, θα μπορούσαν να αδράξουν την στιγμή και να αποκτήσουν πρόσβαση στη γνώση και τη σοφία του, χωρίς καμία δόση υπεροψίας από μέρους του. Το ίδιο είχε κάνει και μαζί μου.

Αυτή η αδιανόητη σεμνότητα, που αναμειγνυόταν υπέροχα με πολύ ξεκάθαρες και ριζοσπαστικές απόψεις γεμάτες αυτοπεποίθηση, ήταν ίσως και ο λόγος που συνέβαινε το οξύμωρο να φτάνει ο Κληρίδης τα 80 και να έχει ακόμα την συντριπτική πλειοψηφία των νέων μαζί του. Ακόμη και ηλικιωμένος, παρέμενε πάντα αμετανόητος επαναστάτης πρώτα απ’ όλα της δικής του πολιτικής ηθικής, με τρόπο που έκανε τριαντάρηδες να μοιάζουν τόσο παρωχημένοι και ξεπερασμένοι.

«Ένας πολιτικός, γράφει η Ιδρυτική Διακήρυξη του Δημοκρατικού Συναγερμού, οφείλει να ακολουθεί στις σχέσεις του με το λαό, την πολιτική της αλήθειας και της ειλικρίνειας. Δεν έχει το δικαίωμα να επηρεάζεται ούτε από τα συναισθήματα του, ούτε από την κοινή γνώμη… Πρέπει να έχει το θάρρος να λέγει την αλήθεια και να ακούει τις ύβρεις… Τίποτε δεν υπάρχει ωραιότερο από το να αντιμετωπίζει κανείς την κοινή γνώμη, όταν πρόκειται ακριβώς να πατάξει τη δημαγωγία και όταν ακόμα πρόκειται να διακινδυνεύσει τη δημοτικότητά του για να υποστηρίξει το συμφέρον της πατρίδας»

Αυτή η φιλοσοφία δεν περιοριζόταν μόνο στην μεγάλη παραδοξότητα να αποτελεί μεγάλο μέρος του μανιφέστου ενός κόμματος εξουσίας, την ώρα της δημιουργίας του. Ακόμη πιο ριζοσπαστικό ήταν το γεγονός ότι ο ίδιος την εφάρμοζε στην πράξη. Έλεγε την γνώμη του, άντεχε την άλλη άποψη, μιλούσε με επιχειρήματα και έκανε ότι μπορούσε για να σε πείσει, την ώρα που και ο ίδιος ήταν ανοικτός στο να πειστεί.

Η μεγαλύτερη κληρονομιά του Κληρίδη σε όσους συνεργάστηκαν μαζί του με οποιονδήποτε τρόπο, ήταν αυτή. Το ελεύθερο πνεύμα, η δυνατότητα της αμφισβήτησης σε όλα τα επίπεδα, ο σφαιρικός και ανοικτός τρόπο με τον οποίο πρέπει να εξετάζεις και να κρίνεις τα πράγματα. Αλλά συνάμα και την τόλμη με την οποία θα πρέπει να προασπιστείς αυτό που τελικά αποφάσισες και θεωρείς σωστό, ανεξαρτήτως του κόστους.

Ο Κληρίδης δεν περίμενε ποτέ τις έρευνες κοινής γνώμης για να αποφασίσει το τι θα πρεσβεύσει ο ίδιος. Ήθελε να καθοδηγεί αυτός την κοινή γνώμη. Τα νούμερα να δικαιώνουν τον ίδιο, αντί να δικαιώνει αυτός τα νούμερα. Και όταν δεν το πετύχαινε, τόσο περισσότερο πείσμωνε, αντί να απογοητεύεται. Είχε την υπομονή να περιμένει και να επιμένει, μέχρι που η άποψή του να δικαιωθεί.

Ίσως να είναι αδιανόητη σήμερα η πολιτική ηθική του Γλαύκου Κληρίδη. Το σίγουρο είναι ότι είναι πολύ δύσκολο να εξηγηθεί με καθημερινούς πολιτικούς όρους ή με όρους επικοινωνίας. Αυτή όμως η πολιτική ηθική ήταν που τον έκανε ηγέτη και όχι απλά πολιτικό αρχηγό. Και αυτή την πολιτική ηθική την εφάρμοζε μέχρι τέλους στην πράξη.

Είναι βέβαιο ότι ο Γλαύκος Κληρίδης θα ήταν ο φυσικός διάδοχος του Μακαρίου. Δεν δίστασε όμως να εγκαταλείψει αυτή την κληρονομιά όταν είδε ότι δεν θα μπορούσε να συμφωνεί άλλο μαζί του στην πορεία του Κυπριακού. Όπως και δεν δίστασε στο παρελθόν να ηγηθεί της προεκλογικής εκστρατείας κατά του ίδιου του πατέρα του.

Ίσως η εγκατάλειψη της «βόλεψης» να αποτελούσε για τον ίδιο τον Κληρίδη προσωπικά ελιξίριο ζωής. Πολύ μεγαλύτερο την από όποια χρηματική η άλλη προσωπική ανάγκη. Γι’ αυτό είναι που πιστεύω ότι έφυγε από την πολιτική φτωχότερος απ’ ότι μπήκε. Δεν τον ενδιέφεραν τα χρήματα, ούτε η πολυτέλεια. Ο ύψιστος δείκτης προσωπικής ικανοποίησης για τον ίδιο ήταν να πείθει για όσα πρέσβευε, να πετυχαίνει τα όσα πίστευε, αλλά και να δημιουργεί την ευκαιρία να αγωνιστεί αποτελεσματικά για τις αρχές και τις απόψεις του.

Στις πολλές περιπτώσεις που αυτό συνέβηκε, μάλλον ο ίδιος θα αισθανόταν ο πλουσιότερος άνθρωπος του κόσμου. Από μαθητής με την διαμάχη για την δημοτική που τον έθεσε εκτός σχολείου, στην κατάταξη του στην μάχιμη Βρετανική αεροπορία κατά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, στην συμμετοχή του στον αγώνα της ΕΟΚΑ, στην διαφωνία του με τον Μακάριο το 1973, στην ανάληψη της τεράστιας ευθύνης το 1974, στην Τρίτη Βιέννη, στην ίδρυση του ΔΗΣΥ το 1976 και την μεγάλη περιθωριοποίηση, στον τεράστιο αγώνα για την εμπέδωση της συμφιλίωσης και της ελευθερίας του λόγου, στο τρόπο που αντιμετώπιζε κατηγορίες ακόμη και ότι ήταν πράκτορας των Ναζί, στην διεργασία για την ένταξη της Κύπρου στην Ευρώπη, ο Γλαύκος Κληρίδης σίγουρα μπορεί να καταγραφεί ως ένας ατόφια και με πλήρη επίγνωση αντισυστημικός πολιτικός που κατάφερε να μεγαλουργήσει «κοροϊδεύοντας» το ίδιο το σύστημα.

Ο Γλαύκος Κληρίδης άφησε στην Κύπρο τεράστια πολιτική κληρονομιά. Την μη πολεμοχαρή εκτίμηση της ειρήνης, τον σεβασμό της άλλης γνώμης και την συμφιλίωση, την δημοκρατία με την έννοια της ανοχής ακόμη και τις πιο ριζοσπαστικής – στοιχειοθετημένης όμως – άποψης, την πολιτική να είναι στην ουσία και όχι την επικοινωνία της, το δέος και την προσήλωση προς κάθε μορφή ελευθερίας, την ανάγκη της ατομικής και συλλογικής εξωστρέφειας. Στο ίδιο το κράτος, ο Κληρίδης άφησε ασφαλώς την Ευρωπαϊκή του υπόσταση.

Στο πολιτικό σύστημα όμως και την πολιτική διεργασία, ο Γλαύκος Κληρίδης άφησε κάτι πολύ πιο ανεκτίμητο. Την Κληριδική πολιτική ηθική. Όχι μόνο όλες εκείνες τις αξίες που επάξια είχε αντιπροσωπεύσει, αλλά και την δυνατότητα αυτών των μη «εμπορικών» με πολιτικούς όρους αξιών να επικρατήσουν. Ο Γλαύκος Κληρίδης δεν ήταν ηγέτης του επικοινωνιακού περιτυλίγματος. Ο Γλαύκος Κληρίδης ήταν ηγέτης επί της ουσίας.