Ελπίζω

02/01/2012

Θυμάμαι, στις 31/12/2004, το πρωτοσέλιδο της αθηναϊκής «Sportday» να τιτλοφορείται «Γέρο Χρόνε μη φεύγεις». Ήταν η χρονιά του Euro, των Ολυμπιακών, της αίσθησης της εθνικής επιτυχίας για την Ελλάδα. Σήμερα, στο μεταίχμιο του 2011, η ευχή για μας εδώ στην Κύπρο μάλλον πρέπει να είναι «Γέρο Χρόνε φύγε να μη σε βλέπουμε άλλο».

Τελειώνει επιτέλους η χρονιά που η πάλαι ποτέ ευημερούσα οικονομία μας τέθηκε σε κίνδυνο προσφυγής σε μηχανισμό στήριξης και αλλεπάλληλες υποβαθμίσεις. H χρονιά του Μαρί και του ξεγυμνώματος του κράτους και των θεσμών, η χρονιά που το περί δικαίου αίσθημα βρέθηκε στο ναδίρ με υποθέσεις όπως της «Ήλιος» και της μη δίωξης όσων πλαστογράφησαν έγγραφα της έκρηξης, η χρονιά που το Κυπριακό μοιάζει να αρχειοθετείται στα ράφια της διεθνούς διπλωματίας.

Η μοναδική ελπιδοφόρα εξέλιξη ήρθε στο τέλος της χρονιάς και έχει να κάνει ασφαλώς με την ανακάλυψη αξιόλογης ποσότητας φυσικού αερίου στο οικόπεδο 12 της δικής μας ΑΟΖ. Σημαντικός σταθμός για την προοπτική της χώρας, που μας θυμίζει κιόλας ότι δεν πρέπει ποτέ να σταματάμε να ελπίζουμε και να επιδιώκουμε το καλύτερο. Όπως όμως και να μην παρασυρθούμε, αλλά να ανησυχούμε και να φοβόμαστε από τις ανεπάρκειες, τις αδυναμίες και τις γκρίζες ζώνες του δημόσιου μας βίου. Ελπίδες και φόβοι που το 2012 αποκτούν μεγαλύτερη αξία, εφόσον η κρισιμότητα της νέας χρονιάς δεν έχει μόνο να κάνει με το Κυπριακό, αλλά και με τη χάραξη στρατηγικής διαχείρισης των υδρογονανθράκων και την επιτυχία της κυπριακής προεδρίας.

Ελπίζω λοιπόν το 2012 να είναι για την Κύπρο μια χρονιά επανεκκίνησης. Σε όλα τα επίπεδα. Διότι όπως όλα δείχνουν, αυτή τη χρονιά μπορούμε να πετύχουμε πολλά, αλλά και να χάσουμε ακόμη περισσότερα.


Το 2012 μπορούμε να πετύχουμε πολλά και να χάσουμε ακόμη πολύ περισσότερα


Ελπίζω πρώτα απ’ όλα στην οικονομική σταθεροποίηση και ανάκαμψη. Να εξυγιανθεί όσο γίνεται το κράτος, να έρθουν επενδύσεις, να ενισχυθούν κυρίως οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Να αναβαθμιστεί η οικονομία μας. Να μειωθεί έτσι η ανεργία και η αβεβαιότητα για το μέλλον. Πολύ φοβάμαι ότι η ανακάλυψη του αερίου και ο προεκλογικός χαρακτήρας της χρονιάς θα παρασύρουν τη χώρα στην κατρακύλα των παροχών και της κάλπικης ευμάρειας.

Ελπίζω το κράτος μας ως σύνολο να διαχειριστεί τους υδρογονάνθρακες με σύνεση και συναίσθηση του μέλλοντος και του διεθνούς περιβάλλοντος. Να δημιουργήσουμε τις δομές και τους μηχανισμούς που δεν θα επιτρέπουν τον καιροσκοπισμό, τη διαφθορά, τον νεοπλουτισμό. Να θωρακίσουμε τη χώρα από τους εξωτερικούς κινδύνους και με βάση ένα κοινά αποδεκτό σχέδιο να συνεργαστούμε για να κερδίσει η Κύπρος τη θέση που μπορεί στον κόσμο που θα προκύψει μετά την κρίση. Να διασφαλίσουμε την οικονομική μας προοπτική αλλά και τον μη ενταφιασμό του Κυπριακού. Χρειάζεται να χειριστούμε τους υδρογονάνθρακες με τη μίνιμουμ ενότητα, όπως τότε την ενταξιακή πορεία. Γιατί πολύ φοβάμαι ότι ήδη ξεκίνησε να καθίσταται το αέριο προεκλογικό δόρυ για την κυβέρνηση και τον Πρόεδρο από τη μια, ενώ από την άλλη πρόσωπα που αντιπολιτεύονται πιθανόν να επιχειρήσουν να μειώσουν την εξέλιξη ή και να την υπονομεύσουν.

Ελπίζω η χώρα μας να ανταποκριθεί στο καθήκον και προνόμιο της ευρωπαϊκής προεδρίας. Να βρούμε επιτέλους τη θέση μας στην Ευρώπη. Να μην είμαστε ο φτωχός συγγενής και ο αναξιόπιστος μονοθεματικός εταίρος. Πολύ φοβάμαι ότι θα επιχειρηθεί να καταστεί η προεδρία επικοινωνιακό πυροτέχνημα και να περιοριστεί σε τηλεοπτικές ασκήσεις δημοσίων σχέσεων από τον Πρόεδρο Χριστόφια. Με ανεπανόρθωτες συνέπειες για τη χώρα.

Δεν υποστηρίζω τη σημερινή κυβέρνηση και τη θεωρώ απίστευτα κατώτερη των περιστάσεων. Ελπίζω, όμως, έστω την τελευταία χρονιά, να εμπνεύσει λίγη εμπιστοσύνη και ηγεσία στον λαό μας. Τα κυρίαρχα συστατικά για να έχουμε ανάταση ψυχολογίας και να «δουλέψει» η Κύπρος ξανά σε όλα τα επίπεδα. Όπως ελπίζω η προεκλογική εκστρατεία που ήδη ξεκίνησε, να μην περιοριστεί στις προσωπικές ατζέντες, τους τακτικισμούς και τα ανομολόγητα κομματικά παζαρέματα. Να αποκτήσει ουσία και περιεχόμενο. Πρόγραμμα και διάλογο για το μέλλον της χώρας. Γιατί πολύ φοβάμαι ότι η ποιότητα του πολιτικού μας πολιτισμού κινδυνεύει να ευτελιστεί ολότελα, οδεύοντας προς τον Φεβρουάριο του 2013.

Καλή χρονιά σε όλους!

Έχει πλάκα η κουβέντα με την αποχή. Την κακολογούν και την αναθεματίζουν οι πολιτικοί πριν από κάθε εκλογή και με το που κλείνουν οι κάλπες κάνουν διαγωνισμό ποιος θα την καλοπιάσει καλύτερα. Της δίνουν διαστάσεις «θεϊκές» και για καμιά βδομάδα παρουσιάζουν μέχρι και «πακέτα μέτρων» ή «ερευνητικά προγράμματα» για να πείσουν ότι «πήραν το μήνυμα».

Εγώ όμως, που διαφωνώ με την αποχή ως μέτρο αντίδρασης στα πολλά κακά του πολιτικού συστήματος και πριν και μετά τις εκλογές, δεν θα επιχειρήσω να καλοπιάσω κανένα. Πρώτον, διότι με ένα τεράστιο ποσοστό όσων απέχουν για πολιτικούς λόγους συμφωνώ στα περισσότερα ζητήματα με αποδείξεις. Έκανα προσωπική προεκλογική εκστρατεία με αυτά σημαία. Δεύτερον, διότι κυρίαρχη αιτία πρόκλησης της πολιτικής αποχής είναι τα ψέματα και η πολιτική ανειλικρίνεια.

Αν θέλουμε λοιπόν να είμαστε ειλικρινείς και να μη λαϊκίζουμε για να χαϊδεύουμε αυτιά, θα καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι η αποχή είναι ο δεύτερος μεγάλος χαμένος των δημοτικών εκλογών. Αν μάλιστα δεν ήταν τόσο γερό το μήνυμα απαρέσκειας προς την κυβέρνηση που έστειλε η –μόνη άτεγκτη– κάλπη, τότε θα μιλούσαμε για πανωλεθρία της αποχής. Το γιατί θα το εξηγήσω αμέσως.


Όσοι συνειδητά δεν ψήφισαν, σίγουρα δεν ήθελαν να τους έχουν όσοι έχασαν για δικαιολογία


Όσοι απέχουν συνειδητά από τις εκλογικές αναμετρήσεις, ένα κυρίαρχο επιχείρημα επικαλούνται. Ότι τίποτα δεν αλλάζει και το τελικό αποτέλεσμα είναι αυτό που θα αποφασίσουν τα κόμματα και τα παζαρέματα πίσω από τις κλειστές πόρτες. Ισχυρίζονται κιόλας ότι ακόμη και η ίδια η εκλογική διαδικασία αποτελεί επίφαση νομιμοποίησης της κομματικής συναλλαγής. Τα «πρόβατα» των κομμάτων λένε, πάλι θα ψηφίσουν αυτό που θα τους πουν.

Αμ δε! Να που ήρθε η πανηγυρική διάψευση. Την Κυριακή, έπεσαν ένα σωρό κατεστημένα και ανατράπηκαν ακόμη περισσότερα κομματικά μαθηματικά. Χωρίς μάλιστα τη συνδρομή κανενός από όσους, έχοντας σημαία την ανάγκη των αλλαγών, απέχουν επιδεικτικά.

Οι πολίτες που ψήφισαν, άλλαξαν τα πράγματα και κινήθηκαν αντίθετα από τις προσταγές των κομμάτων και των συναλλαγών. Εξέλεξαν αυτόν που «γούσταραν» για δήμαρχο και όχι αυτόν που οι κομματικές πλειοψηφίες επιχείρησαν να επιβάλουν. Έστειλαν σπίτι του, όποιον θεωρούσαν κατεστημένο, πηγή διαφθοράς ή κατώτερο των προσδοκιών. Σε Λάρνακα, Στρόβολο, Άγιο Δομέτιο, Αγλαντζιά, Έγκωμη, Δάλι, Λακατάμια, Αραδίππου και ένα σωρό άλλους δήμους. Ακόμη και στο Παραλίμνι, όπου στην «εσωκομματική» εκλογική διαδικασία κέρδισε αυτός που ήθελαν οι πολίτες και όχι εκείνος που είχε το χρίσμα από το κόμμα (γιατί χρειαζόταν χρίσμα εκεί άραγε;).

Το τι ανανέωση υπήρξε σε επίπεδο δημοτικών συμβούλων, δεν περιγράφεται.

Το δεύτερο αρνητικό μήνυμα για την αποχή, έρχεται από το εύρος και το γεωγραφικό προσδιορισμό της. Ποσοστό της τάξης του 31% δεν είναι τεράστιο, από την ώρα που ένα 10% περίπου είναι λάθη καταλόγων και άνθρωποι που βρίσκονται στο εξωτερικό. Η καλή μελέτη της αποχής, δείχνει κιόλας ότι ήταν της τάξης του 40% εκεί όπου το αποτέλεσμα θεωρείτο δεδομένο. Και στις περιοχές που θεωρείτο δεδομένο, περιλαμβάνω και τον Στρόβολο, άσχετα αν οι δημοσκοπήσεις διαψεύστηκαν. Εκεί όπου υπήρχε αμφίρροπη εκλογική μάχη, η αποχή περιοριζόταν στο 20%.

Η κυριότερη όμως ήττα της αποχής, ήταν η εκμετάλλευσή της από τα κόμματα που έχασαν. Είμαι σίγουρος ότι όσοι απείχαν, το τελευταίο που ήθελαν ήταν να χρησιμοποιούνται από το κυβερνητικό κυρίως στρατόπεδο, σαν επιχείρημα για να δικαιολογηθεί η ήττα. Αντί να πάρουν το μήνυμα της καταδίκης της πολιτικής, ΑΚΕΛ και ΔΗΚΟ κυρίως, τα έριχναν όλα στην αποχή. Δεν υπάρχει θεωρώ μεγαλύτερη προσβολή από όποιον απείχε συνειδητά, να τον χρησιμοποιούν σαν δικαιολογία.

Οι ψηφοφόροι που απέχουν είναι κυρίως μορφωμένοι άνθρωποι, με άποψη και ιδέες για μια καλύτερη και πιο σύγχρονη Κύπρο. Αισθάνονται να τους κόβονται τα φτερά από ένα πολιτικό σύστημα πεπαλαιωμένο και αδύναμο να κατανοήσει το τι συμβαίνει στον κόσμο σήμερα. Νιώθουν πολλές φορές να προκρίνονται επιλογές που προσβάλλουν την νοημοσύνη τους. Και έχουν δίκιο. Το άδικο το βρίσκω την ώρα που θεωρούν τους εαυτούς τους «ανώτερους» από τους άλλους και με αυτή την ελιτίστικη προσέγγιση απέχουν, αφήνοντας το μέλλον και τις ιδέες μας κυρίως, στα χέρια των υπολοίπων.

Το σημερινό άρθρο ας θεωρηθεί γράμμα προς φίλους. Καλά Χριστούγεννα!

It is I who must begin

It is I who must begin.
Once I begin, once I try
here and now,
right where I am,
not excusing myself
by saying things
would be easier elsewhere,
without grand speeches and
ostentatious gestures,
but all the more persistently
to live in harmony
with the “voice of Being,” as I
understand it within myself
as soon as I begin that,
I suddenly discover,
to my surprise, that
I am neither the only one,
nor the first,
nor the most important one
to have set out
upon that road.
Whether all is really lost
or not depends entirely on
whether or not I am lost.

Vaclav Havel

*Ο Βάτσλαβ Χάβελ (Václav Havel) (Πράγα 5 Οκτωβρίου 1936-18 Δεκεμβρίου 2011) ήταν Τσέχος πολιτικός, συγγραφέας και δραματουργός. Ήταν ο τελευταίος Πρόεδρος της Τσεχοσλοβακίας και πρώτος Πρόεδρος της Τσεχίας, από τις 2 Φεβρουαρίου 1993 ως τις 2 Φεβρουαρίου 2003. Είχε παίξει σημαντικό ρόλο στη λεγόμενη Άνοιξη της Πράγας του 1968 και τη Βελούδινη επανάσταση του 1989, την κατάρρευση δηλαδή του κομμουνιστικού καθεστώτος στην Τσεχοσλοβακία.

Ιστορικά, θα δούμε ότι η ευρωπαϊκή ενοποίηση αποτέλεσε επιδίωξη από αρχαιοτάτων χρόνων. Η προσπάθεια, όμως, ήταν να επιτευχθεί με τη δύναμη των όπλων. Από τον καιρό της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας μέχρι και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όλο και κάποιος ήθελε την Ευρώπη ολόκληρη για την πάρτη του. Η αρχή που έγινε από την Ένωση Άνθρακα και Χάλυβα, συνεχίστηκε με την ΕΟΚ, την Ευρωπαϊκή Κοινότητα και σήμερα βρίσκεται στο στάδιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι η πρώτη όπου οι Ευρωπαίοι προσπαθούν να ενωθούν ειρηνικά και αυτοβούλως.

Κάποιοι λένε ότι αυτό που σήμερα ζούμε είναι ο Γ΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, όπου η Γερμανία προσπαθεί αυτή τη φορά να επιβληθεί σε όλους με τη δύναμη των χρημάτων. Η ίδια η Γερμανία ισχυρίζεται, δικαίως, ότι έχει κάθε διάθεση να σώσει το ευρώ, φτάνει να υπάρχει πλέον δημοσιονομικός έλεγχος για να μην μπορεί ο καθένας να ξεφεύγει έχοντας σαν μαξιλαράκι τα χρήματα του Γερμανού φορολογουμένου. Βάση υπάρχει και στα δύο. Το ζήτημα όμως είναι ευρύτερο.

Η οικονομική κρίση, ό,τι κι αν λένε οι οικονομολόγοι και οι τραπεζίτες που ένιωσαν για πρώτη φορά τη δύναμη της εξουσίας να περνάει στα χέρια τους, δεν είναι οικονομικό πρόβλημα. Είναι κατ’ εξοχήν πολιτικό. Η κρίση δε του δημόσιου χρέους έχει ήδη απειλήσει τα θεμέλια του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Εξήντα χρόνια προσπαθειών να έρθουν οι Ευρωπαίοι πιο κοντά, κινδυνεύουν να χαθούν. Οι πολίτες, και ιδιαίτερα οι νεότερες γενιές, παραμένουν διχασμένοι ανάμεσα στην αναγκαιότητα των περικοπών και την ελπίδα για ανάπτυξη, ευημερία και απασχόληση.


Η οικοδόμηση πολιτικής ένωσης αποτελεί μια άνευ προηγουμένου ιστορική ευκαιρία


Η “λογιστική” λύση που στενόμυαλα οικονομικά μυαλά προσπαθούν να επιβάλουν, περιορίζεται στη λιτότητα και τα παραμύθια περί ψυχολογικής ανάκτησης εμπιστοσύνης. Αυτό επιχειρήθηκε και στις Βρυξέλλες προχτές, όπου αποφασίστηκαν αστυνομικές και δικονομικές μέθοδοι για να επιβληθεί στα κράτη δημοσιονομική πειθαρχία. Ορθά δεν επιτρέπεται ένα κράτος να παραφουσκώνει το Δημόσιο και να σκορπά επιδόματα με δανεικά εις βάρος άλλων κρατών. Η μέθοδος όμως που αποφασίστηκε είναι απαράδεκτη και αντιδημοκρατική. Μπορεί ανά πάσα στιγμή να αμφισβητηθεί από κάθε καλοπροαίρετο πολίτη, την ώρα που η πειθαρχία και μόνο, χωρίς αλληλεγγύη και επενδύσεις, οδηγεί σε προφανές αδιέξοδο.

Η έλλειψη δημοκρατικού ελέγχου για τις τρέχουσες αποφάσεις έχει άμεσες οικονομικές, κοινωνικές και φορολογικές συνέπειες. Από την ώρα που γίνεται προσπάθεια να χρησιμοποιηθεί το ευρωπαϊκό διακυβερνητικό επίπεδο για να παρακαμφθούν οι πολίτες. Οι ηγέτες που αποφασίζουν για όλους μας, κυρίως η Γερμανίδα καγκελάριος και ο Γάλλος πρόεδρος, λογοδοτούν και κρίνονται αποκλειστικά από τους ψηφοφόρους των χωρών τους. Κάτι άδικο και φασιστικό, τόσο για τους ίδιους τους ηγέτες, όσο και για τους πολίτες όλων των άλλων χωρών.

Η κρίση απέδειξε ότι το κοινό ευρωπαϊκό σχέδιο δεν μπορεί να υπάρξει αν δεν γίνει μέρος ενός πραγματικού ευρωπαϊκού δημόσιου χώρου. Η οικοδόμηση μιας ευρωπαϊκής πολιτικής ένωσης αποτελεί μια άνευ προηγουμένου ιστορική ευκαιρία. Να γεννηθεί η πραγματική διακρατική δημοκρατία που να βασίζεται στο συνομοσπονδιακό έστω μοντέλο. Να έχουν οι πολίτες την ευκαιρία να ψηφίζουν όσους αποφασίζουν γι’ αυτούς και να μην αισθάνονται έρμαιο στις ορέξεις των τραπεζιτών και των Βρυξελλιωτών γραφειοκρατών.

Η θεωρία δε ότι μετά την τελωνειακή και τη νομισματική, πρέπει να ακολουθήσει η δημοσιονομική ένωση για να φτάσουμε στην πολιτική ενοποίηση, είναι κατώτερη των περιστάσεων. Θα προκαλέσει τέτοια αντίδραση και απόγνωση η “διά βούρδουλα” επιβολή περικοπών και φτώχειας, που την Ευρώπη δεν θα τη θέλουν παρά ελάχιστοι.

Ο στρατηγός Ντε Γκωλ και ο Αντενάουερ, ο Ζισκάρ Ντ’ Εστέν, ο Φρανσουά Μιτεράν, ο Χέλμουτ Κολ και τόσοι άλλοι, προχώρησαν μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο σε βήματα που θεωρούνταν απονενοημένα για αιώνες. Σήμερα, λοιπόν, είναι η ώρα να αποκτήσουμε κάποιας μορφής Ευρωπαίο πρωθυπουργό που να εκλέγεται από τους πολίτες και να λογοδοτεί σε όλους τους πολίτες, χωρίς να χάνουν τα κράτη τη δυνατότητα παρέμβασης και αρνησικυρίας. Θα μπορούσε αυτό να το εξασφαλίζει ένας πρόεδρος εκλεγμένος από το Συμβούλιο ή και το ίδιο το Συμβούλιο.

Αν δεν βρεθούν σήμερα οι ηγέτες που θα προχωρήσουν στο επόμενο “αδιανόητο” βήμα και συνεχίσει η χορήγηση ασπιρίνων για να γιατρευτεί ο καρκίνος της οικονομικής ύφεσης, πολύ φοβάμαι ότι η Ευρώπη δεν θα υπάρχει για πολύ ακόμη. Και δεν θα φταίει γι’ αυτό ο κόσμος που θα πεινάει.

Είναι αλήθεια ότι η δύσκολη κατάσταση στην οικονομία, αλλά και η εύλογη αγωνία για το μέλλον ακόμη και της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, λειτουργούν αποπροσανατολιστικά σε σχέση με τις δημοτικές εκλογές. Δύο βδομάδες πριν και η αίσθηση που κυριαρχεί είναι ότι με αυτές ασχολούνται μόνο οι υποψήφιοι και ο στενός τους περίγυρος. Και όμως, μπαίνοντας στην τελική ευθεία, καλό είναι να αναλογιστούμε τα τρία επίπεδα στα οποία οι δημοτικές κινούνται.

Το πρώτο, ασφαλώς, είναι το επίπεδο των κομματικών συνεργασιών. Οι δημοτικές παρεμβάλλονται μεταξύ των βουλευτικών και των προεδρικών, έχοντας καθορίσει στο παρελθόν τη μεγάλη αναμέτρηση. Σήμερα είναι σαφές ότι δεν υπάρχει ξεκάθαρη κατεύθυνση. Είναι μεν κερδισμένο το ΑΚΕΛ εφόσον απέφυγε την απευκταία για το ίδιο πολιτική απομόνωση, φαίνεται δε ο ΔΗΣΥ να μην πετυχαίνει και πάλι ευρεία συνεργασία με το ΔΗΚΟ, αλλά το περιβάλλον είναι ακόμη πολύ θολό για τις εκλογές του 2013.

Αυτό που έχει επαναβεβαιωθεί αφορά το ΔΗΚΟ και την ΕΔΕΚ. Ο τρόπος με τον οποίο έχουν κινηθεί, δείχνει και την πρόθεσή τους να επιδιώξουν μέχρι τέλους υποψηφιότητες στις προεδρικές προερχόμενες από τους χώρους τους. Το κάθε κόμμα με τον δικό του τρόπο και τη δική του ατζέντα.


Κρίνονται σε λίγες μέρες οι συνεργασίες, το Μαρί αλλά και οι ίδιοι οι πολίτες


Το δεύτερο επίπεδο έχει να κάνει με τα πολιτικά μηνύματα των δημοτικών εκλογών. Και αυτά, όσο και αν το ΑΚΕΛ και το ΔΗΚΟ προσπαθούν να ελαχιστοποιήσουν τη σημασία τους, υπάρχουν. Οι δημοτικές είναι οι πρώτες πολιτειακές εκλογές μετά την έκρηξη στο Μαρί και μετά που έγινε πλέον πασιφανής η δυσχερής οικονομική κατάσταση. Διάφορα μηνύματα επιχείρησαν να περάσουν ομάδες πολιτών από την έκρηξη και μετά, χωρίς όμως επιτυχία. Το συνταγματικά κατοχυρωμένο μήνυμα προέρχεται ωστόσο αποκλειστικά από την κάλπη.

Εάν ΑΚΕΛ και ΔΗΚΟ καταφέρουν να εμφανίσουν την ευρεία συνεργασία τους επιτυχημένη, τότε, σε κομματικό επίπεδο, θα έχουν αφήσει αρκετά πίσω τις συνέπειες της μέχρι τώρα κυβερνητικής αποτυχίας. Ενδιαφέρον θα είναι, από την άλλη, το αν ο ΔΗΣΥ, με πολλές κατά τόπους συνεργασίες με την ΕΔΕΚ και άλλα κόμματα, πετύχει την εκλογή δημάρχων χωρίς το ΔΗΚΟ. Ένα ενδεχόμενο αρκετά πιθανό, που είναι μάλιστα ακόμη πιθανότερο να τον παρασύρει σε μια «ενθουσιαστική» ανάλυση των νέων πολιτικών δεδομένων.

Όπως σε κάθε δημοτικές, υπάρχουν και οι περιοχές «κλειδιά». Για την αξιολόγηση των συνεργασιών, τα «κλειδιά» ασφαλώς είναι πρώτα η Λάρνακα και η Πάφος και ακολούθως ο Στρόβολος. Σε Λάρνακα και Πάφο αναμετρώνται το ΑΚΕΛ με το ΔΗΚΟ έναντι των ΔΗΣΥ και ΕΔΕΚ. Με υποψηφίους μάλιστα που παρουσιάζουν έντονα τοπικά και πολιτικά χαρακτηριστικά. Θα αξιολογηθεί έτσι και η δυνατότητα των κομμάτων να επιβάλλουν στους ψηφοφόρους τους επιλογές με τις οποίες δεν ήταν και πολύ ενθουσιασμένοι…

Το ευρύτερο πολιτικό μήνυμα ασφαλώς θα βγει από τη Λευκωσία και τη Λεμεσό. Έστω και αν τα φαβορί στις δύο πόλεις είναι λίγο-πολύ ξεκάθαρα, εντούτοις το ποσοστό που θα πετύχουν αλλά και τα ποσοστά της αποχής από την άλλη, οφείλουν να προκαλέσουν στα κόμματα πολύ σοβαρή μελέτη και προβληματισμό για τις επόμενές τους κινήσεις.

Το τρίτο επίπεδο των δημοτικών εκλογών έχει να κάνει με την ίδια την τοπική αυτοδιοίκηση. Διότι, αν μέχρι σήμερα επικρατούσε η πλάνη ότι οι δήμοι χρειάζονται δήμαρχο καβγατζή και διεκδικητή, πλέον είναι σαφές ότι απαιτούνται προσωπικότητες που θα μπορούν να παράγουν από μόνοι τους έργο αντί απλώς να φωνάζουν γιατί έργα δεν υπάρχουν. Και όταν λέμε έργο, δεν εννοούμε το πεζοδρόμιο και την αποχέτευση έξω από την πόρτα μας, αλλά έναν ολοκληρωτικό σχεδιασμό που θα αλλάξει και θα αναμορφώσει τις άσχημες –ως επί το πλείστον– πόλεις μας, αποφορτίζοντάς τις από τα δυσθεώρητα γραφειοκρατικά εμπόδια.

Ομολογώ ότι χαίρομαι που βλέπω –ακόμη και υποψήφιους δημοτικούς συμβούλους– να παλεύουν με όλα τα μέσα για την εκλογή τους, έστω και αν καμιά φορά αυτή η τάση δείχνει υπερβολική. Το αν η προσπάθειά τους θα πετύχει ή αν θα έχουμε μια από τα ίδια, θα εξαρτηθεί από τους πολίτες. Οι οποίοι πολίτες επίσης θα κριθούν για το κατά πόσον ψηφίζουν πλέον την προοπτική έναντι της βόλεψης.

Κάθε άνθρωπος και οργανισμός υπάρχουν στιγμές που καλούνται να πάρουν γενναίες αποφάσεις. Και επειδή δυστυχώς ελάχιστα πράγματα είναι εύκολα στη ζωή, αυτές έχουν κόστος. Είτε προσωπικό (το λιγότερο ίσως), είτε ηθικό απέναντι σε αξίες, αρχές και ιδέες, είτε κόστος που αφορά πρόσωπα και καταστάσεις που υπάρχουν γύρω. Στις περιστάσεις αυτές, η κατάσταση μοιάζει συνήθως χαμένη από όλες τις πλευρές. Αυτό όμως είναι μια ψευδαίσθηση. Διότι πάντα θα υπάρχει η ζυγαριά στην οποία θα πρέπει τουλάχιστον να μπορείς να αξιολογήσεις το κόστος στη μία και την άλλη περίπτωση. Και άμα καταφέρεις να τις ιεραρχήσεις σωστά, τότε –μακροπρόθεσμα έστω– θα είσαι νικητής. Θα είσαι τουλάχιστον ήσυχος με τη συνείδησή σου.

Στην πολιτική, που λοιδορείται –όχι αναίτια– με μανία και ευκολία τα τελευταία χρόνια, τα διλήμματα αυτά είναι έτι δυσκολότερα. Υπάρχουν οι ώρες εκείνες που από πολιτικές αποφάσεις θα κριθεί το μέλλον μιας χώρας και ενός λαού. Και σε προσωπικό επίπεδο θα κριθεί το πώς θα γραφτεί στην ιστορία το όνομα ενός πολιτικού.

Έχουμε πει πάρα πολλά τα τελευταία χρόνια, οι λίγοι που από την αρχή προσπαθήσαμε να προκαλέσουμε με όλους τους δυνατούς «ειρηνικούς» τρόπους τη λήψη κάποιων ελάχιστων μέτρων που θα απέτρεπαν την οικονομία μας από το να βρεθεί μόλις προ της ανάγκης διάσωσης και μηχανισμών στήριξης. Αναγνωρίζαμε όμως πάντα την αντικειμενική πραγματικότητα. Ότι ζητούσαμε από το ΑΚΕΛ να αντιστρατευτεί τον εαυτό και τα πιστεύω του – όσο ουτοπικά και αν εμείς πιστεύουμε ότι αυτά είναι. Ζητούσαμε μια τεράστια υπέρβαση, που για έναν γνήσιο αριστερό σήμαινε ιδεολογική προδοσία. Να γίνει το κόμμα του –έστω προσωρινά– μια Αριστερά «κίβδηλη». Να αφαιρέσει ωφελήματα –όσο παράλογα και αν ήταν– από εργαζομένους, να κάνει οικονομίες στις κοινωνικές παροχές, να βοηθήσει τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις να προκαλέσουν ανάπτυξη. Κυρίως, να βάλει στο μυαλό του την πιθανότητα ένα κράτος να χρεοκοπήσει, για να μπορέσει να σκεφθεί το πώς αυτό το ενδεχόμενο μπορεί να αποτραπεί.


Καλύτερα μια Αριστερά προσωρινά «κίβδηλη» παρά μια Αριστερά «παιδοκτόνος»


Το γιατί του ζητούσαμε να κάνει αυτή την αυτοθυσία, γίνεται δυστυχώς πολύ εμφανές όσο περνά ο καιρός. Και ακριβώς εδώ είναι που μπαίνει η ζυγαριά και η άλλη της πλευρά. Όπου βρίσκονται η απώλεια της εθνικής κυριαρχίας, το να βρίσκεται η χώρα υπό ξένη κηδεμονία, το να μειώνονται πραγματικά μισθοί αντί να περιορίζονται απλά προνόμια, το να φεύγει κόσμος από τον δημόσιο και ημιδημόσιο τομέα, το να μάθουμε να ζούμε με διψήφιους δείκτες ανεργίας (50.000 και πάνω ανθρώπους), το να μπούμε σε παρατεταμένη ύφεση. Να είναι ο Κύπριος πολίτης μίζερος και σκυθρωπός στην καθημερινότητά του, όπως ακριβώς είναι και ο Ελλαδίτης, ο Ιταλός, ο Ισπανός σήμερα. Κινδυνεύει στις μέρες μας η Αριστερά στην Κύπρο να γίνει μια Αριστερά «παιδοκτόνος» των όσων διατείνεται ότι εκπροσωπεί και προστατεύει. Κυρίως των εργαζομένων.

Στα τέσσερα σχεδόν χρόνια που πέρασαν από την εκλογή του κ. Χριστόφια στην προεδρία, η προστασία του αριστερού «προφίλ» και η ψευδαίσθηση της διαφύλαξης του κόμματος υπήρξε η πρώτη προτεραιότητα. Οι κ. Χριστόφιας και Σταυράκης, που κλήθηκαν να λάβουν αποφάσεις, δεν έκαναν τίποτα, ελπίζοντας σε ένα θαύμα που θα μας έβγαζε από την κατηφόρα. Το ίδιο το ΑΚΕΛ δεν ήθελε καν να σκεφτεί ενδεχόμενα μέτρα που θα καταρράκωναν την εικόνα του.

Σήμερα, στο πηδάλιο της οικονομίας βρίσκεται μεν ένας άλλος άνθρωπος, αλλά ο καπετάνιος, οι αξιωματικοί και το πλήρωμα είναι ακριβώς οι ίδιοι. Τον κ. Καζαμία δεν τον γνωρίζω προσωπικά, αναγνωρίζω όμως ότι στην πορεία έδειξε πως μπορεί να λάβει αποφάσεις δύσκολες. Δείχνει σήμερα να αντιλαμβάνεται την κατάσταση, κάτι που είναι ήδη μια πρόοδος. Είμαι βέβαιος ότι και στο ΑΚΕΛ άρχισαν πλέον να μετρούν το κόστος αντιλαϊκών μέτρων από τη μια, σε σχέση με το πιθανό κόστος ένταξης στον μηχανισμό. Και το ισοζύγιο είναι προφανές ότι θα είναι εξαιρετικά πιο αρνητικό στη δεύτερη περίπτωση. Για τον Πρόεδρο, πιστεύω ότι απλά προτιμά να μην τα σκέφτεται.

Πιθανόν να είναι ήδη αργά για την οικονομία, αλλά αν έχουμε έστω μια πιθανότητα, είναι η τελευταία στιγμή να την δοκιμάσουμε. Είναι τώρα η ώρα του κ. Κίκη Καζαμία να δείξει –όχι φεύγοντας όπως το 2004 αλλά πολεμώντας αυτή τη φορά– κατά πόσον προτιμά μια Αριστερά προσωρινά «κίβδηλη» από μια Αριστερά «παιδοκτόνο». Αυτό είναι το δίλημμα.

Σήμερα, έχουμε δεκάδες δηλώσεις Ευρωπαίων αξιωματούχων για τα μαύρα χάλια που έφτασε την οικονομία η κυβέρνηση του κ. Χριστόφια, μέχρι και τελεσίγραφα από τον Όλι Ρεν για μέτρα πριν από τις 15 Δεκεμβρίου. Η αξιολόγηση της οικονομίας μας είναι ένα μικρό σκαλί πάνω από την κατηγορία «σκουπίδι» και η μία υποβάθμιση διαδέχεται την άλλη. Έχει πλέον αποδειχθεί ότι αυτός που κορόιδευε τον λαό για τον αριθμό των δημόσιων υπαλλήλων δεν ήταν ασφαλώς η στατιστική υπηρεσία, αλλά το Υπουργείο Οικονομικών και το ΑΚΕΛ. Διότι όντως αυξήθηκαν πάνω από 5.500 τα τελευταία τριάμισι χρόνια.

Δεν θα κουράζομαι να επαναλαμβάνω ότι «η ψυχολογία δεν τρώγεται» και γι’ αυτό δεν πιστεύω στη δημιουργία εικονικών πραγματικοτήτων. Η ψυχολογική ανάταση μπορεί να βασίζεται μόνο σε πραγματικά δεδομένα. Αλλιώς, δημιουργούνται προσδοκίες που η διάψευσή τους επιφέρει μεγαλύτερη πτώση απ’ ό,τι αν δεν είχαν δημιουργηθεί.

Όπως συνέβη με το φυσικό αέριο. Για σαμπάνιες που ανοίγονται στον «Όμηρο» από τη Noble διέρρεαν κάποιοι, μέχρι που πραγματικά στοιχεία προσγείωσαν ανώμαλα και την ψυχολογία, αλλά και τις μετοχές των Noble και Delec. Ο καθένας οφείλει να παρουσιάζει την πραγματικότητα, γιατί αλλιώς δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί.


Τρία χρόνια τους έχουμε μάθει. Ο Υπουργός τα μέτρα, ο Πρόεδρος τον συνδικαλισμό και βουρ για το μηχανισμό.


Η πραγματικότητα λοιπόν είναι ότι περιμένοντας εδώ και τρία χρόνια ένα θαύμα από κάποιον άγνωστο ύψιστο στα έγκατα της ΑΟΖ μας, κλείνει στην Κύπρο η μία μικρομεσαία επιχείρηση μετά την άλλη, απολύονται και μένουν άνεργοι χιλιάδες συμπολίτες μας, μισθοί και ωφελήματα στον ιδιωτικό τομέα περιορίζονται.

Μια μεγάλη κυπριακή τράπεζα είναι ήδη σε τροχιά κρατικοποίησης, η κατανάλωση και οι εισπράξεις από τον ΦΠΑ πέφτουν λες και κάνουν «Bungee Jumping», τα ακίνητα και η αγορά των αυτοκινήτων είναι στον αναπνευστήρα, ο τουρισμός πάει καλά σε αφίξεις, αλλά όχι τόσο σε έσοδα. Η απάντηση του κράτους που θα ήταν υποτίθεται μια σειρά δημόσιων έργων, αλυσοδέθηκε από την έλλειψη ρευστότητας των δημόσιων ταμείων και έργα αναστέλλονται, αναβάλλονται και ακυρώνονται, γιατί απλώς, λεφτά δεν υπάρχουν.

Το ρωσικό δάνειο μάς πάει μόνο μέχρι τον Απρίλιο. Το μοναδικό μέτρο που θα βοηθούσε την ανάπτυξη, η κατάργηση δηλαδή των μεταβιβαστικών που επαναστατικά αποφάσισε η Βουλή, αναπέμφθηκε και αυτό από τον Πρόεδρο. Οι προβλέψεις δε για τους ρυθμούς ανάπτυξης της χώρας επέστρεψαν στο απόλυτο μηδέν.

Ανέτρεξα σε δεκάδες άρθρα των τελευταίων τριών χρόνων, τα όποια εκλιπαρούσαν, κατηγορούσαν, ακόμη και αναθεμάτιζαν την κυβέρνηση για την απραξία της και την πορεία προς την οικονομική καταβαράθρωση.

Σήμερα, λοιπόν, δεν θα αναφερθώ σε μέτρα για να αναδιαρθρωθεί η οικονομία και να σωθούμε. Τρία χρόνια μετά, τους έχουμε μάθει πια και μπορούμε να φανταστούμε από πριν τη φαρσοκωμωδία που θα παρακολουθήσουμε τις επόμενες ημέρες.

Αυτή, δηλαδή, που θέλει τον υπουργό Οικονομικών –που σε αντίθεση με τον προκάτοχό του έχει αντίληψη της κατάστασης, ακούει ανθρώπους της οικονομίας και δεν θέλει να χρεωθεί τη χρεοκοπία– να προτείνει μέτρα και να τα παρουσιάζει σε συντεχνίες και κόμματα. ΔΗΚΟ, ΔΗΣΥ και ΕΔΕΚ θα συμφωνήσουν με αρκετά από αυτά, παρ’ όλο που θα τα θεωρήσουν ανεπαρκή. Θα τα θέτουν μάλιστα ως όρο για να στηρίξουν οποιαδήποτε αύξηση φορολογίας. Οι συντεχνίες από την άλλη θα κηρύξουν τον «νυν υπέρ πάντων αγώνα».

Την κρίσιμη δε στιγμή, στο πλευρό τους θα συνταχθεί και ο «εργατοπατέρας» Δημήτρης Χριστόφιας, τινάζοντάς τα όλα στον αέρα. Προτιμώντας, παραμονές δημοτικών εκλογών, να έλθουν οι ξένοι «συνωμότες» και να κατακρεουργήσουν εργατικά κεκτημένα, παρά να χρεωθεί ο ίδιος τον όποιο –έστω μικρό– περιορισμό τους.

Το θέατρο το έχουμε δει πολλάκις. Μακάρι να διαψευσθώ, αλλά αυτή τη φορά φοβάμαι ότι θα μετεξελιχθεί σε ένα Ζάλογγο, όχι τιμής, αλλά υποκρισίας και ανευθυνότητας στην πλάτη του λαού μας. Μακάρι να διαψευσθώ…

 

Από πολλούς στην Κύπρο, δεν θεωρείται και τόσο ενδιαφέρον να ασχολείσαι με την πολιτική σκηνή της Ελλάδας, ακόμη και όταν αυτή απασχολεί τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων απ’ άκρη σ’ άκρη της γης. Αυτή όμως είναι η αντιμετώπιση όσων δεν αντιλαμβάνονται τις προεκτάσεις και την πραγματική σύνδεση που υπάρχει μεταξύ των δύο κρατών. Ιδιαίτερα τις τελευταίες δεκαετίες.

Όπως και να ’χει, η πολιτική φάρσα που παίχτηκε στις πλάτες των Ελλήνων πολιτών την τελευταία εβδομάδα, είναι πολύ διδακτική για όλους. Με συμπεράσματα χρήσιμα, τρομοκρατικά, φρικτά, αλλά και παραδείγματα προς μίμηση.

Αν κάνουμε μια σύντομη διαδρομή του ορυμαγδού γεγονότων, θα ξεκινήσουμε από την μπλόφα του δημοψηφίσματος που έριξε ο κ. Παπανδρέου και άνοιξαν οι ασκοί του Αιόλου. Πρώτον, διότι για πρώτη φορά μια χώρα άνοιγε μόνη της το κεφάλαιο εθελούσιας εξόδου από την Ευρωζώνη, αλλά και, δεύτερον, διότι ο λαός τρόμαξε βλέποντας τη σοβαρή ευθύνη για το μέλλον της χώρας να ρίχνεται πάνω του.

Ο κ. Παπανδρέου έχασε το ασύμμετρο ρίσκο, αλλά και τη γη κάτω από τα πόδια στο εξωτερικό, και στο ίδιο το κόμμα του. Η Ελλάδα έπρεπε να αλλάξει ηγεσία για να σταθεί. Η συναίνεση δε των δύο έγινε εθνική αναγκαιότητα, όσο και αν κανείς δεν την πίστευε. Η ΝΔ ειδικά, που επιχείρησε να κρυφτεί πίσω από το ότι ο κ. Παπανδρέου δεν βροντοφώναξε «παραιτούμαι», επιδιώκοντας περισσότερο τον εξευτελισμό του πολιτικού αντιπάλου, παρά την ουσία.


Όταν έφτασε το μαχαίρι στο λαιμό, οι Έλληνες πολίτες ανακάλυψαν την ισχύ τους


Η απευθείας απειλή του Όλι Ρεν για έξοδο από την Ευρωζώνη ανέτρεψε για πρώτη φορά το μικροκομματικό παιχνίδι. Η ΝΔ αντιλήφθηκε ότι πρέπει –έστω κάπως– να συνεργαστεί, αλλιώς θα χρεωνόταν την ολική καταστροφή. Εκεί λοιπόν ξεκίνησε –σχεδόν δημοσίως– το μικροπολιτικό παζάρι που και στην Κύπρο ζούμε ειδικά μεταξύ πρώτης και δεύτερης Κυριακής. Εκεί αποδείχθηκε, μάλιστα, ότι τη συναίνεση κανείς δεν την πίστεψε και κανείς δεν την επεδίωκε στ’ αλήθεια.

Στόχο είχαν και οι δύο να προστατεύσουν το μαγαζί τους, το πολιτικό τους τομάρι και τα δικά τους κεκτημένα. Να μην αφήσουν καν την εντύπωση ότι παραχωρούν σε άλλα από τα παραδοσιακά χέρια την εξουσία, να κοροϊδέψουν ξανά τους ξένους και να θεωρούν ότι θα ξεγελάσουν τους πολίτες με την άμεση προεκλογική εκστρατεία.

Ο κ. Σαμαράς, βγάζοντας την ουρά του απ’ έξω και επιδιώκοντας την ελάχιστη δυνατή συμμετοχή και την όσο το δυνατόν πιο ευκρινή συνέχεια της κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ από τη μια, και ο κ. Παπανδρέου, με επιλογές όπως του στενού του συνεργάτη κ. Πετσάλνικου που τον διατηρούσε στον έλεγχο των πάντων από την άλλη, προσπάθησαν να πετύχουν ένα και μόνο πράγμα: να μην αλλάξει τίποτα, να μην απειληθεί το μικροσύστημα διαδοχής στην εξουσία και να μην εμφανιστεί κανείς που μπορεί να είναι πιο ικανός.

Δεν μυθοποιώ ανθρώπους και δεν έχω προσωπική άποψη για τον κ. Παπαδήμο. Ξέρω όμως ότι θα ξεκινούσε με τις καλύτερες δυνατές προοπτικές υπό τις περιστάσεις, εφόσον εξασφάλιζε τουλάχιστον τη σοβαρότητα, τη γνώση και την έξωθεν καλή μαρτυρία. Φαινόταν η καλύτερη λύση και πέντε μέρες ο κόσμος όλος συζητούσε το όνομά του. Όλος ο κόσμος εκτός από τους δύο ηγέτες που έπρεπε! Με τα μικροπολιτικά συστήματα του καθενός να διαρρέουν φαντασιώσεις, μπας και καταφέρουν να τον κάψουν.

Στο άκουσμα λοιπόν μιας επιλογής χαμηλών προσδοκιών, όπως εκείνης του κ. Πετσάλνικου, λειτούργησε το ένστικτο επιβίωσης της κοινωνίας. Και αυτό πιστεύω ότι αποτελεί το μεγαλύτερο μάθημα όλης αυτής της ιστορίας. Διότι αν κάποιος είχε παρακολουθήσει τη λυσσαλέα αντίδραση των πολιτών –με επιχειρήματα– μέσα από σύγχρονα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπως twitter, facebook και sms, θα αντιλαμβανόταν ποια ήταν πράγματι η αιτία που υποχρέωσε 50 βουλευτές του ΠΑΣΟΚ να απειλήσουν με παραίτηση και να συμπεριφερθούν ως εκπρόσωποι του λαού και όχι ως κομματικοί υπηρέτες.

Τα αντανακλαστικά των πολιτών επέβαλαν τη διατήρηση ζωντανής της ελπίδας για διάσωση της χώρας, απέναντι στο κομματικό παζάρι. Επέβαλαν τον κ. Παπαδήμο επειδή πίστεψαν ότι αποτελούσε την τελευταία ευκαιρία. Το γιατί όμως τα αντανακλαστικά αυτά ενεργοποιούνται ελάχιστα πριν την καταστροφή, ας μας προβληματίσει όλους.

Καλή δύναμη στον κ. Παπαδήμο. Ας τον αφήσουν τουλάχιστον να δουλέψει. Ας ευχηθούμε να ανταποκριθεί.


Σχολιάζοντας τη δραματική κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η Ελλάδα, μια φίλη έγραψε στο twitter κάτι με το οποίο και συμφωνώ και έχω υποστηρίξει μέχρι σημείου που να κινδυνεύω να χαρακτηριστώ γραφικός: «Πολιτική σημαίνει επίτευξη πολιτικών στόχων, όχι διαχείριση κακομοιριάς και επαρχιακός τακτικισμός».

Το τζογάρισμα και η μπλόφα δεν είναι σημερινά στην πολιτική. Συνέβαιναν από αρχαιοτάτων χρόνων μεταξύ βασιλιάδων, δικτατόρων, απεσταλμένων, προέδρων, πρωθυπουργών. Κάποιες ενέργειες αυτού του είδους μάλιστα πιθανόν να δρομολόγησαν ή να απέτρεψαν ιστορικά γεγονότα. Ποιο λοιπόν το πρόβλημα σήμερα;

Το πρόβλημα σήμερα είναι ότι οι ηγέτες πλέον δεν επιχειρούν –όταν επιχειρούν– να πιέσουν ο ένας τον άλλο χρησιμοποιώντας τεχνάσματα, σε διαπραγματεύσεις πίσω από κλειστές πόρτες. Πλέον τζογάρουν πολιτικά μπροστά στα μάτια του λαού, επιχειρώντας να ξεγελάσουν, να εκβιάσουν και να παρασύρουν τον πολίτη τον ίδιο. Σε αντίθεση με το παρελθόν, κάθε πολιτική «ζαριά» που κάποτε δεν είχε κόστος, σήμερα, την εποχή της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας, αποκτά παγκόσμιες προεκτάσεις και προκαλεί ανεπανόρθωτα γεγονότα. Σε λεπτά, περιουσίες χάνονται στα χρηματιστήρια λόγω μιας λάθος διατύπωσης.

Δεν είναι μόνο ελλαδικό το φαινόμενο του ανεύθυνου πολιτικού τζόγου. Παντού γίνεται και έχει συμβεί και στην Κύπρο τα τελευταία χρόνια αρκετές φορές. Στην Ελλάδα όμως, ο πρωθυπουργός ξεπέρασε κάθε όριο. Διότι με την εξαγγελία για δημοψήφισμα, είναι προφανές ότι ο κ. Παπανδρέου επιχειρούσε να πετύχει μια σειρά στόχων, που κάθε άλλο παρά σχέση με το περιεχόμενο του είχαν.


Οι πολιτικές αλχημείες γίνονται για να καλύψουν πολιτικές ελλείψεις και αδυναμίες


Ο Έλληνας πρωθυπουργός με την πρόταση για δημοψήφισμα επιχείρησε προφανώς να μετακυλήσει μέρος των ευθυνών του στον λαό. Να δείξει δηλαδή στους πολίτες τι αναγκάζεται ο ίδιος να διαπραγματεύεται και να τους κάνει έστω με κάποιο τρόπο μέρος του προβλήματος και όχι απλά μέρος της διαμαρτυρίας. Προσπάθησε να πιέσει την Ευρώπη ότι χρειάζεται λίγο αναπνοή και καλύτερους όρους. Προσπάθησε να πιέσει τη Νέα Δημοκρατία να τοποθετηθεί επιτέλους στα μεγάλα διλήμματα, αντί να κολοκυνθίζει και να κρύβεται.

Δεν θα μπορούσε κάποιος να χαρακτηρίσει τις προθέσεις αυτές κακές. Ο τρόπος όμως που επιχείρησε να τις πετύχει, επενδύοντας στο ρίσκο του δημοψηφίσματος, ήταν καταδικαστέος και καταστροφικός. Ξέχασε ο κ. Παπανδρέου τις παγκόσμιες προεκτάσεις των πράξεων του, που αποσυντόνισαν και τρόμαξαν ολόκληρη την υφήλιο. Και ξέχασε ότι ο ηγέτης δεν μπορεί να βάζει τον λαό μπροστά για να κρυφτεί, αλλά οφείλει να πείθει και να καθοδηγεί τον λαό του.

Ο κ. Παπανδρέου με την κίνησή του αποκάλυψε τη γύμνια του σημερινού πολιτικού συστήματος που –λίγο πολύ– χαρακτηρίζει ολόκληρη την υφήλιο σχεδόν. Σίγουρα μάλιστα χαρακτηρίζει μεγάλο μέρος της Ευρώπης. Γιατί, όταν το πολιτικό σύστημα είναι εύθραυστο, ανασφαλές και ανεπαρκές, οι αγορές αντιδρούν. Όταν η πολιτική καταντά λογιστική πράξη και πράξη ευκαιριακού λαϊκισμού, όταν γίνεται διαχειριστής της κοινής γνώμης και των γεγονότων, αντί διαμορφωτής τους, η οικονομία υποκύπτει στην ψυχολογία του όχλου. Οι πολιτικοί για να κρύψουν τις ελλείψεις και την αδυναμία ηγεσίας, καταφεύγουν στα τρικ, τον λαϊκισμό, τον τζόγο και την επικοινωνία χωρίς όμως να ξεγελούν και να πείθουν κανέναν εκτός από τους ίδιους πλέον.

Τώρα που όλοι έχουμε δει σε κάθε χώρα –με τις ιδιαιτερότητες της κάθε μιας– «τον ουρανό σφοντύλι», τώρα που διακυβεύονται πια το βοιωτικό επίπεδο και κατακτήσεις γενιών και γενιών, είναι ίσως η ώρα να αντιληφθούμε ότι εμείς είναι που ζητούσαμε τόσα χρόνια τζογαδόρους, ευκαιριακούς και ανεπαρκείς ηγέτες. Ηγέτες που θα τους «κάναμε ό,τι θέλαμε» νομίζαμε, για να τακτοποιούνται οι δουλειές μας. Και όταν αποφασίσουμε ότι δεν θέλουμε να είμαστε η μπίλια στη ρουλέτα, τότε ίσως θα δούμε και την πολιτική να επιστρέφει στην ουσία της.

Έχω την εντύπωση ότι πολύ ελαφρά παίρνουμε εδώ στην Κύπρο το «κούρεμα» των ελληνικών ομολόγων στο 50% και τις συνέπειες του στην ελληνική οικονομία. Βασισμένοι στις εκ καθήκοντος καθησυχαστικές ανακοινώσεις των τραπεζών και του υπουργού των Οικονομικών δημιουργείται η εντύπωση ότι ξεπεράσαμε τον σκόπελο. Αμ δε όμως… Τώρα είναι που αρχίζουν τα ακόμη πιο δύσκολα.

Ήμουν πάντα της άποψης ότι η «ψυχολογία δεν τρώγεται» και γι’ αυτό είναι που θεωρώ κάθε προσπάθεια τόνωσης της ψυχολογίας της αγοράς με ανακοινώσεις και δημοσιεύματα που προσπαθούν απλώς να κτίσουν εικονικές πραγματικότητες, αποτυχημένη από χέρι. Το άρθρο αυτό μάλιστα γράφεται ανήμερα της 28ης Οκτωβρίου και με θαυμασμό προς τα λόγια του Ουίνστον Τσόρτσιλ: «Δεν έχω τίποτα να προσφέρω, παρά αίμα, μόχθο, δάκρυα και ιδρώτα». Η πιο πάνω φράση είναι ίσως το μεγαλύτερο αντίβαρο σε όσους θέλουν να προσφέρουν εύκολες λύσεις και αναίμακτες νίκες.

Ας πάμε, λοιπόν, στη σημερινή πραγματικότητα. Το «κούρεμα» των ελληνικών ομολόγων ασφαλώς και επηρεάζει πρώτα απ’ όλους τις τράπεζες και πιο ειδικά τις δύο μεγάλες. Για να είμαστε δίκαιοι, η μεν Τράπεζα Κύπρου έδειξε με την ανακοίνωσή της ότι μπορεί να αντέξει από μόνη της τη ζημιά, η δε Marfin Laiki Bank, δεν έπεισε. Μεγάλο πρόβλημα έχουν εξ ορισμού τα εξ Ελλάδος τραπεζικά ιδρύματα. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι κάποια τράπεζα θα χρεοκοπήσει, ούτε ότι θα χαθούν οι καταθέσεις. Συνεπάγεται όμως περιπέτειες, θα αναγκαστεί να αποξενωθεί κεφαλαιουχικά στοιχεία και πιθανόν να υποχρεωθεί είτε να εξαγοραστεί, είτε να συγχωνευθεί, είτε να υποστεί κρατικοποίηση. Η Κύπρος παράλληλα ήδη δέχθηκε νέα υποβάθμιση από τους S&P, με τον ορίζοντά της να καθορίζεται ξανά ως αρνητικός.


Το «κούρεμα» σημαίνει ελάχιστα δάνεια και υψηλά επιτόκια. Υπάρχει διέξοδος;


Ωραία όλα αυτά. Το θέμα όμως είναι τι σημαίνει αυτό για τον κάθε Κύπριο πολίτη και την οικονομία ευρύτερα. Διότι οι επιπτώσεις μέσα στο επόμενο οκτάμηνο θα είναι σκληρές. Πρώτο, σημαίνει ότι κλείνει σχεδόν εντελώς η πόρτα του δανεισμού σε κυπριακά νοικοκυριά και επιχειρήσεις, από τα μεγάλα τραπεζικά ιδρύματα τουλάχιστον. Δεύτερον, πιθανόν να σημαίνει υψηλότερα επιτόκια και σίγουρα τεράστια και αφόρητη πίεση προς όσους έχουν δάνεια, για να ανταποκριθούν. Ίσως να έχουμε και πολύ πιο ριζικές επεμβάσεις σε επισφαλείς λογαριασμούς. Τρίτο και οικονομικά σημαντικότερο, σημαίνει μούδιασμα των ξένων που διατηρούν τις καταθέσεις τους στην Κύπρο και πιθανές αποχωρήσεις, σε ένα ντόμινο δυσάρεστων για τη χώρα εξελίξεων. Την ίδια στιγμή ασφαλώς η αγορά για τον επόμενο χρόνο ολοένα θα στεγνώνει, το κράτος θα εισπράττει λιγότερα έσοδα από φορολογία και ο εφιάλτης της ανεργίας θα γίνεται μεγαλύτερος.

Η πιο πάνω είναι η πραγματικότητα όπως προδιαγράφεται, έχοντας μάλιστα υπόψη τη δειλή, οπισθοδρομική και φοβική πολιτική της σημερινής κυβέρνησης να αντιμετωπίσει με θάρρος και στρατηγικό σχεδιασμό τη δύσκολη κατάσταση. Η οποία με δύο λέξεις περιγράφεται ως «λεφτά δεν υπάρχουν», ούτε από τις τράπεζες, ούτε από το κράτος. Άρα, πρέπει να περιπέσουμε σε μιζέρια και κατάθλιψη; Εγώ πιστεύω πως όχι. Διότι κάθε φορά βρίσκονται ευκαιρίες μέσα από τα προβλήματα. Και ευκαιρίες είμαι πεπεισμένος ότι μπορούμε να δημιουργήσουμε. Διέξοδος υπάρχει, φτάνει να είμαστε αποφασιστικοί και ανοικτόμυαλοι.

Αν λεφτά δεν υπάρχουν στην Κύπρο, υπάρχουν αλλού. Και αν είμαστε πραγματικά ικανοί να καταφέρουμε να τα φέρουμε στη χώρα μας, με τη μορφή ξένων επενδύσεων. Να ανοίξουμε αγορές που παραμένουν κλειστές λόγω της στενοκεφαλιάς μας. Στην παιδεία να φύγουμε από την εμμονή των μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων και να ανοίξουμε τις πόρτες για την εγκατάσταση εδώ ξένων πανεπιστημίων. Το ίδιο στην υγεία, την τεχνολογία, τα καζίνο, την επιχειρηματικότητα γενικά.

Να δώσουμε κίνητρα, όπως την παραχώρηση κρατικής γης, επιπλέον φορολογικών κινήτρων, εύκολων διαδικασιών, εύκολη υποδοχή ξένων επαγγελματιών. Να ανοίξουμε θεματικά πάρκα όπου ξένες επιχειρήσεις θα μπορούν να δραστηριοποιηθούν «επί του εδάφους» και όχι απλά μέσα από την ταμπέλα και τις καταθέσεις. Και λέω μόνο ορισμένα παραδείγματα, για να μην περιοριζόμαστε στη Θεία Πρόνοια του αερίου που –μακάρι να έρθει– θα αποδώσει σε βάθος χρόνου.

Μπροστά μας είναι πλέον επιτακτική η πρόκληση. Θα διαχειριστούμε τη φτώχεια ή θα επιχειρήσουμε να την ανατρέψουμε; Μπορούμε τουλάχιστον –επιτέλους– να προσπαθήσουμε.

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 504 other followers