Είναι αλήθεια ότι η δύσκολη κατάσταση στην οικονομία, αλλά και η εύλογη αγωνία για το μέλλον ακόμη και της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, λειτουργούν αποπροσανατολιστικά σε σχέση με τις δημοτικές εκλογές. Δύο βδομάδες πριν και η αίσθηση που κυριαρχεί είναι ότι με αυτές ασχολούνται μόνο οι υποψήφιοι και ο στενός τους περίγυρος. Και όμως, μπαίνοντας στην τελική ευθεία, καλό είναι να αναλογιστούμε τα τρία επίπεδα στα οποία οι δημοτικές κινούνται.

Το πρώτο, ασφαλώς, είναι το επίπεδο των κομματικών συνεργασιών. Οι δημοτικές παρεμβάλλονται μεταξύ των βουλευτικών και των προεδρικών, έχοντας καθορίσει στο παρελθόν τη μεγάλη αναμέτρηση. Σήμερα είναι σαφές ότι δεν υπάρχει ξεκάθαρη κατεύθυνση. Είναι μεν κερδισμένο το ΑΚΕΛ εφόσον απέφυγε την απευκταία για το ίδιο πολιτική απομόνωση, φαίνεται δε ο ΔΗΣΥ να μην πετυχαίνει και πάλι ευρεία συνεργασία με το ΔΗΚΟ, αλλά το περιβάλλον είναι ακόμη πολύ θολό για τις εκλογές του 2013.

Αυτό που έχει επαναβεβαιωθεί αφορά το ΔΗΚΟ και την ΕΔΕΚ. Ο τρόπος με τον οποίο έχουν κινηθεί, δείχνει και την πρόθεσή τους να επιδιώξουν μέχρι τέλους υποψηφιότητες στις προεδρικές προερχόμενες από τους χώρους τους. Το κάθε κόμμα με τον δικό του τρόπο και τη δική του ατζέντα.


Κρίνονται σε λίγες μέρες οι συνεργασίες, το Μαρί αλλά και οι ίδιοι οι πολίτες


Το δεύτερο επίπεδο έχει να κάνει με τα πολιτικά μηνύματα των δημοτικών εκλογών. Και αυτά, όσο και αν το ΑΚΕΛ και το ΔΗΚΟ προσπαθούν να ελαχιστοποιήσουν τη σημασία τους, υπάρχουν. Οι δημοτικές είναι οι πρώτες πολιτειακές εκλογές μετά την έκρηξη στο Μαρί και μετά που έγινε πλέον πασιφανής η δυσχερής οικονομική κατάσταση. Διάφορα μηνύματα επιχείρησαν να περάσουν ομάδες πολιτών από την έκρηξη και μετά, χωρίς όμως επιτυχία. Το συνταγματικά κατοχυρωμένο μήνυμα προέρχεται ωστόσο αποκλειστικά από την κάλπη.

Εάν ΑΚΕΛ και ΔΗΚΟ καταφέρουν να εμφανίσουν την ευρεία συνεργασία τους επιτυχημένη, τότε, σε κομματικό επίπεδο, θα έχουν αφήσει αρκετά πίσω τις συνέπειες της μέχρι τώρα κυβερνητικής αποτυχίας. Ενδιαφέρον θα είναι, από την άλλη, το αν ο ΔΗΣΥ, με πολλές κατά τόπους συνεργασίες με την ΕΔΕΚ και άλλα κόμματα, πετύχει την εκλογή δημάρχων χωρίς το ΔΗΚΟ. Ένα ενδεχόμενο αρκετά πιθανό, που είναι μάλιστα ακόμη πιθανότερο να τον παρασύρει σε μια «ενθουσιαστική» ανάλυση των νέων πολιτικών δεδομένων.

Όπως σε κάθε δημοτικές, υπάρχουν και οι περιοχές «κλειδιά». Για την αξιολόγηση των συνεργασιών, τα «κλειδιά» ασφαλώς είναι πρώτα η Λάρνακα και η Πάφος και ακολούθως ο Στρόβολος. Σε Λάρνακα και Πάφο αναμετρώνται το ΑΚΕΛ με το ΔΗΚΟ έναντι των ΔΗΣΥ και ΕΔΕΚ. Με υποψηφίους μάλιστα που παρουσιάζουν έντονα τοπικά και πολιτικά χαρακτηριστικά. Θα αξιολογηθεί έτσι και η δυνατότητα των κομμάτων να επιβάλλουν στους ψηφοφόρους τους επιλογές με τις οποίες δεν ήταν και πολύ ενθουσιασμένοι…

Το ευρύτερο πολιτικό μήνυμα ασφαλώς θα βγει από τη Λευκωσία και τη Λεμεσό. Έστω και αν τα φαβορί στις δύο πόλεις είναι λίγο-πολύ ξεκάθαρα, εντούτοις το ποσοστό που θα πετύχουν αλλά και τα ποσοστά της αποχής από την άλλη, οφείλουν να προκαλέσουν στα κόμματα πολύ σοβαρή μελέτη και προβληματισμό για τις επόμενές τους κινήσεις.

Το τρίτο επίπεδο των δημοτικών εκλογών έχει να κάνει με την ίδια την τοπική αυτοδιοίκηση. Διότι, αν μέχρι σήμερα επικρατούσε η πλάνη ότι οι δήμοι χρειάζονται δήμαρχο καβγατζή και διεκδικητή, πλέον είναι σαφές ότι απαιτούνται προσωπικότητες που θα μπορούν να παράγουν από μόνοι τους έργο αντί απλώς να φωνάζουν γιατί έργα δεν υπάρχουν. Και όταν λέμε έργο, δεν εννοούμε το πεζοδρόμιο και την αποχέτευση έξω από την πόρτα μας, αλλά έναν ολοκληρωτικό σχεδιασμό που θα αλλάξει και θα αναμορφώσει τις άσχημες –ως επί το πλείστον– πόλεις μας, αποφορτίζοντάς τις από τα δυσθεώρητα γραφειοκρατικά εμπόδια.

Ομολογώ ότι χαίρομαι που βλέπω –ακόμη και υποψήφιους δημοτικούς συμβούλους– να παλεύουν με όλα τα μέσα για την εκλογή τους, έστω και αν καμιά φορά αυτή η τάση δείχνει υπερβολική. Το αν η προσπάθειά τους θα πετύχει ή αν θα έχουμε μια από τα ίδια, θα εξαρτηθεί από τους πολίτες. Οι οποίοι πολίτες επίσης θα κριθούν για το κατά πόσον ψηφίζουν πλέον την προοπτική έναντι της βόλεψης.

Κάθε άνθρωπος και οργανισμός υπάρχουν στιγμές που καλούνται να πάρουν γενναίες αποφάσεις. Και επειδή δυστυχώς ελάχιστα πράγματα είναι εύκολα στη ζωή, αυτές έχουν κόστος. Είτε προσωπικό (το λιγότερο ίσως), είτε ηθικό απέναντι σε αξίες, αρχές και ιδέες, είτε κόστος που αφορά πρόσωπα και καταστάσεις που υπάρχουν γύρω. Στις περιστάσεις αυτές, η κατάσταση μοιάζει συνήθως χαμένη από όλες τις πλευρές. Αυτό όμως είναι μια ψευδαίσθηση. Διότι πάντα θα υπάρχει η ζυγαριά στην οποία θα πρέπει τουλάχιστον να μπορείς να αξιολογήσεις το κόστος στη μία και την άλλη περίπτωση. Και άμα καταφέρεις να τις ιεραρχήσεις σωστά, τότε –μακροπρόθεσμα έστω– θα είσαι νικητής. Θα είσαι τουλάχιστον ήσυχος με τη συνείδησή σου.

Στην πολιτική, που λοιδορείται –όχι αναίτια– με μανία και ευκολία τα τελευταία χρόνια, τα διλήμματα αυτά είναι έτι δυσκολότερα. Υπάρχουν οι ώρες εκείνες που από πολιτικές αποφάσεις θα κριθεί το μέλλον μιας χώρας και ενός λαού. Και σε προσωπικό επίπεδο θα κριθεί το πώς θα γραφτεί στην ιστορία το όνομα ενός πολιτικού.

Έχουμε πει πάρα πολλά τα τελευταία χρόνια, οι λίγοι που από την αρχή προσπαθήσαμε να προκαλέσουμε με όλους τους δυνατούς «ειρηνικούς» τρόπους τη λήψη κάποιων ελάχιστων μέτρων που θα απέτρεπαν την οικονομία μας από το να βρεθεί μόλις προ της ανάγκης διάσωσης και μηχανισμών στήριξης. Αναγνωρίζαμε όμως πάντα την αντικειμενική πραγματικότητα. Ότι ζητούσαμε από το ΑΚΕΛ να αντιστρατευτεί τον εαυτό και τα πιστεύω του – όσο ουτοπικά και αν εμείς πιστεύουμε ότι αυτά είναι. Ζητούσαμε μια τεράστια υπέρβαση, που για έναν γνήσιο αριστερό σήμαινε ιδεολογική προδοσία. Να γίνει το κόμμα του –έστω προσωρινά– μια Αριστερά «κίβδηλη». Να αφαιρέσει ωφελήματα –όσο παράλογα και αν ήταν– από εργαζομένους, να κάνει οικονομίες στις κοινωνικές παροχές, να βοηθήσει τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις να προκαλέσουν ανάπτυξη. Κυρίως, να βάλει στο μυαλό του την πιθανότητα ένα κράτος να χρεοκοπήσει, για να μπορέσει να σκεφθεί το πώς αυτό το ενδεχόμενο μπορεί να αποτραπεί.


Καλύτερα μια Αριστερά προσωρινά «κίβδηλη» παρά μια Αριστερά «παιδοκτόνος»


Το γιατί του ζητούσαμε να κάνει αυτή την αυτοθυσία, γίνεται δυστυχώς πολύ εμφανές όσο περνά ο καιρός. Και ακριβώς εδώ είναι που μπαίνει η ζυγαριά και η άλλη της πλευρά. Όπου βρίσκονται η απώλεια της εθνικής κυριαρχίας, το να βρίσκεται η χώρα υπό ξένη κηδεμονία, το να μειώνονται πραγματικά μισθοί αντί να περιορίζονται απλά προνόμια, το να φεύγει κόσμος από τον δημόσιο και ημιδημόσιο τομέα, το να μάθουμε να ζούμε με διψήφιους δείκτες ανεργίας (50.000 και πάνω ανθρώπους), το να μπούμε σε παρατεταμένη ύφεση. Να είναι ο Κύπριος πολίτης μίζερος και σκυθρωπός στην καθημερινότητά του, όπως ακριβώς είναι και ο Ελλαδίτης, ο Ιταλός, ο Ισπανός σήμερα. Κινδυνεύει στις μέρες μας η Αριστερά στην Κύπρο να γίνει μια Αριστερά «παιδοκτόνος» των όσων διατείνεται ότι εκπροσωπεί και προστατεύει. Κυρίως των εργαζομένων.

Στα τέσσερα σχεδόν χρόνια που πέρασαν από την εκλογή του κ. Χριστόφια στην προεδρία, η προστασία του αριστερού «προφίλ» και η ψευδαίσθηση της διαφύλαξης του κόμματος υπήρξε η πρώτη προτεραιότητα. Οι κ. Χριστόφιας και Σταυράκης, που κλήθηκαν να λάβουν αποφάσεις, δεν έκαναν τίποτα, ελπίζοντας σε ένα θαύμα που θα μας έβγαζε από την κατηφόρα. Το ίδιο το ΑΚΕΛ δεν ήθελε καν να σκεφτεί ενδεχόμενα μέτρα που θα καταρράκωναν την εικόνα του.

Σήμερα, στο πηδάλιο της οικονομίας βρίσκεται μεν ένας άλλος άνθρωπος, αλλά ο καπετάνιος, οι αξιωματικοί και το πλήρωμα είναι ακριβώς οι ίδιοι. Τον κ. Καζαμία δεν τον γνωρίζω προσωπικά, αναγνωρίζω όμως ότι στην πορεία έδειξε πως μπορεί να λάβει αποφάσεις δύσκολες. Δείχνει σήμερα να αντιλαμβάνεται την κατάσταση, κάτι που είναι ήδη μια πρόοδος. Είμαι βέβαιος ότι και στο ΑΚΕΛ άρχισαν πλέον να μετρούν το κόστος αντιλαϊκών μέτρων από τη μια, σε σχέση με το πιθανό κόστος ένταξης στον μηχανισμό. Και το ισοζύγιο είναι προφανές ότι θα είναι εξαιρετικά πιο αρνητικό στη δεύτερη περίπτωση. Για τον Πρόεδρο, πιστεύω ότι απλά προτιμά να μην τα σκέφτεται.

Πιθανόν να είναι ήδη αργά για την οικονομία, αλλά αν έχουμε έστω μια πιθανότητα, είναι η τελευταία στιγμή να την δοκιμάσουμε. Είναι τώρα η ώρα του κ. Κίκη Καζαμία να δείξει –όχι φεύγοντας όπως το 2004 αλλά πολεμώντας αυτή τη φορά– κατά πόσον προτιμά μια Αριστερά προσωρινά «κίβδηλη» από μια Αριστερά «παιδοκτόνο». Αυτό είναι το δίλημμα.

Σήμερα, έχουμε δεκάδες δηλώσεις Ευρωπαίων αξιωματούχων για τα μαύρα χάλια που έφτασε την οικονομία η κυβέρνηση του κ. Χριστόφια, μέχρι και τελεσίγραφα από τον Όλι Ρεν για μέτρα πριν από τις 15 Δεκεμβρίου. Η αξιολόγηση της οικονομίας μας είναι ένα μικρό σκαλί πάνω από την κατηγορία «σκουπίδι» και η μία υποβάθμιση διαδέχεται την άλλη. Έχει πλέον αποδειχθεί ότι αυτός που κορόιδευε τον λαό για τον αριθμό των δημόσιων υπαλλήλων δεν ήταν ασφαλώς η στατιστική υπηρεσία, αλλά το Υπουργείο Οικονομικών και το ΑΚΕΛ. Διότι όντως αυξήθηκαν πάνω από 5.500 τα τελευταία τριάμισι χρόνια.

Δεν θα κουράζομαι να επαναλαμβάνω ότι «η ψυχολογία δεν τρώγεται» και γι’ αυτό δεν πιστεύω στη δημιουργία εικονικών πραγματικοτήτων. Η ψυχολογική ανάταση μπορεί να βασίζεται μόνο σε πραγματικά δεδομένα. Αλλιώς, δημιουργούνται προσδοκίες που η διάψευσή τους επιφέρει μεγαλύτερη πτώση απ’ ό,τι αν δεν είχαν δημιουργηθεί.

Όπως συνέβη με το φυσικό αέριο. Για σαμπάνιες που ανοίγονται στον «Όμηρο» από τη Noble διέρρεαν κάποιοι, μέχρι που πραγματικά στοιχεία προσγείωσαν ανώμαλα και την ψυχολογία, αλλά και τις μετοχές των Noble και Delec. Ο καθένας οφείλει να παρουσιάζει την πραγματικότητα, γιατί αλλιώς δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί.


Τρία χρόνια τους έχουμε μάθει. Ο Υπουργός τα μέτρα, ο Πρόεδρος τον συνδικαλισμό και βουρ για το μηχανισμό.


Η πραγματικότητα λοιπόν είναι ότι περιμένοντας εδώ και τρία χρόνια ένα θαύμα από κάποιον άγνωστο ύψιστο στα έγκατα της ΑΟΖ μας, κλείνει στην Κύπρο η μία μικρομεσαία επιχείρηση μετά την άλλη, απολύονται και μένουν άνεργοι χιλιάδες συμπολίτες μας, μισθοί και ωφελήματα στον ιδιωτικό τομέα περιορίζονται.

Μια μεγάλη κυπριακή τράπεζα είναι ήδη σε τροχιά κρατικοποίησης, η κατανάλωση και οι εισπράξεις από τον ΦΠΑ πέφτουν λες και κάνουν «Bungee Jumping», τα ακίνητα και η αγορά των αυτοκινήτων είναι στον αναπνευστήρα, ο τουρισμός πάει καλά σε αφίξεις, αλλά όχι τόσο σε έσοδα. Η απάντηση του κράτους που θα ήταν υποτίθεται μια σειρά δημόσιων έργων, αλυσοδέθηκε από την έλλειψη ρευστότητας των δημόσιων ταμείων και έργα αναστέλλονται, αναβάλλονται και ακυρώνονται, γιατί απλώς, λεφτά δεν υπάρχουν.

Το ρωσικό δάνειο μάς πάει μόνο μέχρι τον Απρίλιο. Το μοναδικό μέτρο που θα βοηθούσε την ανάπτυξη, η κατάργηση δηλαδή των μεταβιβαστικών που επαναστατικά αποφάσισε η Βουλή, αναπέμφθηκε και αυτό από τον Πρόεδρο. Οι προβλέψεις δε για τους ρυθμούς ανάπτυξης της χώρας επέστρεψαν στο απόλυτο μηδέν.

Ανέτρεξα σε δεκάδες άρθρα των τελευταίων τριών χρόνων, τα όποια εκλιπαρούσαν, κατηγορούσαν, ακόμη και αναθεμάτιζαν την κυβέρνηση για την απραξία της και την πορεία προς την οικονομική καταβαράθρωση.

Σήμερα, λοιπόν, δεν θα αναφερθώ σε μέτρα για να αναδιαρθρωθεί η οικονομία και να σωθούμε. Τρία χρόνια μετά, τους έχουμε μάθει πια και μπορούμε να φανταστούμε από πριν τη φαρσοκωμωδία που θα παρακολουθήσουμε τις επόμενες ημέρες.

Αυτή, δηλαδή, που θέλει τον υπουργό Οικονομικών –που σε αντίθεση με τον προκάτοχό του έχει αντίληψη της κατάστασης, ακούει ανθρώπους της οικονομίας και δεν θέλει να χρεωθεί τη χρεοκοπία– να προτείνει μέτρα και να τα παρουσιάζει σε συντεχνίες και κόμματα. ΔΗΚΟ, ΔΗΣΥ και ΕΔΕΚ θα συμφωνήσουν με αρκετά από αυτά, παρ’ όλο που θα τα θεωρήσουν ανεπαρκή. Θα τα θέτουν μάλιστα ως όρο για να στηρίξουν οποιαδήποτε αύξηση φορολογίας. Οι συντεχνίες από την άλλη θα κηρύξουν τον «νυν υπέρ πάντων αγώνα».

Την κρίσιμη δε στιγμή, στο πλευρό τους θα συνταχθεί και ο «εργατοπατέρας» Δημήτρης Χριστόφιας, τινάζοντάς τα όλα στον αέρα. Προτιμώντας, παραμονές δημοτικών εκλογών, να έλθουν οι ξένοι «συνωμότες» και να κατακρεουργήσουν εργατικά κεκτημένα, παρά να χρεωθεί ο ίδιος τον όποιο –έστω μικρό– περιορισμό τους.

Το θέατρο το έχουμε δει πολλάκις. Μακάρι να διαψευσθώ, αλλά αυτή τη φορά φοβάμαι ότι θα μετεξελιχθεί σε ένα Ζάλογγο, όχι τιμής, αλλά υποκρισίας και ανευθυνότητας στην πλάτη του λαού μας. Μακάρι να διαψευσθώ…

 

Από πολλούς στην Κύπρο, δεν θεωρείται και τόσο ενδιαφέρον να ασχολείσαι με την πολιτική σκηνή της Ελλάδας, ακόμη και όταν αυτή απασχολεί τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων απ’ άκρη σ’ άκρη της γης. Αυτή όμως είναι η αντιμετώπιση όσων δεν αντιλαμβάνονται τις προεκτάσεις και την πραγματική σύνδεση που υπάρχει μεταξύ των δύο κρατών. Ιδιαίτερα τις τελευταίες δεκαετίες.

Όπως και να ’χει, η πολιτική φάρσα που παίχτηκε στις πλάτες των Ελλήνων πολιτών την τελευταία εβδομάδα, είναι πολύ διδακτική για όλους. Με συμπεράσματα χρήσιμα, τρομοκρατικά, φρικτά, αλλά και παραδείγματα προς μίμηση.

Αν κάνουμε μια σύντομη διαδρομή του ορυμαγδού γεγονότων, θα ξεκινήσουμε από την μπλόφα του δημοψηφίσματος που έριξε ο κ. Παπανδρέου και άνοιξαν οι ασκοί του Αιόλου. Πρώτον, διότι για πρώτη φορά μια χώρα άνοιγε μόνη της το κεφάλαιο εθελούσιας εξόδου από την Ευρωζώνη, αλλά και, δεύτερον, διότι ο λαός τρόμαξε βλέποντας τη σοβαρή ευθύνη για το μέλλον της χώρας να ρίχνεται πάνω του.

Ο κ. Παπανδρέου έχασε το ασύμμετρο ρίσκο, αλλά και τη γη κάτω από τα πόδια στο εξωτερικό, και στο ίδιο το κόμμα του. Η Ελλάδα έπρεπε να αλλάξει ηγεσία για να σταθεί. Η συναίνεση δε των δύο έγινε εθνική αναγκαιότητα, όσο και αν κανείς δεν την πίστευε. Η ΝΔ ειδικά, που επιχείρησε να κρυφτεί πίσω από το ότι ο κ. Παπανδρέου δεν βροντοφώναξε «παραιτούμαι», επιδιώκοντας περισσότερο τον εξευτελισμό του πολιτικού αντιπάλου, παρά την ουσία.


Όταν έφτασε το μαχαίρι στο λαιμό, οι Έλληνες πολίτες ανακάλυψαν την ισχύ τους


Η απευθείας απειλή του Όλι Ρεν για έξοδο από την Ευρωζώνη ανέτρεψε για πρώτη φορά το μικροκομματικό παιχνίδι. Η ΝΔ αντιλήφθηκε ότι πρέπει –έστω κάπως– να συνεργαστεί, αλλιώς θα χρεωνόταν την ολική καταστροφή. Εκεί λοιπόν ξεκίνησε –σχεδόν δημοσίως– το μικροπολιτικό παζάρι που και στην Κύπρο ζούμε ειδικά μεταξύ πρώτης και δεύτερης Κυριακής. Εκεί αποδείχθηκε, μάλιστα, ότι τη συναίνεση κανείς δεν την πίστεψε και κανείς δεν την επεδίωκε στ’ αλήθεια.

Στόχο είχαν και οι δύο να προστατεύσουν το μαγαζί τους, το πολιτικό τους τομάρι και τα δικά τους κεκτημένα. Να μην αφήσουν καν την εντύπωση ότι παραχωρούν σε άλλα από τα παραδοσιακά χέρια την εξουσία, να κοροϊδέψουν ξανά τους ξένους και να θεωρούν ότι θα ξεγελάσουν τους πολίτες με την άμεση προεκλογική εκστρατεία.

Ο κ. Σαμαράς, βγάζοντας την ουρά του απ’ έξω και επιδιώκοντας την ελάχιστη δυνατή συμμετοχή και την όσο το δυνατόν πιο ευκρινή συνέχεια της κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ από τη μια, και ο κ. Παπανδρέου, με επιλογές όπως του στενού του συνεργάτη κ. Πετσάλνικου που τον διατηρούσε στον έλεγχο των πάντων από την άλλη, προσπάθησαν να πετύχουν ένα και μόνο πράγμα: να μην αλλάξει τίποτα, να μην απειληθεί το μικροσύστημα διαδοχής στην εξουσία και να μην εμφανιστεί κανείς που μπορεί να είναι πιο ικανός.

Δεν μυθοποιώ ανθρώπους και δεν έχω προσωπική άποψη για τον κ. Παπαδήμο. Ξέρω όμως ότι θα ξεκινούσε με τις καλύτερες δυνατές προοπτικές υπό τις περιστάσεις, εφόσον εξασφάλιζε τουλάχιστον τη σοβαρότητα, τη γνώση και την έξωθεν καλή μαρτυρία. Φαινόταν η καλύτερη λύση και πέντε μέρες ο κόσμος όλος συζητούσε το όνομά του. Όλος ο κόσμος εκτός από τους δύο ηγέτες που έπρεπε! Με τα μικροπολιτικά συστήματα του καθενός να διαρρέουν φαντασιώσεις, μπας και καταφέρουν να τον κάψουν.

Στο άκουσμα λοιπόν μιας επιλογής χαμηλών προσδοκιών, όπως εκείνης του κ. Πετσάλνικου, λειτούργησε το ένστικτο επιβίωσης της κοινωνίας. Και αυτό πιστεύω ότι αποτελεί το μεγαλύτερο μάθημα όλης αυτής της ιστορίας. Διότι αν κάποιος είχε παρακολουθήσει τη λυσσαλέα αντίδραση των πολιτών –με επιχειρήματα– μέσα από σύγχρονα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπως twitter, facebook και sms, θα αντιλαμβανόταν ποια ήταν πράγματι η αιτία που υποχρέωσε 50 βουλευτές του ΠΑΣΟΚ να απειλήσουν με παραίτηση και να συμπεριφερθούν ως εκπρόσωποι του λαού και όχι ως κομματικοί υπηρέτες.

Τα αντανακλαστικά των πολιτών επέβαλαν τη διατήρηση ζωντανής της ελπίδας για διάσωση της χώρας, απέναντι στο κομματικό παζάρι. Επέβαλαν τον κ. Παπαδήμο επειδή πίστεψαν ότι αποτελούσε την τελευταία ευκαιρία. Το γιατί όμως τα αντανακλαστικά αυτά ενεργοποιούνται ελάχιστα πριν την καταστροφή, ας μας προβληματίσει όλους.

Καλή δύναμη στον κ. Παπαδήμο. Ας τον αφήσουν τουλάχιστον να δουλέψει. Ας ευχηθούμε να ανταποκριθεί.


Σχολιάζοντας τη δραματική κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η Ελλάδα, μια φίλη έγραψε στο twitter κάτι με το οποίο και συμφωνώ και έχω υποστηρίξει μέχρι σημείου που να κινδυνεύω να χαρακτηριστώ γραφικός: «Πολιτική σημαίνει επίτευξη πολιτικών στόχων, όχι διαχείριση κακομοιριάς και επαρχιακός τακτικισμός».

Το τζογάρισμα και η μπλόφα δεν είναι σημερινά στην πολιτική. Συνέβαιναν από αρχαιοτάτων χρόνων μεταξύ βασιλιάδων, δικτατόρων, απεσταλμένων, προέδρων, πρωθυπουργών. Κάποιες ενέργειες αυτού του είδους μάλιστα πιθανόν να δρομολόγησαν ή να απέτρεψαν ιστορικά γεγονότα. Ποιο λοιπόν το πρόβλημα σήμερα;

Το πρόβλημα σήμερα είναι ότι οι ηγέτες πλέον δεν επιχειρούν –όταν επιχειρούν– να πιέσουν ο ένας τον άλλο χρησιμοποιώντας τεχνάσματα, σε διαπραγματεύσεις πίσω από κλειστές πόρτες. Πλέον τζογάρουν πολιτικά μπροστά στα μάτια του λαού, επιχειρώντας να ξεγελάσουν, να εκβιάσουν και να παρασύρουν τον πολίτη τον ίδιο. Σε αντίθεση με το παρελθόν, κάθε πολιτική «ζαριά» που κάποτε δεν είχε κόστος, σήμερα, την εποχή της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας, αποκτά παγκόσμιες προεκτάσεις και προκαλεί ανεπανόρθωτα γεγονότα. Σε λεπτά, περιουσίες χάνονται στα χρηματιστήρια λόγω μιας λάθος διατύπωσης.

Δεν είναι μόνο ελλαδικό το φαινόμενο του ανεύθυνου πολιτικού τζόγου. Παντού γίνεται και έχει συμβεί και στην Κύπρο τα τελευταία χρόνια αρκετές φορές. Στην Ελλάδα όμως, ο πρωθυπουργός ξεπέρασε κάθε όριο. Διότι με την εξαγγελία για δημοψήφισμα, είναι προφανές ότι ο κ. Παπανδρέου επιχειρούσε να πετύχει μια σειρά στόχων, που κάθε άλλο παρά σχέση με το περιεχόμενο του είχαν.


Οι πολιτικές αλχημείες γίνονται για να καλύψουν πολιτικές ελλείψεις και αδυναμίες


Ο Έλληνας πρωθυπουργός με την πρόταση για δημοψήφισμα επιχείρησε προφανώς να μετακυλήσει μέρος των ευθυνών του στον λαό. Να δείξει δηλαδή στους πολίτες τι αναγκάζεται ο ίδιος να διαπραγματεύεται και να τους κάνει έστω με κάποιο τρόπο μέρος του προβλήματος και όχι απλά μέρος της διαμαρτυρίας. Προσπάθησε να πιέσει την Ευρώπη ότι χρειάζεται λίγο αναπνοή και καλύτερους όρους. Προσπάθησε να πιέσει τη Νέα Δημοκρατία να τοποθετηθεί επιτέλους στα μεγάλα διλήμματα, αντί να κολοκυνθίζει και να κρύβεται.

Δεν θα μπορούσε κάποιος να χαρακτηρίσει τις προθέσεις αυτές κακές. Ο τρόπος όμως που επιχείρησε να τις πετύχει, επενδύοντας στο ρίσκο του δημοψηφίσματος, ήταν καταδικαστέος και καταστροφικός. Ξέχασε ο κ. Παπανδρέου τις παγκόσμιες προεκτάσεις των πράξεων του, που αποσυντόνισαν και τρόμαξαν ολόκληρη την υφήλιο. Και ξέχασε ότι ο ηγέτης δεν μπορεί να βάζει τον λαό μπροστά για να κρυφτεί, αλλά οφείλει να πείθει και να καθοδηγεί τον λαό του.

Ο κ. Παπανδρέου με την κίνησή του αποκάλυψε τη γύμνια του σημερινού πολιτικού συστήματος που –λίγο πολύ– χαρακτηρίζει ολόκληρη την υφήλιο σχεδόν. Σίγουρα μάλιστα χαρακτηρίζει μεγάλο μέρος της Ευρώπης. Γιατί, όταν το πολιτικό σύστημα είναι εύθραυστο, ανασφαλές και ανεπαρκές, οι αγορές αντιδρούν. Όταν η πολιτική καταντά λογιστική πράξη και πράξη ευκαιριακού λαϊκισμού, όταν γίνεται διαχειριστής της κοινής γνώμης και των γεγονότων, αντί διαμορφωτής τους, η οικονομία υποκύπτει στην ψυχολογία του όχλου. Οι πολιτικοί για να κρύψουν τις ελλείψεις και την αδυναμία ηγεσίας, καταφεύγουν στα τρικ, τον λαϊκισμό, τον τζόγο και την επικοινωνία χωρίς όμως να ξεγελούν και να πείθουν κανέναν εκτός από τους ίδιους πλέον.

Τώρα που όλοι έχουμε δει σε κάθε χώρα –με τις ιδιαιτερότητες της κάθε μιας– «τον ουρανό σφοντύλι», τώρα που διακυβεύονται πια το βοιωτικό επίπεδο και κατακτήσεις γενιών και γενιών, είναι ίσως η ώρα να αντιληφθούμε ότι εμείς είναι που ζητούσαμε τόσα χρόνια τζογαδόρους, ευκαιριακούς και ανεπαρκείς ηγέτες. Ηγέτες που θα τους «κάναμε ό,τι θέλαμε» νομίζαμε, για να τακτοποιούνται οι δουλειές μας. Και όταν αποφασίσουμε ότι δεν θέλουμε να είμαστε η μπίλια στη ρουλέτα, τότε ίσως θα δούμε και την πολιτική να επιστρέφει στην ουσία της.

Έχω την εντύπωση ότι πολύ ελαφρά παίρνουμε εδώ στην Κύπρο το «κούρεμα» των ελληνικών ομολόγων στο 50% και τις συνέπειες του στην ελληνική οικονομία. Βασισμένοι στις εκ καθήκοντος καθησυχαστικές ανακοινώσεις των τραπεζών και του υπουργού των Οικονομικών δημιουργείται η εντύπωση ότι ξεπεράσαμε τον σκόπελο. Αμ δε όμως… Τώρα είναι που αρχίζουν τα ακόμη πιο δύσκολα.

Ήμουν πάντα της άποψης ότι η «ψυχολογία δεν τρώγεται» και γι’ αυτό είναι που θεωρώ κάθε προσπάθεια τόνωσης της ψυχολογίας της αγοράς με ανακοινώσεις και δημοσιεύματα που προσπαθούν απλώς να κτίσουν εικονικές πραγματικότητες, αποτυχημένη από χέρι. Το άρθρο αυτό μάλιστα γράφεται ανήμερα της 28ης Οκτωβρίου και με θαυμασμό προς τα λόγια του Ουίνστον Τσόρτσιλ: «Δεν έχω τίποτα να προσφέρω, παρά αίμα, μόχθο, δάκρυα και ιδρώτα». Η πιο πάνω φράση είναι ίσως το μεγαλύτερο αντίβαρο σε όσους θέλουν να προσφέρουν εύκολες λύσεις και αναίμακτες νίκες.

Ας πάμε, λοιπόν, στη σημερινή πραγματικότητα. Το «κούρεμα» των ελληνικών ομολόγων ασφαλώς και επηρεάζει πρώτα απ’ όλους τις τράπεζες και πιο ειδικά τις δύο μεγάλες. Για να είμαστε δίκαιοι, η μεν Τράπεζα Κύπρου έδειξε με την ανακοίνωσή της ότι μπορεί να αντέξει από μόνη της τη ζημιά, η δε Marfin Laiki Bank, δεν έπεισε. Μεγάλο πρόβλημα έχουν εξ ορισμού τα εξ Ελλάδος τραπεζικά ιδρύματα. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι κάποια τράπεζα θα χρεοκοπήσει, ούτε ότι θα χαθούν οι καταθέσεις. Συνεπάγεται όμως περιπέτειες, θα αναγκαστεί να αποξενωθεί κεφαλαιουχικά στοιχεία και πιθανόν να υποχρεωθεί είτε να εξαγοραστεί, είτε να συγχωνευθεί, είτε να υποστεί κρατικοποίηση. Η Κύπρος παράλληλα ήδη δέχθηκε νέα υποβάθμιση από τους S&P, με τον ορίζοντά της να καθορίζεται ξανά ως αρνητικός.


Το «κούρεμα» σημαίνει ελάχιστα δάνεια και υψηλά επιτόκια. Υπάρχει διέξοδος;


Ωραία όλα αυτά. Το θέμα όμως είναι τι σημαίνει αυτό για τον κάθε Κύπριο πολίτη και την οικονομία ευρύτερα. Διότι οι επιπτώσεις μέσα στο επόμενο οκτάμηνο θα είναι σκληρές. Πρώτο, σημαίνει ότι κλείνει σχεδόν εντελώς η πόρτα του δανεισμού σε κυπριακά νοικοκυριά και επιχειρήσεις, από τα μεγάλα τραπεζικά ιδρύματα τουλάχιστον. Δεύτερον, πιθανόν να σημαίνει υψηλότερα επιτόκια και σίγουρα τεράστια και αφόρητη πίεση προς όσους έχουν δάνεια, για να ανταποκριθούν. Ίσως να έχουμε και πολύ πιο ριζικές επεμβάσεις σε επισφαλείς λογαριασμούς. Τρίτο και οικονομικά σημαντικότερο, σημαίνει μούδιασμα των ξένων που διατηρούν τις καταθέσεις τους στην Κύπρο και πιθανές αποχωρήσεις, σε ένα ντόμινο δυσάρεστων για τη χώρα εξελίξεων. Την ίδια στιγμή ασφαλώς η αγορά για τον επόμενο χρόνο ολοένα θα στεγνώνει, το κράτος θα εισπράττει λιγότερα έσοδα από φορολογία και ο εφιάλτης της ανεργίας θα γίνεται μεγαλύτερος.

Η πιο πάνω είναι η πραγματικότητα όπως προδιαγράφεται, έχοντας μάλιστα υπόψη τη δειλή, οπισθοδρομική και φοβική πολιτική της σημερινής κυβέρνησης να αντιμετωπίσει με θάρρος και στρατηγικό σχεδιασμό τη δύσκολη κατάσταση. Η οποία με δύο λέξεις περιγράφεται ως «λεφτά δεν υπάρχουν», ούτε από τις τράπεζες, ούτε από το κράτος. Άρα, πρέπει να περιπέσουμε σε μιζέρια και κατάθλιψη; Εγώ πιστεύω πως όχι. Διότι κάθε φορά βρίσκονται ευκαιρίες μέσα από τα προβλήματα. Και ευκαιρίες είμαι πεπεισμένος ότι μπορούμε να δημιουργήσουμε. Διέξοδος υπάρχει, φτάνει να είμαστε αποφασιστικοί και ανοικτόμυαλοι.

Αν λεφτά δεν υπάρχουν στην Κύπρο, υπάρχουν αλλού. Και αν είμαστε πραγματικά ικανοί να καταφέρουμε να τα φέρουμε στη χώρα μας, με τη μορφή ξένων επενδύσεων. Να ανοίξουμε αγορές που παραμένουν κλειστές λόγω της στενοκεφαλιάς μας. Στην παιδεία να φύγουμε από την εμμονή των μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων και να ανοίξουμε τις πόρτες για την εγκατάσταση εδώ ξένων πανεπιστημίων. Το ίδιο στην υγεία, την τεχνολογία, τα καζίνο, την επιχειρηματικότητα γενικά.

Να δώσουμε κίνητρα, όπως την παραχώρηση κρατικής γης, επιπλέον φορολογικών κινήτρων, εύκολων διαδικασιών, εύκολη υποδοχή ξένων επαγγελματιών. Να ανοίξουμε θεματικά πάρκα όπου ξένες επιχειρήσεις θα μπορούν να δραστηριοποιηθούν «επί του εδάφους» και όχι απλά μέσα από την ταμπέλα και τις καταθέσεις. Και λέω μόνο ορισμένα παραδείγματα, για να μην περιοριζόμαστε στη Θεία Πρόνοια του αερίου που –μακάρι να έρθει– θα αποδώσει σε βάθος χρόνου.

Μπροστά μας είναι πλέον επιτακτική η πρόκληση. Θα διαχειριστούμε τη φτώχεια ή θα επιχειρήσουμε να την ανατρέψουμε; Μπορούμε τουλάχιστον –επιτέλους– να προσπαθήσουμε.

Όταν κάθε βδομάδα καλείσαι να αρθρογραφήσεις, δεν είναι πάντα εύκολο. Κάποιες φορές δεν συμβαίνει τίποτα για να σου δώσει ερέθισμα. Άλλες, θες να πεις αυτό που σκέφτεσαι ανεξαρτήτως του τι συμβαίνει. Υπάρχουν όμως και οι βδομάδες εκείνες που συμβαίνουν τόσα πολλά και αξιοπρόσεκτα πράγματα στον κόσμο, που κινδυνεύεις να χάσεις το πιο ουσιαστικό. Τέτοια θεωρώ και την τελευταία, με όλο αυτό τον ορυμαγδό που ξεκίνησε από τη γενικώς διάτρητη υπόθεση Σαρρή, επεκτάθηκε σε θέματα λογοκλοπής, πήγε στη Λιβύη με τον θάνατο του Καντάφι και την ανθρωποφαγία που ακολούθησε και κατέληξε με τον νεκρό διαδηλωτή στην Αθήνα, που περιφρουρούσε την εκδήλωση στο πλαίσιο της οργανωμένης προσπάθειας του ΚΚΕ, με το οποίο όσο κι αν διαφωνώ, σε αυτό το θέμα το θαυμάζω.

Αυτή όμως η βδομάδα, όπως και η επόμενη, έχει ένα άλλο θέμα που αφορά τη ζωή και τις αυριανές δυνατότητες όλων μας. Είναι αυτό της διαχείρισης από την Ευρώπη της ελληνικής κρίσης. Και δεν εννοώ ότι αφορά όλους μας λόγω των ιδιαίτερων σχέσεων με την Ελλάδα, αλλά λόγω των πανευρωπαϊκών και παγκοσμίων επιπτώσεων που αυτή μπορεί να προκαλέσει.

Οικονομολόγος δεν είμαι και με τον σύγχρονο, παντού τον ίδιο, κοντόφθαλμο και απόλυτα μαθηματικό τρόπο που ασκείται η οικονομική επιστήμη δεν συμφωνώ. Ούτως ή άλλως θεωρώ ότι το ζήτημα δεν είναι πια οικονομικό, αλλά έχει ήδη εξελιχθεί σε απόλυτα πολιτικό και έχει να κάνει με το μέλλον του ίδιου του ευρωπαϊκού οικοδομήματος.


Το μεγάλο ερώτημα δεν είναι αν θα αντέξει η Ελλάδα, αλλά η ίδια η Ευρώπη


Μελετούσα τις τελευταίες μέρες παγκόσμιες οικονομικές ιστοσελίδες που επιχειρούσαν να διευκρινίσουν τι σημαίνει η διαφωνία Γαλλίας και Γερμανίας για τον ευρωπαϊκό μηχανισμό στήριξης, την ώρα που, πέραν της Ελλάδας, της Ισπανίας, της Πορτογαλίας και της Ιρλανδίας, στη δίνη της κρίσης μπήκε και η Ιταλία, με τα επιτόκια ήδη στο 6%. Ανακάλυψα λοιπόν ένα σημείωμα του οικονομολόγου της RBS Ζακ Καγιού που περιγράφει με απλούς αριθμούς το σημερινό αδιέξοδο της κρίσης. Γι’ αυτό και θα παραθέσω τι αναφέρει χαρακτηριστικά:

«Η ασφαλιστική πολιτική που επιχειρεί σήμερα η Ε.Ε. είναι πιο πιθανόν να αποτύχει να προσελκύσει κεφάλαια του ιδιωτικού τομέα. Σημαντικό μέρος των κονδυλίων του μηχανισμού είναι ήδη δεσμευμένα. Η δανειοδοτική ισχύς του είναι περί τα 440 δισ. ευρώ, όσο είναι το σύνολο των εγγυήσεων που έχει διατεθεί από τα 6 κράτη της Ευρωζώνης τα οποία διαθέτουν την ανώτατη πιστοληπτική αξιολόγηση. Πλην όμως, ο μηχανισμός έχει ήδη δεσμεύσει 26 δισ. ευρώ στο πρόγραμμα διάσωσης της Πορτογαλίας, 17,7 δισ. ευρώ σε αυτό της Ιρλανδίας, ενώ θα χρειαστεί περίπου 70 δισ. για τη δεύτερη διάσωση της Ελλάδας. Αν παράσχει χρηματοδότηση και στις ευρωπαϊκές τράπεζες προκειμένου να αναδιαρθρώσουν τα κεφάλαιά τους η οποία μπορεί να φτάσει ώς και τα 50 δισ. –αφού οι ευρωπαϊκές αρχές κατέληξαν να συμφωνήσουν ότι η τρύπα που θα αναγνωριστεί είναι της τάξης των 100 δισ.– απομένουν μόλις 275 δισ. ευρώ τα οποία μπορούν να εγγυηθούν το 20% των ζημιών κρατικών τίτλων ύψους 1,43 τρισ. ευρώ. Δηλαδή ποσό χαμηλότερο από τις χρηματοδοτικές ανάγκες της Ιταλίας και της Ισπανίας που φτάνουν τα 2 τρισ. ευρώ».

Σε δύο άρθρα πριν ενάμιση χρόνο (27/4/10 και 4/5/10) με τίτλο «Ευρώπη και κρίση», κατέληγα στο συμπέρασμα ότι από την ώρα που οι Ευρωπαίοι ηγέτες λογοδοτούν μόνο στον λαό της χώρας τους και όχι στο σύνολο της Ευρώπης, εύλογα έχουν προτεραιότητα να προστατεύσουν πρώτα τα συμφέροντα των πολιτών τους και μετά εκείνα των υπολοίπων Ευρωπαίων. Ή να νομίζουν ότι τα προστατεύουν, όπως πολλές φορές συμβαίνει σήμερα.

Αυτό που γίνεται στην Ελλάδα είναι δίκαιο επί της αρχής, εφόσον η χώρα απέτυχε να διαχειριστεί την οικονομία της και εγκατέστησε ένα αδυσώπητο και αδηφάγο πελατειακό σύστημα. Η προσπάθεια εξυγίανσης όμως γίνεται με τρόπο απάνθρωπο, ασφυκτικά πιεστικό, μονίμως εκβιαστικό, χωρίς ορατό αποτέλεσμα ή τέλος. Και γίνεται μάλιστα με τρόπο που εκθέτει την ίδια την Ευρώπη αλλά και την κοινή οικονομία σε κίνδυνο οριστικής διάλυσης.

Στις δύο συνόδους κορυφής της Κυριακής και της Τετάρτης, η Ευρώπη πιθανόν να καλείται να αποφασίσει αν θα αντιμετωπίσει επιτέλους από κοινού την κρίση ή αν θα αφεθεί να χρεοκοπήσει ως σύνολο…

Ο Πρόεδρος Χριστόφιας σιγά-σιγά εμφανίζεται και πάλι στο προσκήνιο να κάνει καθημερινά δηλώσεις, όπως τον είχαμε συνηθίσει. Και ως είθισται, μετά από κάθε δήλωσή του προκύπτουν ένα σωρό ζητήματα.

Σήμερα σκέφτηκα να μην ασχοληθώ με την ουσία των προεδρικών τοποθετήσεων, αλλά με τον τρόπο που μιλά για τον ίδιο και το έργο του. Διότι ακούγοντας τον προχτές να εκθειάζει τον εαυτό του σε τρίτο πρόσωπο λες και μιλάει για κάποιον άλλο, θέλησα να μελετήσω σοβαρά το τι μπορεί να σημαίνει αυτός ο τρόπος αναφοράς. Το φαινόμενο άλλωστε, παρουσιάζεται ολοένα και συχνότερα, πλαισιώνοντας την γνωστή από παλιά τακτική της «νοικοκυράς σε απόγνωση», του ανθρώπου δηλαδή που είναι κρίμα και του φταίνε όλοι οι άλλοι για τα δικά του προβλήματα.

Αφορμή για όλα αυτά, υπήρξε δήλωση του Προέδρου στη Λεμεσό, μετά από συνάντηση του με τον γ.γ του ΣτΕ Jagland, και τον υπουργού Εξωτερικών της Ουκρανίας, Gryshchenko. Οι δύο αξιωματούχοι προέβησαν σε καλές τοποθετήσεις για την Κύπρο. Παραθέτω τις αναφορές αυτούσια:


Τι κάνει άραγε κάποιον να μιλάει για τον εαυτό του στο τρίτο πρόσωπο;


«Έξω πάμε πολύ καλά. Είναι μέσα που δεν βρίσκουμε κοινή γλώσσα και συνεννόηση, είναι μέσα που τίποτε καλό δεν κάνει ο Πρόεδρος (1). Έξω όλοι λένε ότι κάνει πολλά καλά ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας (2) και ως Κυπριακή Δημοκρατία, την οποία εκπροσωπεί (3) στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και στο ΣτΕ και στο διεθνή οργανισμό και παντού.  Βλέπετε τη στάση που τηρούν χώρες μέλη του Σ.Α., μη Μόνιμα Μέλη του Σ.Α., χώρες μέλη της Ευρώπης και της Ε.Ε., του ΣτΕ, σε ό,τι αφορά ακριβώς τις προσπάθειές μας για ανεύρεση φυσικού αερίου. Ακόμα και για τούτο μπορεί να έχουμε κριτική.

Είμαι πολύ πικραμένος, γιατί να μην είμαι. Έχουμε ένα Πρόεδρο (4) που είναι ευαίσθητος, αλλά έχουμε και ένα Πρόεδρο (5) ο οποίος υπερασπίζεται το Σύνταγμα και βασικές αρχές και αυτό το μήνυμα θέλω να το δώσω με σαφήνεια.   Κάποιοι, δυστυχώς, μόνο από έξω εκτιμούν τις προσπάθειές μας και τη συνέπειά μας και τον αγώνα μας για εξεύρεση λύσης του κυπριακού προβλήματος. Ο υπουργός Εξωτερικών της Ουκρανίας προεδρεύει του Συμβουλίου των υπουργών και υπό αυτήν του την ιδιότητα, αλλά και υπό την ιδιότητα μιας φίλης χώρας την οποία ο Πρόεδρος (6) έχει επισκεφθεί πρόσφατα, έχουν ληφθεί συγκεκριμένες αποφάσεις για την παραπέρα ανάπτυξη των παραδοσιακά φιλικών μας σχέσεων».

Έξι φορές αναφέρθηκε ο Δημήτρης Χριστόφιας σε αυτό τον «Πρόεδρο», λες και δεν ήταν για τον Δημήτρη Χριστόφια που μιλούσε! Αν ξαναδιαβάσετε τη δήλωση μάλιστα, προσποιούμενοι ότι δεν ξέρετε από ποιον προέρχεται, θα είστε βέβαιοι ότι αυτή έγινε από υπουργό ή ηγετικό στέλεχος του ΑΚΕΛ. Όχι όμως.

Ερευνώντας το θέμα με τη βοήθεια και φίλων -πολύ περισσότερο ειδικών- ανακάλυψα ότι το φαινόμενο είναι καταγεγραμμένο και στην αγγλική ονομάζεται «illeism», από το λατινικό ille (αυτός) και το -ism (όπως egoism).

H Elsa Ronningstam, καθηγητής στο Harvard Medical School εξηγεί το φαινόμενο ως ακολούθως: «Αναφερόμενος στον εαυτό σου στο τρίτο πρόσωπο δημιουργείται απόσταση μεταξύ του “εγώ” και του “αυτός”. Έτσι, εάν έχεις υπερβολική άποψη του πόσο μεγάλος και άξιος είσαι, χρησιμοποιείς αυτή την απόσταση για να κάνεις τον εαυτό σου και την αξία σου ακόμα μεγαλύτερη». Τα παραδείγματα πολλά στην παγκόσμια ιστορία.

«Ο σύντροφος Στάλιν ενημερώθηκε ότι…» έλεγε ο Ιωσήφ Στάλιν αναφερόμενος στον εαυτό του. Με παρόμοιο τρόπο μιλούσαν ο Στρατηγός Ντε Γκολ, ο Μπομπ Ντόουλ, ο Σαλβαντόρ Νταλί, ο Πελέ και ένα σωρό άλλοι. Το παράδειγμα που πλησιάζει περισσότερο στον κ. Χριστόφια ήταν ο Ρίτσαρντ Νίξον, που πάντα αναφερόταν στον εαυτό του ως «ο Πρόεδρος». Ιστορικότερη όμως περίπτωση ήταν ο Ιούλιος Καίσαρας, που έγραψε για τον πόλεμο της Γαλατίας με τον εαυτό του να παρουσιάζεται ως κάποιος τρίτος: «Ο Καίσαρας κοιτάει τον θεό κατάματα και ο θεός ανοιγοκλείνει νευρικά τα μάτια» αναφέρει…

Πού είναι λοιπόν το κακό με τον δικό μας; Ότι σε όσα παραδείγματα και αν έψαξα, δεν βρήκα πουθενά αυτή τη μορφή μεγαλομανίας να συνδυάζεται με την προσπάθεια να προκληθεί λύπηση και να γίνεται επίκληση πίκρας και ευαισθησίας. Νομίζω έχουμε την παγκόσμια πρωτοτυπία. Σκεφτήκατε ποτέ εσείς τον Ιούλιο Καίσαρα να το παίζει «καημένος»;

Think Different! *

11/10/2011

Όπως όλοι μας, ένοιωσα κι εγώ αυτές τις μέρες απηυδισμένος, αγανακτισμένος, αλλά και δικαιωμένος για την κριτική που άσκησα στον πρόεδρο Χριστόφια, σε εποχές που κάτι τέτοιο έμοιαζε περιθωριακό. Σήμερα όμως που τα πράγματα είναι τόσο εξόφθαλμα, δεν επιθυμώ να γράψω για να υποστηρίξω τα αυτονόητα, λες και πρέπει ξανά να αποδειχθεί ότι η γη είναι στρογγυλή. Θέλω σήμερα να θυμηθώ πως θα ήθελα να είναι η χώρα μου, να υπενθυμίσω στον εαυτό μου – αλλά και σε άλλους – τη δική μας υποχρέωση απέναντι στην κοινωνία και την πολιτική ζωή.

Σκέφτομαι λοιπόν τη χώρα μου να επικεντρώνεται στην πρόοδο και την ανάπτυξη και σε οικονομικό αλλά και σε πολιτισμικό επίπεδο. Να έχει τη στρατηγική και τη φαντασία για να εκμεταλλεύεται τις ευκαιρίες ακόμη και μέσα από συνθήκες κρίσης, αντί να κάθεται άπρακτη να περιμένει το μοιραίο. Να αντιμετωπίζεται ως κράτος με κύρος και αξιοπρέπεια από τον έξω κόσμο. Να βρει επιτέλους τη θέση της στην Ευρώπη και να μην συμπεριφέρεται σαν μακρινός συγγενής. Να μην εξαρτά την επιβίωση της από κρυφές συμφωνίες, να μην είναι μίζερη, αλλά αισιόδοξη. Να σχεδιάζει το μέλλον και να είναι πρωτοπόρος στους τομείς που της επιτρέπουν οι δυνατότητες της.


Tώρα που πιάσαμε πάτο, ας σκεφτούμε διαφορετικά


Σκέφτομαι την κοινωνία να έχει κοινούς στόχους αντί να κινείται σε δύο παράλληλους κόσμους. Από τη μία να είναι ο κόσμος της πολιτικής, που στην πλειοψηφία του έμαθε να επιβιώνει μέσα από το λαϊκισμό και τις κορώνες γύρω από το 74 και το εθνικό μας θέμα. Δεκαετίες να ακούμε τα ίδια συνθήματα, που αμφιβάλω σήμερα, αν τα καταλαβαίνουν πλέον αυτοί που ακόμα τα αναμασούν…  Με κόμματα που παζαρεύουν πεισματικά θέσεις εξουσίας χωρίς αρχές, αναπαράγοντας διαρκώς την πελατεία ενός παρηκμασμένου συστήματος. Και από την άλλη να είναι η κοινωνία που θέλει να προχωρήσει μπροστά. Οι άνθρωποι της εργασίας, επιχειρηματίες ή υπάλληλοι, που μακριά από μηχανισμούς εξουσίας, κατάφεραν να στήσουν την πατρίδα μας στα πόδια της. Που μέσα από την εξωστρέφεια πέτυχαν να κτίσουν γέφυρες με ολόκληρο σχεδόν το σύγχρονο κόσμο. Και που σήμερα χρειάζονται τη συνδρομή και τη στήριξη, αντί την αδυναμία, την ασχετοσύνη, τη μετριότητα της πολιτικής.

Σκέφτομαι τη χώρα μου ολόκληρη, απαλλαγμένη από το Κυπριακό και απελευθερωμένη από την καθήλωση που προκαλεί σε όλες τις εκφάνσεις της δημόσιας και της προσωπικής μας ζωής. Που αντί να γίνεται πραγματική προσπάθεια για να βρεθεί μια έντιμη και αξιοπρεπής λύση και για τους Ελληνοκυπρίους και για τους Τουρκοκυπρίους, χρησιμοποιείται το εθνικό πρόβλημα για να κτίζονται πολιτικές καριέρες και μακροπρόθεσμοι κομματικοί σχεδιασμοί.

Σκέφτομαι τη χώρα μου περιφερειακό κέντρο υγείας, παιδείας, έρευνας και τεχνολογίας. Κόμβο διαδικτύου και αξιόπιστο σταθμό μεταξύ Δύσης και Ανατολής. Να αξιοποιεί τις δυνατότητες, τη θέση και το ανθρώπινο δυναμικό της. Να είναι ανταγωνιστική, να στηρίζει τις επιχειρήσεις και να προσελκύει ξένες επενδύσεις να έχουν πραγματική παρουσία, προκαλώντας ευημερία. Σκέφτομαι το εκπαιδευτικό σύστημα να αγωνιά για να συγκρίνεται ευνοϊκά με τα αντίστοιχα ξένα, αντί να ασχολείται με τους μισθούς. Ένα σύστημα υγείας και πρόνοιας που θα σέβεται τον πολίτη, να μην τον ταλαιπωρεί και να τον στέλνει στο εξωτερικό, να μην επιτρέπει την ανέχεια. Και μια δημόσια υπηρεσία που θα αποτελείται από όσους πραγματικά χρειάζονται, με στελέχη που θα ανταμείβονται για την αξία και την παραγωγικότητα τους, αντί να βολεύονται με το “μέσο” τους.

Σκέφτομαι την ηγεσία της χώρας μου να εμπνέει και να καθοδηγεί αντί να φανατίζει και να περιθωριοποιεί. Να με σέβεται σαν πραγματικό πολίτη αντί να με αντιμετωπίζει ως ένα κρετίνο που δεν καταλαβαίνει τι του γίνεται. Και να ακολουθεί πάνω απ’ όλα τους όρους και τα θέσμια του πολιτικού παιγνιδιού που η ίδια καθορίζει. Αλλά και με πολίτες που θα ψηφίζουν και θα επιλέγουν τους άξιους και τους ικανούς αντί τους φίλους. Που μεταξύ αυτού που θα κάνει τις παραπάνω μεταθέσεις και αυτού που θα εργαζόταν για να φύγουν τα κοντέινερ, θα επέλεγαν τον δεύτερο αντί τον πρώτο.

Τώρα που πιάσαμε πάτο, τώρα που νοιώσαμε να μας αντιμετωπίζουν ως νοητικά καθυστερημένους, είναι ίσως η ώρα αντί να μεμψιμοιρούμε, να σκεφτούμε διαφορετικά. Και να πάμε επιτέλους μπροστά, απαλλαγμένοι από τον Χριστόφια και τον κάθε Χριστόφια που παλιές γενιές μας κληρονόμησαν.

* Το μόττο με το οποίο ο Steve Jobs ενέπνευσε την Apple.

Η θεωρία του ενεργού ηφαιστείου, είχε χαραχθεί από τον πρόεδρο Κληρίδη ως η προσπάθεια να πεισθεί η διεθνής κοινότητα ότι το Κυπριακό δεν αποτελεί «ανενεργό θέμα» που μπορεί να «βολευτεί» στο αρχείο, αλλά ζήτημα που χρειάζεται διεθνή εγρήγορση, εφόσον μπορεί να προκαλέσει πρόβλημα.

Ένας συνδυασμός της ευρωπαϊκής πορείας με την υπόθεση των πυραύλων τότε, είχαν πετύχει να φέρουν το πρόβλημα στην πρώτη γραμμή διεθνώς, ακόμη και αν οι S-300 δεν ήλθαν. Ο ξένος παράγοντας κατέβαλε πραγματική προσπάθεια για λύση, χωρίς να είναι βέβαια πάντα προς την ορθή κατεύθυνση. Το περιβάλλον μέσα στο οποίο διεξαγόταν η όλη προσπάθεια είναι ενδιαφέρον, εφόσον συγκρίνεται με την εκ των πραγμάτων σημερινή αναβίωση του ενεργού ηφαιστείου.

Στο εσωτερικό η ψυχολογία ήταν στα ύψη. Η οικονομία ανθούσε και η ευρωπαϊκή προοπτική ενθουσίαζε. Η Ελλάδα ήταν πολύ αξιόπιστος συνομιλητής, ενώ η ίδια η Ευρώπη αποτελούσε ραγδαία αναπτυσσόμενο οργανισμό. Η Τουρκία από την άλλη, χωρίς να χάνει την γεωπολιτική της σημασία, έμπαινε στη δίνη των οικονομικών προβλημάτων και του ΔΝΤ.


με το ενεργό ηφαίστειο του Κυπριακού, σε ενεργό ηφαίστειο εξελίσσεται και η κοινωνία


Υπήρχε σύμπνοια στο εσωτερικό μέτωπο και εμπιστοσύνη στην πολιτική ηγεσία. Ακόμη και το Σχέδιο Ανάν στην τρίτη του έκδοση – που ούτε σχέση με την τελική του μορφή είχε, αλλά ούτε και αναλυμένο στο λαό ήταν – φαινόταν να γίνεται αποδεκτό από το 65% των πολιτών. Έχοντας και τους Τουρκοκυπρίους να διαδηλώνουν, δημιουργείτο υπόβαθρο για εξελίξεις. Το εγχείρημα βέβαια απέτυχε, εφόσον το τελικό σχέδιο απερρίφθη από την συντριπτική πλειοψηφία, όπως είχε κάθε δικαίωμα να πράξει.

Την ώρα που γράφεται αυτό το άρθρο, βρίσκονται μπροστά μας δύο γεγονότα που προσθέτουν σε όσα συζητάμε τις τελευταίες βδομάδες. Το πρώτο, είναι η ανακοίνωση της Ρωσίας για αποστολή πολεμικών πλοίων και αεροπλανοφόρου στην περιοχή. Αυτά προστίθενται σε εκείνα των Αμερικανών, Βρετανών, Ισραηλινών και ασφαλώς των Τούρκων.

Το ηφαίστειο του Κυπριακού ενεργοποιείται ξανά, εφόσον αναδεικνύεται και πάλι ως πηγή έντασης και παράγοντας πιθανής αποσταθεροποίησης. Δηλώσεις που αφορούν το Κυπριακό γίνονται και πάλι σε καθημερινή βάση διεθνώς, ενώ ένα μωσαϊκό συμφερόντων στήνεται γύρω από την Κύπρο.

Η αποσύνδεση του εθνικού προβλήματος από την υφαλοκρηπίδα, είναι ασφαλώς η επιδίωξη. Ας μην γελιόμαστε όμως. Όλοι έχουν στο μυαλό το Κυπριακό επιλυμένο με τρόπο που δεν θα προκαλούνται επικίνδυνες καταστάσεις. Όλοι επιθυμούν για χίλιους λόγους να «ξεφορτωθούν» το δικό μας πρόβλημα. Και τον ξένο παράγοντα δεν τον ενδιαφέρει το περιεχόμενο μιας λύσης. Τον ενδιαφέρει μόνο να βρεθεί κάποια διευθέτηση.

Το σκηνικό που στήνεται γύρω από το αέριο, είναι σαφώς περισσότερο υπέρ μας από εκείνο της εποχής Κληρίδη, διότι εμπεριέχει σοβαρά ξένα συμφέροντα. Όλα όμως τα υπόλοιπα, έχουν πάρει αντίθετη τροχιά.

Ζούμε την οικονομική κρίση μη μπορώντας να τη διαχειριστούμε και η αισιοδοξία βρίσκεται στο ναδίρ. Η Ελλάδα είναι σχεδόν παροπλισμένη και η Ευρώπη σαφώς προβληματική, την ώρα που η Τουρκία ανθίζει. Το εθνικό μέτωπο παραπαίει, με την κυβέρνηση και τον Πρόεδρο απομονωμένους να θεωρούν ότι καταδιώκονται από παντού. Ολόκληρη η αντιπολίτευση από την άλλη αισθάνεται παραγκωνισμένος θεατής.

Η εμπιστοσύνη των πολιτών στην ηγεσία τους βρίσκεται όσο πιο χαμηλά υπήρξε ποτέ, ενώ διάχυτος είναι ο φόβος μεγάλης υποχωρητικότητας στο Κυπριακό, προς πολύ λανθασμένη κατεύθυνση.

Εδώ έρχεται και το δεύτερο γεγονός που μας περιμένει. Η ανακοίνωση του πορίσματος Πολυβίου, ασφαλώς θα επιβαρύνει δραματικά την ατμόσφαιρα, ό,τι και αν λέει επί της ουσίας. Ο κοινωνικός αναβρασμός και το έλλειμμα εμπιστοσύνης θα ενταθούν, ούτως ή άλλως.

Ο Πρόεδρος Χριστόφιας, αν έχει μία διέξοδο, αυτή είναι η εμπλοκή όλων των πολιτικών δυνάμεων στη διαχείριση και των υδρογονανθράκων, αλλά και του νέου ενδιαφέροντος που θα υπάρξει στο Κυπριακό. Να κάνει δηλαδή τα υπόλοιπα κόμματα μέρος της προσπάθειας και να πάψει να συμπεριφέρεται ως βαλλόμενος μονάρχης σε κομματικές συγκεντρώσεις, που στήνονται απλώς για να διασώσουν το κόμμα του.

Διότι μαζί με το ενεργό ηφαίστειο του Κυπριακού, σε ενεργό ηφαίστειο εξελίσσεται και η ίδια η κοινωνία. Με τρόπο μάλιστα, που και το καλύτερο σχέδιο λύσης να καταφέρει να φέρει ο Δημήτρης Χριστόφιας, αυτό θα απορριφθεί μόνο και μόνο επειδή αυτός το έφερε.

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 314 other followers