Η σοβαρότητα και η σοβαροφάνεια με την οποία νοιώθουν υποχρεωμένοι, ή και με την οποία βολεύονται να επενδύουν την παρουσία τους όσοι ασχολούνται με τα κοινά, αναγάγει θέματα – κυρίως της κατηγορίας lifestyle – ως ευτελή και ανάξια ενασχόλησης. Επί της ουσίας, λίγο με απασχολεί η προσωπική ζωή του κάθε ανθρώπου, όσο και αν εκτίθεται στη δημοσιότητα. Και ασφαλώς το θέμα του παρόντος άρθρου δεν είναι αυτός καθ’ αυτός ο χωρισμός της Ελένης Μενεγάκη, αλλά η ικανότητα ενός τέτοιου γεγονότος να επισκιάσει σχεδόν όλα τα θέματα που απασχολούν τη δημόσια ζωή. Και στην Κύπρο και στην Ελλάδα, αλλά και – αντιστοίχως – σε όλο σχεδόν τον κόσμο.

Τα γεγονότα είναι εκεί και είναι πολύ συγκεκριμένα. Αυτή τη βδομάδα, στην Κύπρο είχαμε την σημαντική επίσκεψη του Γ.Γ. του ΟΗΕ, την ανακοίνωση προόδου και μη διακοπής στις συνομιλίες, αλλά και την πρώτη – εδώ και δύο χρόνια – ενεργοποίηση του Προέδρου Χριστόφια για την παραπαίουσα οικονομία. Στην Ελλάδα είχαμε την έγκριση του προγράμματος εξυγίανσης από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το διάγγελμα Παπανδρέου για τα σκληρά μέτρα που προτίθεται να λάβει. Όλα τα πιο πάνω αποτελούν ζητήματα που επηρεάζουν δραστικά, άμεσα και έμμεσα, τη ζωή του κάθε πολίτη. Που δημιουργούν προοπτικές και συνάμα δυσκολίες και εμπόδια για όλους. Είτε για την καθημερινότητα, είτε για το πιο μακρινό μέλλον. Το ερώτημα λοιπόν είναι: Φταίει ο κόσμος, αν ένας χωρισμός επισκιάζει οικονομία και Κυπριακό; Αν η προσωπική ζωή επωνύμων, αποτελεί πιο καυτό θέμα συζήτησης από τα ουσιώδη; Αν ο Κύπριος δεν θεωρεί πια το Κυπριακό θέμα που πρέπει να συζητά κάθε μέρα και αν οι πολίτες, ενώ γνωρίζουν και βιώνουν την οικονομική δυσπραγία, εν τούτοις προτιμούν να συζητούν μη ουσιώδη πράγματα;

 


Φταίει ο κόσμος αν ένας χωρισμός επισκιάζει οικονομία και Κυπριακό; 


Η γνώμη μου λοιπόν είναι ότι οι πολίτες δεν φταίνε. Θεωρώ κιόλας, ότι πολλές φορές πολιτικοί και πολιτικοί συντάκτες “σνομπάρουν” και επιχειρούν να υποβαθμίσουν τέτοια ζητήματα, όχι επειδή τα θεωρούν μικρής σημασίας, αλλά διότι ζηλεύουν την επιρροή που έχουν στην κοινωνία. Και αντί να αξιολογήσουν το γιατί συμβαίνει αυτό, προσπαθούν, με την επίκληση της σοβαρότητας, να υποβαθμίσουν το πραγματικό φαινόμενο. Χάνοντας το ουσιαστικό υπόβαθρο των αιτιών, που φέρνουν τη δημόσια ζωή περνά σε δεύτερη μοίρα, επισκιασμένη από την προσωπική ζωή επιτυχημένων ανθρώπων.

Ακριβώς στη λέξη “επιτυχημένος” πιστεύω ότι βρίσκεται η εξήγηση. Διότι, αν δούμε το θέμα ψύχραιμα και από απόσταση θα διαπιστώσουμε ότι η κα Μενεγάκη, για παράδειγμα, είναι προσωποποίηση της αισιοδοξίας και της ελπίδας για την πλειονότητα των ανθρώπων. Ξεκίνησε από το μηδέν, πέτυχε στη δουλειά της, ουδέποτε σταμάτησε να προσπαθεί και να αναζητά το καλύτερο, δεν τα έβαλε ποτέ κάτω και πέτυχε προχωρώντας μπροστά επαγγελματικά. Πάντα με χαμόγελο και χωρίς μεμψιμοιρίες. Για τα κοινωνικά κιόλας στερεότυπα, προχώρησε σε ένα – μέχρι προχτές – πετυχημένο γάμο, με παιδιά και οικονομική άνεση. Ένα success story που είχε ελάχιστες και αμελητέες κηλίδες.

Απέναντι λοιπόν σε αυτή την ωραία ιστορία, η πολιτική και η δημόσια ζωή, έχει να αντιτάξει δυσκολίες και δυσπραγίες. Το τελευταίο διάστημα, η μόνη ελπίδα που υπόσχονται οι πολιτικοί στους πολίτες είναι ότι θα διαχειριστούν την αποτυχία καλύτερα από ότι οι αντίπαλοι τους. Οράματα συλλογικής αισιοδοξίας και επιτυχίας σπάνια υπάρχουν, ενώ η μεμψιμοιρία και ο ωχαδελφισμός κυριαρχούν. Ο ένας συνήθως κατηγορεί τον άλλο, ενώ οι πολίτες έχουν την κρίση για να καταλάβουν ότι οι δημόσιες δηλώσεις δεν απεικονίζουν την πραγματικότητα πολλές φορές, αλλά επιχειρούν να σκεπάσουν κρυμμένες ατζέντες και συμφέροντα.

Έχουμε λοιπόν μια πετυχημένη ιστορία χωρίς ουσιαστική σημασία για τη ζωή των πολιτών, να ανταγωνίζεται πολλές και πολύ ουσιαστικές άχαρες ιστορίες που ο πολίτης όχι μόνο βιώνει, αλλά αντιλαμβάνεται ότι του προκαλούν τελευταία, κυρίως δυσκολίες. Δεν μπορεί λοιπόν να θεωρείται μίασμα για τον όποιο επιθυμεί να ξεφύγει από τη μονοτονία της καθημερινής ζωής, η καταφυγή στο πραγματικό παραμύθι ενός κοριτσιού της διπλανής πόρτας. Αντίθετα, αυτό που χρειάζεται είναι να αντιληφθεί επιτέλους το πολιτικό σύστημα ότι πέρα από τη διαχείριση, χρειάζεται να έχει το δικό του εφικτό παραμύθι. Ένα τομέα που η κα Μενεγάκη μπορεί να αποτελεί παράδειγμα.

Το πρώτο άρθρο σε αυτή τη στήλη, πριν από 15 μήνες (2/11/2008), είχε τίτλο “Οι δύο βάρκες και η μέγκενη”. Στόχος τότε ήταν να καταδειχθεί το αδιέξοδο της πολιτικής του Προέδρου Χριστόφια, ο οποίος στην προσπάθεια του να σχοινοβατίσει μεταξύ των δύο τάσεων Κυπριακού χωρίς να έχει απώλειες, θα βρισκόταν στην μέγκενη των εξελίξεων.

Γράφαμε τότε ότι: “Οι προσδοκίες και των δύο τάσεων σιγά σιγά διαψεύδονται. Ο πρόεδρος δεν κατάφερε να εκφράσει κανένα. Όχι επειδή δημιούργησε την δική του σχολή (όπως θα έπρεπε), αλλά επειδή επιχειρεί απεγνωσμένα και ανεπιτυχώς να ακροβατίσει μεταξύ ζητουμένων που οι δύο πλευρές του επιβάλλουν. Έτσι σήμερα, μαζί με την ελπίδα πολλών ότι ο Χριστόφιας είναι αποφασισμένος να προχωρήσει σε λύση ανεξαρτήτως πολιτικού και κομματικού κόστους, αλλά και το άλλοθι των ηγεσιών του ΔΗΚΟ και της ΕΔΕΚ ότι θα συμμετέχουν και θα επηρεάζουν τον πρόεδρο, καταρρέει και η αφελής θεωρία της “συντροφικότητας” με τον Ταλάτ, αφήνοντας ολόκληρο το σύστημα μετέωρο και πληγωμένο.”

Πιστεύω ότι η πιο πάνω παράγραφος προέβλεψε το σήμερα. Τη λανθασμένη δηλαδή τακτική του επιθυμώ να “παίξω στα σίγουρα” που επέλεξε ο Πρόεδρος, η οποία από οδηγό, τον κατέστησε ουραγό των εξελίξεων. Και εξηγούμε:


Κανείς παίκτης δεν κέρδισε ποτέ πουθενά παίζοντας στα “σίγουρα”


Ο Δημήτρης Χριστόφιας με την εκλογή του δημιούργησε κινητικότητα στο Κυπριακό, κάτι που του έδωσε αξιοσημείωτο πεδίο κινήσεων τον πρώτο καιρό. Του αφέθηκε μάλιστα η πρωτοβουλία να βάλει από μόνος του σχεδόν τους όρους και τις διαδικασίες του νέου γύρου συνομιλιών. Για να επιλέξει ο ίδιος μια μακρά διαδικασία, χωρίς να λαμβάνει υπόψη σχεδόν καθόλου τα ορόσημα που υπήρχαν μπροστά, ούτε και το ενδεχόμενο να μην έχει μόνιμα το πάνω χέρι αυτός που θεωρούσε φίλο, ο Μεχμέτ Αλί Ταλάτ. Προσπάθησε ο κ. Χριστόφιας με αυτό το τρόπο, να χειριστεί τόσο το δύσκολο εσωτερικό μέτωπο, που προσπαθούσε να “μανιπιουλάρει” με διφορούμενες ενέργειες διεσπαρμένες στο χρόνο, όσο και το διεθνές σκηνικό με τη θεωρία της λύσης από τους Κυπρίους αποκλειστικά.

Και τα δύο παιγνίδια “σιγουριάς” του Προέδρου κατέρρευσαν. Και αυτό έγινε όχι μόνο διότι εφ’ όλης της ύλης στηρίζονταν σε λάθος δεδομένα, αλλά κυρίως, επειδή ο ίδιος προσπαθούσε να κρύψει πίσω από την τακτική του την ανασφάλεια του. Στο εσωτερικό αφενός, ότι δεν μπορεί να νοιώθει μακρυά το ΔΗΚΟ και την ΕΔΕΚ, ούτε και αντέχει να έχει ως στενό συνομιλητή τον ΔΗΣΥ. Στο Κυπριακό αφετέρου, φάνηκε από την αρχή τόσο στην Κύπρο όσο και διεθνώς, ότι έκτισε μια στρατηγική απόλυτα εξαρτημένη από την παρουσία και τη “συντροφικότητα” του κ. Ταλάτ.

Δυστυχώς για τον Δημήτρη Χριστόφια, ούτε το ΔΗΚΟ και η ΕΔΕΚ του έκαναν μέχρι σήμερα το χατίρι να τον αφήσουν ήρεμο να διαχειριστεί όπως ήθελε τα θέματα έστω και για λίγο. Πολύ χειρότερα δε, όλη του η επένδυση στον κ. Ταλάτ κινδυνεύει με την απόλυτη κατάρρευση. Γιατί, για το χατίρι του “συντρόφου” του, ο Πρόεδρος έκανε παραχωρήσεις (εκ περιτροπής προεδρία και έποικοι), άφησε πίσω όλα τα κεφάλαια που η πλευρά μας έχει αυξημένες απαιτήσεις, εκτέθηκε απίστευτα διεθνώς και δημιούργησε προσδοκίες που τις πλείστες φορές δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Και να έλεγε κανείς ότι ο κ. Ταλάτ ανταποκρίθηκε σε όλες αυτές τις φιλοφρονήσεις, θα φαινόταν γελοίος…

Ουδείς μπορεί να αμφισβητεί τη χρησιμότητα της παρουσίας Ταλάτ για τη λύση του Κυπριακού, ειδικά αν τη βάλει σε αντιδιαστολή με την θεωρούμενη ως επικρατέστερη σήμερα άνοδο του κ. Έρογλου. Το απίστευτο μειονέκτημα όμως της της απόλυτα βασισμένης στην παρουσία Ταλάτ στρατηγικής του Προέδρου, είναι ότι έκανε δικό του ένα πρόβλημα που έπρεπε να είναι όλων των υπολοίπων. Και όχι μόνο αυτό, αλλά ελλοχεύει σήμερα ο κίνδυνος να παραχωρήσει ο κ. Χριστόφιας ακόμη περισσότερα πράγματα χωρίς ανταλλάγματα, προκειμένου να βοηθήσει τον απελπισμένο φίλο του, και τελικά να μείνει εντελώς μετέωρος.

Δυστυχώς για όλους μας, κανείς παίκτης δεν κέρδισε ποτέ πουθενά όταν επιχείρησε να παίξει στα “σίγουρα”. Έτσι και ο δικός μας Πρόεδρος. Που από μόνος του τα κατάφερε να μεταβεί από τη “σιγουριά” του ανασφαλούς, στο ρίσκο του μεγαλύτερου τζογαδόρου.

Από την εποχή που η επανάσταση των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης έφερε το τέλος των θεοποιημένων πολιτικών ηγετικών μορφών σε όλο τον κόσμο, ξεκίνησε η συζήτηση για το πως πλέον πρέπει να εξασκείται το πολιτικό λειτούργημα. Οι πολιτικοί έγιναν πιο ανθρώπινοι και πολύ πιο προσιτοί στους πολίτες, σε σημείο μάλιστα που αγωνιούν πλέον πολύ περισσότερο για το πως θα διευρύνουν την κοινωνική επαφή και την “ανθρώπινη” προσέγγιση, παρά τις πολιτικές που θα παράξουν, ή ακόμη και τον “μύθο” που θα κτίσουν γύρω τους.

Η εξάρτηση πλέον των πολιτικών από την τέταρτη εξουσία έχει επισκιάσει την πολιτική ουσία σε μεγάλο βαθμό και προκαλεί την εξαθλίωση της πολιτικής. Η επικοινωνιακές ανάγκες πολλές φορές οδηγούν ακόμη και σε πολέμους διεθνώς, ή – αν πάμε στα δικά μας – αποκαλύψεις σημαντικών εγγράφων και κορυφαίες διπλωματικές κινήσεις που στοχεύουν απλά στην εσωτερική κατανάλωση.

Μετά την προσέγγιση δε των πολιτικών με τους απλούς πολίτες ήρθε νομοτελειακά και η αμφισβήτηση της πραγματικής αξίας τους. Έφτασε στο σημείο να θεωρείται περιθωριακός και “καημένος” όποιος ασχολείτο με τα κοινά. Ταυτόχρονα, παντού στον κόσμο, πυροδοτήθηκε η συζήτηση για το κατά πόσο καταξιωμένοι τεχνοκράτες θα ήταν πιο χρήσιμοι στη κοινωνία και τη διαχείριση της δημόσιας ζωής από τους παραδοσιακούς πολιτικούς. Μια θεωρία με πάμπολλα πλέον παραδείγματα να αποδεικνύουν πόσο λανθασμένη είναι. Δεν υπάρχει σχεδόν πουθενά πετυχημένος ακαδημαϊκός ή επιχειρηματίας που έχει πετύχει ως πολιτικός ηγέτης. Οι πολύ λίγες εξαιρέσεις, απλά επιβεβαιώνουν τον κανόνα.


Η αξία ενός πολιτικού φαίνεται εκεί που όλα δείχνουν να καταρρέουν


Κυρίαρχος λόγος της αποτυχίας των τεχνοκρατών στην πολιτική, είναι η ταυτόσημη γνώση και μέθοδος που όλοι διαθέτουν για τον χειρισμό θεμάτων. Το πως δηλαδή γίνεται η διαπραγμάτευση, η διαχείριση κρίσεων, η οικονομική πολιτική κ.ο.κ., τα πάντα για ένα τεχνοκράτη γίνονται με βάση το κοινό εγχειρίδιο. Αντιθέτως, η ανάγκη για ένα πολιτικό είναι να οραματίζεται και να καινοτομεί, να λειτουργεί πέρα από την πεπατημένη. Γι΄αυτό είναι που η αξία ενός πολιτικού φαίνεται, πρώτα απ’ όλα, από την ικανότητα να βρει τη λύση εκεί που όλα δείχνουν να καταρρέουν. Κάτι βέβαια που προϋποθέτει να έχει το πολιτικό θάρρος να αποδεχθεί (χωρίς απαραίτητα να δημοσιοποιεί) τα λάθη του και να διαθέτει την γενναιότητα να κινηθεί ενάντια σε προηγούμενες επιλογές του.

Σήμερα, στη Κύπρο, μια τέτοια κατάσταση βιώνουμε. Το δύσκολο διεθνές περιβάλλον, σε συνάρτηση με σωρεία λανθασμένων Κυβερνητικών επιλογών και εξωπραγματικών θεωρήσεων, έφεραν όλα τα κορυφαία ζητήματα σε τέλμα. Κυρίως την οικονομία και το Κυπριακό, αλλά και πολλά θέματα εσωτερικής διακυβέρνησης. Όλες οι Κυβερνητικές στρατηγικές, στοχεύσεις και εξαγγελίες, καταρρέουν ως χάρτινοι πύργοι. Από τη πρωτοφανή χρεωκοπία της διαχείρισης του Κυπριακού, μέχρι και το έλλειμμα του 6%.

Στην Κύπρο δεν υπάρχουν δημοκρατικοί μηχανισμοί για να σταματήσουν την κατρακύλα της χώρας μέσω εκλογών, όταν μια κυβέρνηση έχει αποτύχει. Εφόσον οποιαδήποτε μη δημοκρατική ενέργεια απορρίπτεται εκ προοιμίου, απομένει μόνο η ελπίδα ο Πρόεδρος να αναλάβει το βάρος της αλλαγής ρότας σε όλα τα επίπεδα. Να έχει το πολιτικό θάρρος δηλαδή να αλλάξει από μόνος του την δική του λανθασμένη πορεία. Επαναλαμβάνω για πολλοστή φορά, ότι το θέμα πλέον είναι πολύ πέρα από ζήτημα κλασσικής πολιτικής αντιπαράθεσης και κομματικών κερδών. Δεν έχουμε βέβαια φτάσει στην καταστροφή, αλλά οδεύουμε προς τα εκεί με μεγάλη ταχύτητα και χρειάζεται ριζική στροφή για το καλό όλων. Δεν μπορεί σήμερα να αναμένει κάτι άλλο ο Κύπριος πολίτης από τον κ. Δημήτρη Χριστόφια.

Το 1948, στην διοικούμενη από τους Συμμάχους μεταπολεμική Δυτική Γερμανία, ο τότε Διευθυντής Οικονομικών Λούτβικ Έρχαρτ, αποφάσισε εν μία νυκτί να καταργήσει τους ελέγχους τιμών και παραγωγής που είχαν επιβάλει οι Στρατιωτικοί Διοικητές για να προστατεύσουν – όπως νόμιζαν – την αγορά. Τον κάλεσε ο τότε Αμερικάνος Κυβερνήτης, Στρατηγός Λούσιους Κλέυ θορυβημένος, για να τον ρωτήσει “Τι στο καλό κάνεις;”. “Κατάργησα τελείως τους ελέγχους τιμών”, ανέφερε ο Έρχαρτ. “Οι σύμβουλοι μου λένε ότι κάνεις τεράστιο σφάλμα”, είπε με αγωνία ο Κλέυ. “Στρατηγέ μου, και οι δικοί μου σύμβουλοι ακριβώς το ίδιο πράγμα λένε”, ανταπάντησε ο Έρχαρτ. Ο Λούτβικ Έρχαρτ (μετέπειτα Καγκελάριος), εισήγαγε αργότερα το Γερμανικό Μάρκο και θεωρείται ο πατέρας του Γερμανικού οικονομικού θαύματος.

Ενδιαφέρουσα Άποψη – του Γιώργου Καλλινίκου*

Γιώργος Καλλινίκου

ΤΟ ΑΓΧΟΣ το οποίο έχει ο πρόεδρος Χριστόφιας δεν αποκρύβεται πλέον. Οι δηλώσεις του κατά την επιστροφή του από την Αθήνα είναι αρκούντως αποκαλυπτικές: «Η επίσκεψη, αν εκτιμήσει κανένας τους στόχους και την υλοποίησή τους, παρ’ όλο που δεν θέλω να χρησιμοποιώ βαρύγδουπες λέξεις, θε- ωρώ ότι ήταν απόλυτα επιτυχής». Πρόσθεσε ακόμη ότι «υπήρξε πλήρης συναντίληψη και έχει εκφραστεί και δημόσια η πλήρης υποστήριξη στον πρόεδρο της Δημοκρατίας, στην πολιτική την οποία ακολουθεί στη διάρκεια των συνομιλιών. Θέλω να ευχαριστήσω θερμά τον πρωθυπουργό και την ελληνική κυβέρνηση γι’ αυτή την πλήρη και αμέριστη συμπαράσταση».

Μόνο αν είναι κάποιος αφελής θα ανέμενε στις δημόσιες τοποθετήσεις του Έλληνα πρωθυπουργού να εκφραζόταν οτιδήποτε άλλο εκτός από «πλήρης υποστήριξη». Δεν υπήρχε περίπτωση στο παρελθόν που είτε η Αθήνα είτε η Λευκωσία να εξέφρασαν δημοσίως μετά από κάποια συνάντηση των ηγεσιών τους, οτιδήποτε άλλο παρά συναντίληψη και συμπαράσταση. Ακόμη και σε εκείνες τις περιπτώσεις που στο παρελθόν μπορεί να υπήρχε διαφορετική αντίληψη των εξελίξεων, δημοσίως μετά από κάποια συνάντηση του προέδρου της Κ.Δ. και του πρωθυπουργού της Ελλάδας η όποια διαφωνία, μικρή ή μεγάλη, απεκρύβετο. Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει ότι στις κατ’ ιδίαν συζητήσεις ο Έλληνας πρωθυπουργός τήρησε διαφορετική στάση. Απλώς επισημαίνεται το γεγονός διότι είναι εμφανές πως ο Κύπριος πρόεδρος επιχειρεί να χρησιμοποιήσει αυτή την εκφρασθείσα συμπαράσταση για εσωτερική κατανάλωση και ως επιχείρημα έναντι των μαζικών επικρίσεων που δέχεται από το σύνολο σχεδόν των κυπριακών κομμάτων τον τελευταίο καιρό.


Οι «βαρύγδουπες λέξεις» του Χριστόφια αντανακλούν τη βαρύγδουπη αποτυχία


Το άγχος που διακατέχει τον πρόεδρο Χριστόφια, τον ωθεί ενώ λέει ότι δεν θέλει να χρησιμοποιεί «βαρύγδουπες λέξεις», να χαρακτηρίζει την επίσκεψή του στην Αθήνα «απόλυτα επιτυχή». Θα μπορούσε δηλαδή η επίσκεψη να ήταν και αποτυχημένη; Και πώς θα ήταν αν ήταν αποτυχημένη; Τι θα έπρεπε δηλαδή να είχε συμβεί ώστε να μπορούσε να θεωρηθεί η επίσκεψη αποτυχημένη; Αν ο Πρόεδρος χαρακτηρίζει την επίσκεψη επιτυχημένη διότι ο Παπανδρέου συμφώνησε να έρθει στην Κύπρο για να συζητήσει με όλη την πολιτική ηγεσία πρέπει ο καθένας να διερωτηθεί αν θα ήταν δυνατό να αρνηθεί. Ο Έλληνας πρωθυπουργός είχε μόνος του αποφασίσει να πραγματοποιήσει στην Κύπρο την πρώτη του επίσημη επίσκεψη μόλις ανέλαβε καθήκοντα και είχε δεσμευθεί ότι θα βρίσκεται δίπλα μας κάθε στιγμή. Επομένως, δεν υπήρχε περίπτωση να έλεγε όχι, διότι κάτι τέτοιο θα τον εξέθετε και ο σημερινός πρωθυπουργός είναι πολύ προσεκτικός σε κάτι τέτοια. Αν πάλι ο Πρόεδρος θεωρεί επιτυχία την απόφαση για σύσταση ελλαδικής ομάδας νομικών που θα συνδράμει την προσπάθειά του, τότε μάλλον δεν εκτιμά σωστά τα γεγονότα, διότι απλού- στατα η εν λόγω απόφαση τον αφήνει εκτεθειμένο, αφού ενώ επί δύο χρόνια ήταν αρνητικός σε ανάλογο αίτημα συγκυβερνώντων και αντιπολίτευσης, τώρα επιχαίρει για την ελληνική απόφαση.

Ίσως ο κάθε αναγνώστης να διερωτάται γιατί αναλώνουμε τόσο χώρο για να αποδείξουμε το μέγεθος του άγχους που διακατέχει τον Πρόεδρο. Ο λόγος είναι προφανής. Όταν ο Πρόεδρος μετά από ενάμιση χρόνο προσπαθειών στο Κυπριακό παρουσιάζεται με τόσο άγχος, είναι πρόδηλο ότι προέρ- χεται από την αποτυχία των προσπαθειών του και από την εντονότατη κριτική που δέχεται. Και όταν κάποιος πολιτικός (και δη ο αρχηγός ενός κράτους) διακατέχεται από τέτοιο άγχος είναι πολύ πιθανό να προβεί και σε άλλες λανθασμένες ενέργειες. Επομένως, πρέπει ο καθένας και να ανησυχεί και να καιροφυλακτεί.

* Ο Γιώργος Καλλινίκου είναι δημοσιογράφος – αρθρογράφος. Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Ο Φιλελεύθερος” την 21η Ιανουαρίου 2010.

Η δολοφονία του Άντη Χατζηκωστή έχει πολλές και θλιβερές προεκτάσεις. Είναι ο έντονος και αβάστακτος ανθρώπινος πόνος των προσφιλών φίλων, συγγενών και συνεργατών του, ο οποίος ασφαλώς είναι και ο βαρύτερος. Πολύ πέραν αυτού όμως, είναι το ευρύτερο αίσθημα των πολιτών που διαισθάνονται πλέον ότι κάτι αλλάζει αυτό τον καιρό στις συνισταμένες που κρατούσαν την συνοχή και την ισορροπία της Κυπριακής κοινωνίας. Μιας κοινωνίας που μπορεί να είναι μικρή σε αριθμό, αλλά φέρει ποιοτικά χαρακτηριστικά που συναντώνται σε χώρες μεγάλες και σύγχρονες.

Στην μικρή Λευκωσία έχουμε στημένο ένα ολόκληρο κράτος, με Υπουργεία, κοινοβούλιο, θεσμούς, τράπεζες. Με υπηρεσίες που εξυπηρετούν όλη την υφήλιο και ναυτιλία από τη μικρότερη Λεμεσό, που πρωταγωνιστεί στον κόσμο. Με δικά μας Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, πολιτικό και επιχειρηματικό σύστημα και κατεστημένο, επιχειρήσεις με διεθνής δραστηριότητες, με έντονη κοσμική ζωή και πολλά lifestyle περιοδικά. Με οργανωμένο έγκλημα, υπόκοσμο, προστάτες της νύκτας, προαγωγούς και διακινητές γυναικών, ναρκωτικά και άπειρα “ιδρύματα” παράνομου τζόγου. Με δολοφονίες, τοποθετήσεις βομβών, λαθρεμπόριο, τοκογλύφους και φουσκωτούς που αναλαμβάνουν την είσπραξη χρεών. Όλα τα έχουμε και τίποτα δεν μας λείπει…

 


Η αίσθηση της ανασφάλειας δεν περιορίζεται στην εγκληματικότητα 


Την διαχείριση όλων αυτών των δομών, καλούνται – σε αντίθεση με ότι συμβαίνει στις πιο μεγάλες χώρες – να αναλάβουν πολύ λίγα σε αριθμό άτομα. Όλα αυτά τα χρόνια λοιπόν, υπήρχαν στην Κυπριακή κοινωνία και τη δημόσια ζωή άγραφοι νόμοι και κανόνες, που κρατούσαν την ισορροπία και τη σταθερότητα σε όλο αυτό το τεράστιο σύστημα που λειτουργεί σε μικρό χώρο. Με την γενική εντύπωση της ύπαρξης δύο βασικών κατευθυντήριων γραμμών. Η πρώτη, που ήθελε την “ημέρα” να μην ανακατεύεται ποτέ με την “νύκτα”. Και την δεύτερη, που ήθελε το κράτος να βοηθά πάντα το επιχειρηματικό δαιμόνιο των Κυπρίων, προκειμένου η κοινωνία να προοδεύει, αλλά και να παρεμβαίνει δυναμικά ως θεματοφύλακας, όποτε υπήρχε απειλή ο κοινωνικός ιστός να μπουρδουκλωθεί. Δεν είναι υγιές αυτό που περιγράφω και δεν συμφωνώ, αλλά αυτή η ευρύτερη εντύπωση δούλευε ως θεωρία, και προσέφερε σε όλα τα επίπεδα της κοινωνίας ένα ιδιότυπο αίσθημα ασφάλειας, εμπιστοσύνης και σταθερότητας.

Τον τελευταίο χρόνο πολλά συμβάντα έτρωγαν ως τερμίτες το αίσθημα αυτό της εμπιστοσύνης των πολιτών έναντι στο “Κυπριακό σύστημα λειτουργίας”. Από την ιστορία του Αλ Καπόνε και του ξυλοδαρμού των φοιτητών, μέχρι την κλοπή της σωρού του μ. Τάσσου Παπαδόπουλου. Από την παταγώδη αποτυχία αντιμετώπισης  της οικονομικής κρίσης, μέχρι τα “κομμουνιστικής” φιλοσοφίας μέτρα που ψελλίζει τελευταία ο λαλίστατος Υπουργός Οικονομικών, τα οποία θέτουν σε κίνδυνο την επιχειρηματικότητα. Και κυρίως, από τον προσανατολισμό της Κυπριακής εξωτερικής πολιτικής μακρυά από τον δυτικό κόσμο και την Ευρώπη, σε μια προσπάθεια εναγκαλισμού του διεθνούς περιθωρίου, μέχρι την προφανή πλέον χρεωκοπία της στρατηγικής διαχείρισης του Κυπριακού.

Η δολοφονία του Άντη, δεν είναι γεγονός που από μόνο του δημιούργησε ανασφάλεια στους πολίτες. Έστω και αν ήταν η πρώτη φορά στην ιστορία της δημοκρατίας που η Κυπριακή κοινωνία της “ημέρας” με την κοινωνία της “νύκτας” συγκρούστηκαν φτιάχνοντας μια εκρηκτική και φοβιτσιάρικη ομελέτα. Η δολοφονία του Άντη λειτούργησε ως καταλυτική και τραγική αφορμή για να βγει στην επιφάνεια ο φόβος και η ανασφάλεια του Κύπριου πολίτη για το μέλλον του συστήματος στο οποίο έχει συνηθίσει. Η αγωνία του για την πορεία του κράτους μας σε όλα τα επίπεδα. Ενός κράτους που δείχνει να βρίσκεται υπό τον έλεγχο μιας κυβέρνησης που δείχνει να μην έχει ακόμη αντιληφθεί τι έχει κληθεί να διαχειριστεί. Και που δηλώνει καθημερινά ότι δεν θέλει την Κυπριακή, αλλά μια άλλη πραγματικότητα…

Το κατά πόσο η ψυχρή και σοκαριστική δολοφονία του Άντη Χατζηκωστή έχει εξιχνιαστεί ή όχι, λίγη σημασία έχει για το αίσθημα ανασφάλειας της κοινωνίας, που ασφαλώς δεν περιορίζεται στην εγκληματικότητα και την φυσική ασφάλεια των πολιτών. Το αν η εικόνα ενός ανερμάτιστου κράτους, ενός συστήματος χωρίς στόχο και προσανατολισμό, αλλάξει, αυτό είναι ευθύνη του προέδρου και μόνο. Τεράστια ευθύνη.

Τα ειλικρινή μου συλλυπητήρια στην οικογένεια και τους οικείους του Άντη Χατζηκωστή.

Άριστος Μιχαηλίδης

Ενδιαφέρουσα Άποψη – του Άριστου Μιχαηλίδη*

ΦΤΑΣΑΜΕ άραγε στον πάτο ή έχουμε ακόμα κι άλλα περιθώρια να συνεχίσουμε την κατηφόρα; Πόσο εύκολα μπορεί τελικά να διαλυθεί αυτή η κοινωνία, να τρομοκρατηθεί, να βρεθεί στο έλεος της ανασφάλειας και της ανομίας; Πόσο εύθραυστο μπορεί να γίνει, μέσα σε ελάχιστο χρόνο, το κράτος της Κυπριακής Δημοκρατίας, που άντεξε μια εισβολή, αλλά σήμερα δεν αντέχει και δείχνει να καταρρέει από τη δράση του υποκόσμου;

Σήμερα και μετά από τη δολοφονία του Άντη Χατζηκωστή, που ακολούθησε με ένα μήνα διαφορά το άλλο πρωτοφανές έγκλημα, την αρπαγή της σορού του Τάσσου Παπαδόπουλου, κανείς δεν μπορεί να αισθάνεται εμπιστοσύνη για την ασφάλεια που του προσφέρει το κράτος του. Μέχρι να δώσει απα- ντήσεις η Αστυνομία σε αυτά τα εγκλήματα, όλοι είμαστε υποψήφια θύματα εγκληματικών πράξεων, όλοι οι ανυποψίαστοι πολίτες. Ακόμα και η πρόσφατη δήλωση του γ.γ. του ΑΚΕΛ, ενώπιον της Βουλής, ότι κάποιοι απειλούν την φυσική εξόντωση του Προέδρου της Δημοκρατίας, όσο αβάσιμη κι αν είναι, δημιουργεί κλίμα ανασφάλειας και επικίνδυνων συνθηκών. Πόσο μάλλον οι πραγματικές εγκληματικές πράξεις.


Όταν κυνηγάς όσους γράφουν συνθήματα, δεν έχεις μάτια να δεις τους δολοφόνους


Η ευκολία με την οποία έγιναν τα δυο εγκλήματα, η άνεση που αισθάνονται οι παράνομοι να οργανώνουν τη δολοφονία ενός καθώς πρέπει μέλους αυτής της κοινωνίας, χωρίς να ανησυχούν για τις συνέπειες (διότι είναι προφανές ότι εκτιμούν πως οι περισσότερες πιθανότητες που ισχύουν είναι ότι δεν θα έχουν συνέπειες) προκαλεί τέτοια ανησυχία και κλονισμό, που αποτελεί την πιο ισχυρή απειλή για την ομαλή πορεία και την ισορροπία ολόκληρης της κυπριακής κοινωνίας. Η ανωμαλία αυτή τη φορά δεν έχει να κάνει με την αλληλοεξόντωση μελών του υποκόσμου, που παρακολουθούμε συχνά, σχεδόν με αδιαφορία. Αλλά, με την ευθεία επίθεση κατά της δημοκρατίας. Γιατί η δολοφονία ενός στελέχους των μέσων μαζικής ενημέρωσης, ενός νέου, δραστήριου και αγαπητού ανθρώπου, όποιοι κι αν κρύβονται πίσω από τους φονιάδες, στην πραγματικότητα είναι τρομοκρατικό κτύπημα κατά της πολιτικής σταθερότητας. Κι αυτό είναι που πρέπει να ανησυχήσει την Πολιτεία. Δεν έχει άλλα περιθώρια εφησυχασμού και αλληθωρισμού.

Οι υπηρεσίες ασφαλείας του κράτους και προπάντων η Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών, που θα έπρεπε να είναι σε θέση να γνωρίζει και να ελέγχει την παρανομία σ’ ένα νησί μιας δρασκελιάς, πρέπει να σταματήσουν να ασχολούνται με τα δευτερεύοντα. Το μυαλό τους να ξεκολλήσει από το κυνηγητό δυο αργόσχολων νεαρών επειδή γράφουν συνθήματα στους τοίχους, να σταματήσουν να αναλώνουν τις δυνάμεις τους σε έρευνες για μεσαιωνικά ζητήματα όπως είναι το φακέλωμα «αντικαθεστωτικών» ή η αποδελτίωση εφημερίδων. Τα γεγονότα δείχνουν ότι έχουν πιο σοβαρά ζητήματα να αντιμετωπίσουν και δεν τα αντιμετωπίζουν. Ιδού τα αποτελέσματα.

* Ο Άριστος Μιχαηλίδης είναι Διευθυντής του Φιλελεύθερου. Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Ο Φιλελεύθερος” την 13η Ιανουαρίου 2010. Τα δικά μου σχόλια ακολουθούν στα “comments” πιο κάτω.

Η δεκαετία 2000-2010 σημαδεύτηκε αναμφισβήτητα από το τρομοκρατικό κτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001. Σηματοδότησε η μέρα εκείνη την απαρχή μιας νέας φάσης διεθνών σχέσεων, εφόσον τα συμφέροντα υποβιβάστηκαν από το επίπεδο των κρατών στο επίπεδο τρομοκρατικών ομάδων και επαναστατικών οργανώσεων. Ο δε θρησκευτικός φονταμενταλισμός και η καχυποψία ανάμεσα σε χριστιανούς και μουσουλμάνους αναζωπυρώθηκαν, με τους πρώτους να επιθυμούν να επιβάλουν σε ολόκληρη την οικουμένη τα δικά τους στερεότυπα και κοινωνικές αρχές, αλλά και τους δεύτερους να αποδεικνύουν στοιχεία βαρβαρότητας, θυσιάζοντας με περισσή ευκολία ανθρώπινες ζωές, απλά και μόνο για να στείλουν μηνύματα.

Όλο αυτό το νέο περιβάλλον παρείχε την ευκαιρία σε κράτη και οργανισμούς να ξεδιπλώσουν ασφυκτικούς νόμους και κανονισμούς, προκειμένου να ελέγξουν την πλειοψηφία των καθημερινών δραστηριοτήτων των πολιτών. Κάμερες ξεφυτρώνουν παντού, στα αεροδρόμια ο έλεγχος είναι πολλές φορές εξευτελιστικός, παρακολουθούνται διά νόμων οι τηλεφωνικές κλήσεις, το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, η διαδικτυακή δραστηριότητα του καθενός μας, το κινητό προδίδει την ακριβή τοποθεσία που βρισκόμαστε ανά πάσα στιγμή, ενώ ακόμη και η χρήση πιστωτικών καρτών μπορεί να δώσει εξαιρετικές πληροφορίες για τις αγορές, τις συνήθειες και τη δραστηριότητά μας.


βιώνουμε προσπάθεια ολοκληρωτικού ελέγχου της ανθρώπινης προσωπικότητας


Η άλλη κορυφαία αλλαγή που επισυνέβη κατά την παρελθούσα δεκαετία ήταν το Διαδίκτυο. Η τεράστια ευκολία με την οποία ο καθένας μας μπορεί να συλλέξει πληροφορίες, να δικτυωθεί με φίλους, γνωστούς, συνεργάτες, αλλά και να κάνει νέες γνωριμίες, να πραγματοποιήσει συναλλαγές και αγορές, να ψυχαγωγηθεί, να εργαστεί, να στείλει κείμενα, οδηγίες και έγγραφα. Είναι κορυφαία κατάκτηση της εποχής μας το Διαδίκτυο. Όχι όμως χωρίς κινδύνους…

Μεγάλος δικηγορικός οίκος στις ΗΠΑ σήμερα δηλώνει ότι το 20% των υποθέσεων διαζυγίου που χειρίζεται έχουν ως αποδεικτικά στοιχεία πληροφορίες που πάρθηκαν από μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπως είναι το facebook. Το google, η κορυφαία μηχανή αναζήτησης, παρά το ότι δεν αποδέχεται κατάχρηση, εντούτοις έχει τη δυνατότητα να φακελώσει τις συνήθειες του καθενός μας, εφόσον ήδη καταγράφει τις αναζητήσεις που πραγματοποιεί. Και όχι μόνο αυτό, αλλά ξέρει κιόλας όλες τις σελίδες που επισκεπτόμαστε, νοουμένου ότι αυτές διαθέτουν διαφημίσεις τους. Και το google δεν είναι παρά ένα παράδειγμα κοντά στα χιλιάδες άλλα που υπάρχουν.

Όλο αυτό το πλέγμα δραστηριοτήτων, στις οποίες εθελοντικά προβαίνουμε, για να διευκολυνθεί η ζωή και η εργασία μας ή και για να περάσουμε καλύτερα, παρέχουν την ευκαιρία σε οργανισμούς να καταγράφουν κάθε μας κίνηση και να μπορούν ανά πάσα στιγμή να ανατρέξουν σε δεδομένα, βρίσκοντας ενδελεχή στοιχεία για τα ενδιαφέροντα, τη δουλειά και τις συνήθειές μας.

Προσθέστε λοιπόν και τη μεγάλη αγωνία των θεσμών να δημιουργήσουν κοινωνίες χωρίς διαφορετικότητες, για να γίνει αντιληπτό πού οδεύουμε. Ο Σόλωνας, στην αρχαιότητα, δημιούργησε τους νόμους, προκειμένου να αποτελούν το ελάχιστο υπόβαθρο κανόνων, πάνω στους οποίους μια κοινωνία θα πρέπει να στηρίζεται. Σήμερα, κυβερνήσεις, κοινοβούλια και οργανισμοί επιθυμούν διά νόμων-κανόνων να ρυθμίσουν το πώς όλα τα μέλη μιας κοινωνίας θα λειτουργούν με πανομοιότυπο τρόπο. Είτε αυτό αφορά την εργασία είτε την οικογένεια είτε την ψυχαγωγία. Θεωρούν ότι η μεγαλύτερη δυνατή κοινωνική ομοιογένεια αποτελεί εχέγγυο ασφάλειας. Ξεχνούν ότι αυτή η επιθυμία καλλιέργειας πολιτών με όμοια-ρομποτική συμπεριφορά αποτελεί εξ ορισμού ανάθεμα για την κοινωνική εξέλιξη και την καλώς νοούμενη πρόοδο. Ποιος άραγε είναι αυτός που δικαιούται σήμερα να ορίσει πλαίσια συμπεριφοράς όλων των ανθρώπων, διεκδικώντας το απόλυτο αλάθητο;

Αυτή είναι κατά τη γνώμη μου η πρόκληση της νέας δεκαετίας. Το κατά πόσον θα υπερισχύσει η ηθική ανωμαλία της προσπάθειας ολοκληρωτικού ελέγχου και ισοπέδωσης της ανθρώπινης προσωπικότητας και δυνατότητας δημιουργίας ή αν θα δημιουργηθεί ένα νέο ηθικό πλαίσιο παγκοσμίων αρχών που θα διαφυλάσσουν αξίες που ακόμη και οι θρησκείες δεν επιχείρησαν να ελέγξουν. Να βρεθεί δηλαδή η ισορροπία που δεν θα επιτρέπει σε κανέναν να παίξει τον ρόλο είτε του Μεγάλου Αδελφού είτε, πολύ χειρότερα, του διευθυντή και διαχειριστή των πάντων.

Σχεδόν αξιοθρήνητο χαρακτήρισε ο Πρόεδρος Δημήτρης Χριστόφιας το εσωτερικό μέτωπο. Κατηγορώντας τις κομματικές ηγεσίες ότι δεν συνδράμουν στην ενότητα, όπως ζητούν από τον ίδιο να πράξει. Δεν ομολογεί βέβαια ο Πρόεδρος ότι η συνδρομή που εννοεί είναι να συμφωνούν όλοι μαζί του και να στηρίζουν τυφλά τις αποφάσεις του. Κάτι που βέβαια είναι αδύνατον να υπάρχει σε μια δημοκρατία, διότι αλλιώς αυτοκαταργείται το ίδιο το πολίτευμα.

Είναι όμως πολύ ενδιαφέρουσα η λέξη “αξιοθρήνητη” που ο πρόεδρος έχει λανσάρει. Γιατί μπορεί να περιγράψει σωρεία γεγονότων που σημάδεψαν την πολιτική μας ζωή τη χρονιά που πέρασε και που δυστυχώς να προδιαγράψει και το τι αναμένεται να βιώσουμε το 2010. Αρχής γενόμενης από την ίδια την σύνθεση της Κυβέρνησης.

Αυτό που ζούμε ως πολιτικό σύστημα είναι πρωτοφανές. Η Κυβέρνηση να αποτελείται από τρία κόμματα, τα οποία χωρίζει άβυσσος στις τοποθετήσεις και στο Κυπριακό και στην εσωτερική διακυβέρνηση. Από τη μια είναι προφανές ότι η συμμετοχή του ΔΗΚΟ και της ΕΔΕΚ σε όλο το φάσμα των θεμάτων βρίσκεται στον ελάχιστο δυνατό βαθμό, ενώ από την άλλη είναι ακόμη πιο φανερό ότι με μικρά “κοκαλάκια” εξουσίας το ΑΚΕΛ καταφέρνει να δένει τα σκυλιά για να ησυχάζουν μέχρι πιο κάτω. Μπορεί ΔΗΚΟ και ΕΔΕΚ να θέλουν να κρύψουν την ενοχή της συμμετοχής με ένα διαγωνισμό ατακαδόρικων λεκτικών εξεγέρσεων σε κάθε δυνατή ευκαιρία, αλλά η τακτική αυτή έχει γελοιοποιηθεί. Πέραν του ότι τον λαγό από το καπέλο έβγαλε και πάλι ο κ. Άντρος Κυπριανού εγείροντας το πραγματικό ζητούμενο. Να ξαναβγεί πρόεδρος από το ΑΚΕΛ το 2013.


Η λέξη ”αξιοθρήνητη” περιγράφει εν πολλοίς το 2009 και προδιαγράφει το 2010


Αξιοθρήνητη φοβάμαι είναι και η εξέλιξη του Κυπριακού. Ο ίδιος ο πρόεδρος στις δηλώσεις του παραδέχθηκε ότι οι Τουρκικές θέσεις έχουν σκληρύνει από τον Σεπτέμβριο. Μπορεί να το έκανε για να απαντήσει στο γιατί πάει στις εντατικές συνομιλίες έχοντας απέναντι ένα συνομιλητή που ούτε μπορεί, αλλά ούτε και θέλει να είναι ευέλικτος, αλλά παραδεχόμενος ο κ. Χριστόφιας το νέο στάτους των σχέσεων με τον σύντροφο Ταλάτ, αποδέχεται ουσιαστικά και την αποτυχία της διαδικασίας που ο ίδιος επέλεξε για τις διαπραγματεύσεις. Επαναλαμβάνω ότι το καίριο ερώτημα στο Κυπριακό είναι τι θα έχουμε να δώσουμε στην Τουρκία, όταν θα ζητούμε πράγματα στην ασφάλεια, το έδαφος και τις περιουσίες, εφόσον τα θέματα που μπορούμε να είμαστε πιο απλόχεροι θέλουμε να τα κλείσουμε από τώρα, μπας και πετύχουμε επανεκλογή του νυν Τουρκοκύπριου ηγέτη.

Αυτό όμως που ξεπερνά την έννοια του αξιοθρήνητου και αποκτά χαρακτήρα ταινίας τρόμου, είναι η κυβερνητική πολιτική στην οικονομία. Είναι η πρώτη φορά μετά το 1974, που ο προοδευτικός ιδιωτικός τομέας της οικονομίας, χρειάζεται το κράτος να τον στηρίξει, προκειμένου να μπορέσει να βρει νέες διόδους ανάπτυξης. Υπενθυμίζω ότι ο ιδιωτικός τομέας σε μια δυτική δημοκρατία, πρέπει να παράγει και να κερδίζει, προκειμένου να πληρώνει φόρους, να έχει ο κόσμος δουλειά και η αγορά κίνηση. Αυτήν λοιπόν τη στιγμή της ανάγκης, οι πολίτες, οι εργαζόμενοι και οι επιχειρήσεις βρίσκουν απέναντι τους όχι απλά το τίποτα, αλλά μια κυβέρνηση που προκειμένου να βάλει πρόσκαιρα κάτι παραπάνω στα ταμεία, είναι αποφασισμένη να εξαφανίσει κάθε προοπτική επανάκαμψης της οικονομίας.

Τα μέτρα που προχθές εξήγγειλε ο κ. Σταυράκης ένα πράγμα μόνο μπορούν να πετύχουν, πέραν του να δώσει σε πλούσιους και φτωχούς δέκατη τέταρτη σύνταξη. Να τοποθετήσουν πάνω από την μέχρι πρόσφατα αξιοζήλευτη Κυπριακή οικονομία, την πινακίδα “Κλειστή λόγω ανεπάρκειας κυβερνώντων”. Με όλες τις κοινωνικές και άλλες παρενέργειες που μια τέτοια εξέλιξη θα έχει. Το γιατί, το έχουμε εξηγήσει πολλές φορές από αυτή τη στήλη. Ομολογώ όμως ότι δεν περίμενα να έφταναν στο σημείο να δεκαπλασιάσουν και εικοσαπλασιάσουν τους φόρους των ακινήτων, δίνοντας την χαριστική βολή στην οικοδομική βιομηχανία, δημιουργόντας υπερπροσφορά και οδηγώντας και άλλες δεκάδες χιλιάδες στην ανεργία και τα επιδόματα. Τέτοια φαντασία, θα την ζήλευε κι ο Νέρωνας!

Είναι κρίμα να μπαίνει μια νέα χρονιά με απαισιοδοξία. Αλλά την κατεύθυνση την δίνει κάθε φορά ο ηγέτης. Και – εγώ τουλάχιστον – συμφωνώ μαζί του. Είναι όντως αξιοθρήνητη.

Δαίμονες

28/12/2009

Ρώτησαν τον υποψήφιο τότε Δημήτρη Χριστόφια, πριν τις προεδρικές, γιατί θα έπρεπε να τον ψηφίσει ο λαός. “Για την ανθρωπιά μου!” απάντησε. Η οποία “ανθρωπιά” προφανώς, αποτελεί πολιτικό επιχείρημα περιωπής και πρέπει να διαφημίζεται από τον αυτόκλητο φέροντα της ιδιότητας ταύτης.

Ο Πρόεδρος Χριστόφιας ασφαλώς και δεν εξελέγη για την “ανθρωπιά” με την οποία πίστωνε τον εαυτό του, αλλά επειδή το ΔΗΚΟ αποφάσισε να τον ψηφίσει στον δεύτερο γύρο. Η καταφυγή όμως σε ηθικοπλαστικά ψευδοεπιχειρήματα και ψευδοδιλήμματα για να καλυφθούν πολιτικές ανεπάρκειες και δυσκολίες, αποδεικνύεται η μοναδική επικοινωνιακή στρατηγική που μπορεί και θέλει να εφαρμόσει η παρούσα κυβέρνηση. Περί πολιτικών απαντήσεων και αντιπαράθεση επιχειρημάτων, ούτε λόγος…

Διαβρώνει το εσωτερικό μέτωπο η κριτική, υπονομεύουν τον πρόεδρο οι ανησυχίες, αποτελούν χειροβομβίδα για την οικονομία οι αγωνίες για την κακή πορεία της, το πραξικόπημα, δεν είναι εμείς που φταίμε κ.ο.κ., αποτελούν μονότονες, επαναλαμβανόμενες καθημερινά και χωρίς περιεχόμενο απαντήσεις για οποιοδήποτε θέμα. Με κορυφαία ατάκα για τις σοβαρές επικρίσεις, ότι αυτές αποτελούν “προσωπική επίθεση κατά του προέδρου”. Λες και οι Κύπριοι κλήθηκαν το 2008 να εκλέξουν ιερή αγελάδα και όχι πρόεδρο μιας δημοκρατικής πολιτείας!


Η φυσική εξόντωση του προέδρου και άλλες συναρπαστικές ιστορίες…


Η Κυβέρνηση αυτή ούτε την πίεση αντέχει ούτε την κριτική. Και είναι προφανές τις τελευταίες μέρες ότι βρίσκεται κάτω από καθεστώς έντονης φόρτισης που την έχει αποσυντονίσει. Κρατάει πολλά καρπούζια κάτω από μια μασχάλη που δεν τα χωράει. Τα τεράστια ρίσκα που πήρε στο Κυπριακό επιθυμώντας μανιωδώς να βοηθήσει στην εκλογή του κ. Ταλάτ. Την αγωνία της να μην χάσει το ΔΗΚΟ και την ΕΔΕΚ από την Κυβέρνηση παρά τις κάθετες τους διαφωνίες, η οποία αγωνία έρχεται σε  σύγκρουση με την αποφασιστικότητα του ΑΚΕΛ να μην επιτρέψει στους άλλους δύο ουσιαστική συμμετοχή στην διακυβέρνηση και τον καθορισμό πολιτικής στο Κυπριακό. Προσθέστε σε όλα αυτά την αδήριτη ανάγκη με την οποία ουδέποτε το ΑΚΕΛ και ο κ. Χριστόφιας συμβιβάστηκαν ψυχολογικά, να συνομιλήσουν με τον ΔΗΣΥ τουλάχιστον για το Κυπριακό, και θα αντιληφθείτε σε τι καθεστώς πανικού και σύγχυσης έχουν περιέλθει.

Η στρατηγική του “καημένου”, μια ιδιαίτερα προσφιλής διέξοδος όλων σχεδόν των Κυπρίων πολιτικών, που όταν βρίσκονται σε δυσκολία προσπαθούν να εμφανιστούν ως θύματα για να κερδίσουν την συμπάθεια, είναι πολυεφαρμόσμενη πρακτική του νυν προέδρου από πολύ παλαιότερα. Το 2004 από το Μπουργκενστοκ, ο τότε πρόεδρος της Βουλής κ. Χριστόφιας μιλούσε τηλεφωνικώς στο ραδιόφωνο του “‘Αστρα” και με λυγμούς ψέλλιζε “είμαστε και εμείς άνθρωποι….”. Η πολιτική δε των Χριστοφιακών δακρύων είχε γίνει ιδιαίτερα δημοφιλής κατά την προεκλογική περίοδο, όπου χρειαζόταν απλά ένα παιδικό χαμόγελο για να ξεσπάσει ο νυν πρόεδρος σε λυγμούς, προκειμένου να αποδείξει ή επιδείξει την “ανθρωπιά“ του. Το ότι η δημοκρατία πρόεδρο έχει ανάγκη και όχι μοιρολογήτρα, φαίνεται να αποτελεί ασήμαντη λεπτομέρεια ορισμένες φορές.

Σήμερα λοιπόν και κάτω από τις συνθήκες που περιγράψαμε πριν, η στρατηγική του “καημένου” δεν ήταν αρκετή και χρειαζόταν μετάλλαξη. Η φράση “αποτελεί προσωπική επίθεση στον πρόεδρο της Δημοκρατίας”, έχει τόσο πολύ χρησιμοποιηθεί από τα χείλη των υποστηρικτών του, που απαιτούσε υπόσταση. Την οποία ήρθε να δώσει απλόχερα ο ΓΓ του ΑΚΕΛ δηλώνοντας με στόμφο: «το τελευταίο διάστημα είμαστε μάρτυρες μιας χυδαίας και εκβιαστικής επίθεσης, που γίνεται ενάντια στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας μέσα από μπλόγκ στο ίντερνετ, σατιρικές δήθεν εφημερίδες και άλλους». Κατάγγειλε μάλιστα ότι: «ενθαρρύνεται η φυσική εξόντωση του Προέδρου. Βλέπετε αυτός είναι ο μόνος τρόπος, που γνωρίζουν για να απαντούν σε επιχειρήματα».

Ανακαλύψαμε λοιπόν όχι μόνο τον τρόπο δαιμονοποίησης της άλλης άποψης, αλλά και δολοφόνους συνωμότες! Και για να γλυτώσουμε την Κυβερνητική συνεργασία, τον Ταλάτ, το κόμμα, την οικονομία και την οργή του ΔΗΣΥ, το δημοκρατικό επιχείρημα ήταν να τραγουδηθούν πειστικά οι  στίχοι του Σιδερά και του Καρβέλα: “Με κατατρέχουν, με εξουσιάζουν, φρικιά και δαίμονες, πίσω μου τρέχουν και με προστάζουν, τα μυαλά μου έχουν γεμίσει ιδέες έμμονες – Δαίμονες!”.

Καλές Γιορτές σε όλους.

Η εικόνα που εξέπεμψε ο Δημοκρατικός Συναγερμός κατά τη διάρκεια της συζήτησης του προϋπολογισμού, ασφαλώς δεν περιποιεί τιμή σε ένα κόμμα. Ιδιαίτερα όταν αποτελεί την αξιωματική αντιπολίτευση που – εκ του πολιτεύματος – έχει την ηθική υποχρέωση άσκησης εξαντλητικού ελέγχου στην Κυβέρνηση. Ο ΔΗΣΥ κατά τους προϋπολογισμούς, επιβεβαίωσε ότι λοξοδρομεί. Όχι προς μια, αλλά προς δύο κατευθύνσεις και σαφώς διχασμένος. Εμπεδώνοντας την αντίληψη ότι τα πλείστα στελέχη έχουν παρασυρθεί σε άστοχες και απόλυτα ζημιογόνες ασκήσεις τακτικισμού.

Η αξιωματική αντιπολίτευση μια δουλειά είχε να κάνει αυτή τη βδομάδα. Να επικεντρωθεί στο πως θα ξεπεράσουμε την οικονομική κρίση. Το πως θα αποκτήσουμε και εμείς θετικούς δείκτες ανάπτυξης, που σήμερα παραμένουν αρνητικοί σε αντίθεση με την υπόλοιπη Ευρώπη. Ο ΔΗΣΥ είχε υποχρέωση να ασχοληθεί με την καλπάζουσα ανεργία, την ανάγκη μείωσης φόρων σε συγκεκριμένους τομείς, τις επενδύσεις που πρέπει να προσελκύσουμε. Να στηλιτεύσει την πολιτική των τυφλών παροχών και του τεράστιου ελλείμματος, την κατάργηση της απόσυρσης αυτοκινήτων, την επιμονή σε πολύ ψηλά τέλη στα ακίνητα, τα αναποτελεσματικά μέτρα στήριξης του τουρισμού. Όφειλε ο ΔΗΣΥ να μιλήσει για την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, το ΓΕΣΥ, τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας που δεν προχωρούν. Τις λογιστικές αλχημείες του ασφαλιστικού και τις επιθέσεις σε θεσμούς όπως η Κεντρική και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.



Αναζητώντας συμμάχους εκατέρωθεν, ο ΔΗΣΥ κινδυνεύει με απώλεια χαρακτήρα


Και στο Κυπριακό και την εξωτερική πολιτική υπήρχε πεδίο δόξης λαμπρό από τους ερασιτεχνισμούς της Κυβέρνησης Χριστόφια, που δεν πέτυχε να φέρει έστω και ένα σύμμαχο. Που έδωσε σε κρίσιμες στιγμές ρεσιτάλ ανόητου αντιευρωπαϊσμού. Που επιτέθηκε αναίτια από το βήμα του ΟΗΕ σε όλο τον κόσμο, την ώρα που η Τουρκία κέρδιζε την συμπάθεια. Αλλά και επί της ουσίας των συνομιλιών, όπου δείχνουν μέχρι στιγμής να συζητούνται αποκλειστικά τα θέματα που δεν ενοχλούν την άλλη πλευρά, εφόσον εκείνη έχει μόνο να παίρνει…

Κάποια από τα πιο πάνω ίσως να λέχθηκαν από βουλευτές – επιτρόπους. Αποσπασματικά και χωρίς συλλογική στόχευση. Και σίγουρα δεν αναδείχθηκαν. Πως θα μπορούσε όμως να αναδειχθούν, όταν στην κορυφαία κοινοβουλευτική δραστηριότητα έγινε πρώτο ζήτημα η αγωνία μερικών να προσκολληθούν στον Πρόεδρο Χριστόφια και η αγωνία άλλων να πλειοδοτήσουν απορριπτισμό και διάθεση συνεργασίας με ΔΗΚΟ και ΕΔΕΚ;

Δική μου γνώμη, είναι ότι και οι δύο πλευρές που συγκρούστηκαν εντός και εκτός βουλής, σφάλλουν και προκαλούν ζημιά στο κόμμα, την δημοκρατία και την Κύπρο γενικότερα. Ο ΔΗΣΥ δεν έχει ανάγκη να εκλιπαρεί ως επαίτης το ΑΚΕΛ και τον κ. Χριστόφια να τολμήσουν να συνεργαστούν μαζί του. Αν ο κ. Χριστόφιας, που με λαϊκή εντολή κυβερνά αυτό τον τόπο, αισθάνεται την ανάγκη να σχηματίσει κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας ή να συνεννοηθεί περισσότερο με τον ΔΗΣΥ στο Κυπριακό, είναι δουλειά δική του να το ζητήσει. Γιατί είναι αναξιοπρεπές και αντιδημοκρατικό να έρχεται η αντιπολίτευση με εκατοντάδες δήθεν “ύστατες εκκλήσεις”, να αμελεί αντιπολιτευτικά καθήκοντα και να παρακαλεί ως την απατημένη σύζυγο που επιμένει, παρά τις εκατοντάδες απορρίψεις.

Από την άλλη, δεν είναι ίδιον της υπευθυνότητας και της ιστορίας αυτού του κόμματος να βάζει “φουστανέλες”, διαγωνιζόμενος στο ρεσιτάλ λαϊκιστικού πατριωτισμού με πρωταγωνιστές άλλους. Να απορρίπτει απλώς για να απορρίπτει, εις βάρος του Εθνικού ζητήματος. Να λειτουργεί εκτός των αρχών του, απλά για να κερδίσουν με συνθηματολογία κάποιοι αξιωματούχοι την συμπάθεια των φανατικών κέντρων, που ότι και να παρουσιαστεί θα το βγάλουν σκάρτο. Και να καθίσταται ο ΔΗΣΥ κόμμα μη πολιτικό, μη δημιουργικό.

Αυτό είναι το πρόβλημα στον Συναγερμό. Χάθηκε ο ίσιος, ο δικός του δρόμος. Η οδός των πολιτικών θέσεων, των αρχών, της αξιοπρέπειας, της καλώς νοούμενης περηφάνειας. Που υπηρετεί θετικά και κριτικά την ανάγκη λύσης στο Κυπριακό και που δεν προπορεύεται των γεγονότων παρασυρόμενος από εμμονές συμβιβασμού ή απορριπτισμού. Που προτείνει συλλογικά και με κάθε ευκαιρία τους τρόπους για να προοδεύσει η χώρα και που δεν επιζητεί συμμετοχή σε μια κυβέρνηση που παίρνει την Κύπρο πίσω. Που αντιπολιτεύεται με σθένος και με ακλόνητη βάση το ιδεολογικό του υπόβαθρο. Γιατί αυτό το υπόβαθρο είναι που τσαλαπατούν ισάξια και ο λαϊκισμός και οι εκκλήσεις για να συγκυβερνήσει με το ΑΚΕΛ ο Συναγερμός.